Προσεκτική ανάγνωση της Αλληλογραφίας Σεφέρη-Θεοτοκά (επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη) εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη λογική ακολουθία των επιστολών 62 (Πρωτοχρονιά 1950) και 63 (26 Φεβρουαρίου 1950).
Παρεμβάσεις
Εάν ρωτήσει κανείς εκατό τυχαίους Έλληνες «γιατί έκανε δικτατορία ο Μεταξάς την 4η Αυγούστου 1936;» στο πρόσωπο των ενενήντα εννιά θα ζωγραφιστεί έκδηλη απορία. Μόλις θα έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν γνωρίζουν την απάντηση. Ο δε εκατοστός μάλλον θα πει κάτι σαν: «Επειδή ήταν φασίστας». Νομίζω ότι το μεγαλύτερο «μυστήριο» της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας είναι η αιτία της επιβολής της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά.
Στο κείμενο που ακολουθεί εξετάζονται οι προϋποθέσεις της ανοιχτής κοινωνίας, οι οποίες είναι θεσμικές και γνωσιακές. Υποστηρίζεται η ιδέα σύμφωνα με την οποία η κριτική[1] βασίζεται στην έννοια της αλήθειας και ότι η τελευταία πρέπει να λειτουργεί ως ρυθμιστική αρχή σε μια ανοιχτή κοινωνία. Αναφέρομαι στην αντικειμενική αλήθεια – και όχι στην αλήθεια ως «βιωμένη πραγματικότητα» ή στη «μεταλήθεια» που εισήγαγε στο κοινό λεξιλόγιο ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ το 2016.[2] Η αλήθεια έχει καταναγκαστικό χαρακτήρα, κατά κάποιον τρόπο, όπως έδειξε σε αξιόλογο δοκίμιο της η Χάννα Άρεντ.[3] Τη δεχόμαστε υποχρεωτικά μέσα σε μια ανοιχτή κοινωνία.
Μετά το εκλογικό αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ στις 6 Σεπτεμβρίου 2026 και την καταγραφή ενός θριαμβικού 43,8% από την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το κόμμα της ακραίας Δεξιάς, τρεις χριστιανικές Εκκλησίες, η Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας, η Γερμανική Καθολική Επισκοπική Σύνοδος και η Ένωση Χριστιανικών Εκκλησιών, εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση. Το Books’ Journal βρίσκει πολύ σημαντική αυτή την ανακοίνωση, γι’ αυτό και τη δημοσιεύει:
Το κείμενο που ακολουθεί έχει γραφτεί για να οδηγήσει στο απόσπασμα από την ομιλία του Γιώργη Σιάντου, γενικού γραμματέα του ΚΚΕ και στελέχους του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, από τα πρόσωπα που συνομολόγησαν τη Συμφωνία της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου 1945, μετά την ανακωχή των Δεκεμβριανών στις 11 Ιανουαρίου 1945 ανάμεσα αφενός στις βρετανικές και τις κυβερνητικές δυνάμεις και αφετέρου στον ΕΛΑΣ. Η μετριοπάθεια του εκ των εκπροσώπων της Αριστεράς στη διαπραγμάτευση δείχνει πώς χάθηκε η ευκαιρία για την Ελλάδα να αποφύγει τον εμφύλιο. [TBJ]
Μια ιστορική αναδρομή
Ι.
Η σχέση ανάμεσα στην Τέχνη και την Κοινωνιολογία αποτελεί ένα γόνιμο πεδίο διεπιστημονικού διαλόγου, όπου η αισθητική εμπειρία συναντά την επιστημονική ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας. Παρότι η Κοινωνιολογία συγκροτήθηκε ως επιστήμη με αξίωση αντικειμενικότητας και μεθοδολογικής αυστηρότητας, ήδη από τα πρώτα στάδιά της διατηρούσε βαθιές συγγένειες με τις ανθρωπιστικές και καλλιτεχνικές μορφές έκφρασης, δεν ήταν απλώς ένα σύνολο εμπειρικών μεθόδων, μέτρησης και επαλήθευσης, αλλά και ένας τρόπος νοηματικής «όρασης» της κοινωνίας.
Εδώ και ογδόντα χρόνια, η ιστορία του Λέοντα Μπατή συνοδεύεται από ορισμένα αναπάντητα ερωτήματα. Ήταν πράγματι ο πρώτος έλληνας εβραίος που επέστρεψε από τα στρατόπεδα; Τραβήχτηκε όντως η πασίγνωστη φωτογραφία του στο Βουκουρέστι, λίγο πριν από την επιστροφή του στην Ελλάδα; Και αν ναι, πού ακριβώς;
Κινηματογραφικές διασκευές μυθιστορημάτων σύγχρονων συγγραφέων της αμερικανικής σκηνής
Γνώρισα τον Λεωνίδα Καβάκο μέσα από τους γονείς του, με τους οποίους συνδεόμουν στενά, ιδιαίτερα με τη μητέρα του, τη Νανά Αλεξανδρίδου. Διδάσκαμε και οι δύο στο Ωδείο Αθηνών.
Ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος (ΚΙΣΕ)
Θυμάμαι τον Λεωνίδα Καβάκο από τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα, να τον συναντώ τυχαία σε σπίτια φίλων. Τότε ήταν πιτσιρικάς σε σχέση με τη δική μου μουσικοπαρέα (πάνω-κάτω εικοσάρηδες εμείς, πάνω-κάτω δεκαπεντάρης εκείνος, ένα πραγματικό χάσμα γενεών που βέβαια σήμερα αναρωτιέσαι πού εξαφανίστηκε), αλλά τον περιέβαλλε ήδη η φήμη της ξεχωριστής περίπτωσης, του παιδιού που είχε ξεμπερδέψει από νωρίς με όλα τα βασικά ζητήματα του οργάνου, και που ήταν από τους διαλεχτούς μαθητές του σπουδαίου Καφαντάρη.
Αφιερώνεται στη μνήμη της Αιμιλίας Καμπελή,
Η φήμη του δεν στηρίζεται σε εντυπωσιακές εξωτερικές εκδηλώσεις δεξιοτεχνίας αλλά στη δυνατότητά του να αναδεικνύει την εσωτερική αρχιτεκτονική των μουσικών έργων. Η προσέγγισή του συχνά συγκρίνεται με εκείνη μεγάλων μουσικών-διανοουμένων όπως ο David Oistrakh και ο Szymon Goldberg, καλλιτεχνών δηλαδή που αντιμετώπιζαν την ερμηνεία ως αποτέλεσμα βαθιάς μελέτης και όχι ως απλή επίδειξη τεχνικής υπεροχής.
Επιλέγουν και προτείνουν:
ΜΑΤΙΝΑ-ΙΩΑΝΝΑ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ