Ο εικαστικός Κώστας Τσόκλης κυκλοφόρησε ένα κείμενο που διεκδικεί ρόλο μανιφέστου και με το οποίο υποδεικνύει στους Έλληνες τι χρειάζεται να κάνουν στη σημερινή καμπή του ελληνικού προβλήματος. Μπράβο του, αλλά μας κούρασαν οι σοφολογιότατοι γέροντες. [ΤΒJ]
Πριν από αρκετά χρόνια, στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης των Βρυξελλών βρέθηκα αντιμέτωπη με ένα έκθεμα.΄Ηταν μια πόρτα αυτοκινήτου, ενός μοντέλου με γωνίες, την οποία ο εικαστικός είχε αποσπάσει από το υπόλοιπο όχημα και την είχε κρεμάσει στον τοίχο. Αν θυμάμαι καλά, ο τίτλος του έργου ήταν Πόρτα, 1967. Ο εικαστικός ήταν ο Κώστας Τσόκλης. Όσο και να προσπάθησα τότε να συλλάβω την έννοια του έργου δεν τα κατάφερα. Χαλάλι είπα, δεν είναι όλα τα μυαλά τόσο ανοιχτά για την τέχνη.
Χτες, με αφορμή την ανοιχτή επιστολή με τίτλο “Για ποια Ελλάδα τελικώς μιλάμε”, την οποία έστειλε ο Τσόκλης θέλοντας να εκφράσει τη γνώμη του για την κατάσταση στη χώρα, προσπάθησα για ακόμη μια φορά να μπω στο μυαλό του καλλιτέχνη. Δεν τα κατάφερα και χαίρομαι. Γιατί;
Γιατί δεν μπορώ να δεχτώ υποδείξεις για ένα νέο συμβόλαιο με τον εαυτό μου, όπως με παροτρύνει ο Τσόκλης: “μήπως θα έπρεπε αντί να πολιτικολογούμε ακατάπαυστα, να κάνουμε ένα νέο συμβόλαιο με τον εαυτό μας, να νοιαστούμε για κάτι παραπάνω, για την τύχη της χώρας μας δηλαδή;” Σχετικά με τα νέα συμβόλαια με τους εαυτούς μας και τις σφοδρές επιθυμίες που πραγματοποιούνται “όταν υπάρχει θέληση”, έχει εκφραστεί, προ πολλού, ο Πάολο Κοέλιο.
Γιατί τα αγαθά “Τουρισμός, Αρχαίος Πολιτισμός, Γεωργία, Επιχειρηματικότητα, Θάλασσα, Έρευνα και Εγκαρδιότητα” (“Ίσως και κάτι άλλο που μου διαφεύγει”), τα οποία αναφέρει ο Τσόκλης ως θετικά σε αυτή τη χώρα, τα είχε επικαλεστεί, με πιο κιτς τρόπο είναι αλήθεια, και η χούντα.
Γιατί το 2016, όταν η Ελλάδα είναι μέλος της ΕΕ και δυτικού τύπου δημοκρατία, δεν μπορεί να δικαιολογεί όλα της τα δεινά επειδή είναι, σύμφωνα με τον Τσόκλη, “ένα έθνος, που έζησε για είκοσι αιώνες στη σκλαβιά, και φυσικό είναι να μην έμαθε να αυτοκυβερνάται, να μη σέβεται και να μην εμπιστεύεται τον εαυτό του”. Οι χώρες δεν μαθαίνουν να “αυτοκυβερνώνται”. Οι δυτικές δημοκρατίες κάνουν εκλογές και αποφασίζουν ποιος θέλουν να τους κυβερνήσει. Αυτοί που “αυτοκυβερνούν” είναι κάτι τύποι σαν τους αδελφούς Κάστρο στην Κούβα και η δυναστεία των Κιμ στη Βόρειο Κορέα.
Γιατί δεν γίνεται, η μόνη μας ελπίδα, για το εκρηκτικό 2016, με το Προσφυγικό και τη διαπραγμάτευση με τους εταίρους στον αέρα, εξαιτίας των αλλοπρόσαλλων “ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ”, να είναι το κατά Τσόκλη “όνειρο για μια μικρή ελεύθερη χώρα που θα εξακολουθεί να λέγεταιΕλλάδα, (γιατί κάθε ομάδα και κάθε τόπος έχει ένα όνομα) και που για να υπάρξει και να υπολογίζεται η ύπαρξή της, πρέπει σε κάτι να ξεχωρίζει”.
Σύμφωνα πάντα με τον Τσόκλη, αυτό για το οποίο ξεχωρίζει η Ελλάδα είναι “η αρχαιότητα, η θάλασσα και το καλό μας κλίμα, (δηλαδή ο τουρισμός), σαν αναμφισβήτητες υπάρχουσες αξίες”. Εδώ το πράγμα δυσκολεύει, γιατί ενώ οι προαναφερθείσες αξίες είναι αναμφισβήτητες, ο καλλιτέχνης δηλώνει ότι “εγώ, δεν δέχομαι και δεν αγαπώ σαν δικό μου, ένα λαό ξενοδόχων, μαγείρων, σερβιτόρων, φυλάκων, ξεναγών και ταξιδιωτικών πρακτόρων”. Εγώ πάλι, δεν έχω τίποτε με τους ξενοδόχους, τους μαγείρους, τους σερβιτόρους, τους φύλακες, τους ξεναγούς και τους ταξιδιωτικούς πράκτορες. Αποτελούν κομμάτι παραγωγικό και εξαιρετικά χρήσιμο αυτής της χώρας - μπορούν να προσελκύσουν σημαντικές επενδύσεις που τόσο τις έχουμε ανάγκη και να βελτιώσουν την εικόνα μας στον κόσμο, αρκεί να κάνουν τη δουλειά τους σωστά.
Γιατί σε αντίθεση με τον Τσόκλη που προτιμά “μια πολιτισμένη χώρα και ας είναι φτωχή, παρά μια πλούσια χώρα άξεστων συμφεροντολόγων”, εγώ προτιμώ μια κανονική χώρα που θα λειτουργεί ως ισότιμος εταίρος στην Ευρώπη όπου ανήκει.
Γιατί, τέλος, με όλες αυτές τις εθνικολαϊκιστικές κοινοτοπίες, ο Τσόκλης ούτε μας αφυπνίζει ούτε μας ταρακουνά. Διεκδικεί απλώς για πολλοστή φορά δημοσιότητα και (γιατί όχι;) ίσως έναν εθνικό ρόλο. Ο Θεός να μας φυλάει από αυτόκλητους σωτήρες.
LINK:
Προσθήκη νέου σχολίου