Ο υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Γιάννης Κεφαλογιάννης, κατηγόρησε ανοιχτά τον δήμαρχο Πατρέων, Κώστα Πελετίδη, ότι στάθηκε «κατώτερος των περιστάσεων» και ότι λειτούργησε «εγκληματικά και επικίνδυνα» για τη δημόσια ασφάλεια. Ο λόγος; Ενώ ζήτησε επανειλημμένα την αποστολή μηνυμάτων 112, στη συνέχεια προέτρεψε τους πολίτες να μην ακολουθήσουν τις οδηγίες εκκένωσης. Πρόκειται για πολιτική υποκρισία στο αποκορύφωμά της: από τη μια να απαιτείς το εργαλείο που σώζει ζωές κι από την άλλη να το υπονομεύεις, θέτοντας σε κίνδυνο τους ίδιους τους ανθρώπους που δήθεν προστατεύεις.
Από την πλευρά του, ο δήμαρχος Πελετίδης αντέτεινε ότι «είναι ντροπή να βγαίνει ο υπουργός την ώρα που οι εστίες καπνίζουν και ο κόσμος παλεύει» και κατηγόρησε την κυβέρνηση για «εκφυλισμό» της λειτουργίας του 112. Μόνο που η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: το 112 έχει αποδειχθεί εργαλείο που σώζει ζωές. Η συστηματική αμφισβήτησή του δεν είναι πολιτική άποψη αλλά συνειδητή πολιτική υπονόμευση της ανθρώπινης ασφάλειας.
Και εδώ βρίσκεται η πιο σκοτεινή αλήθεια: υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις και πρόσωπα που δεν αντέχουν την ιδέα της αποτελεσματικής προστασίας των πολιτών. Ζουν και αναπνέουν μέσα από την καταστροφή. Τρέφονται πολιτικά από την τραγωδία, τη φρίκη, το θάνατο. Το είδαμε με το Μάτι και τους 110 νεκρούς, το είδαμε με το δυστύχημα των Τεμπών. Από τότε, κάθε πυρκαγιά, κάθε φυσική καταστροφή μοιάζει για αυτούς με ευκαιρία να δικαιωθούν. Να «ρεφάρουν» πολιτικά πάνω σε καμένα κορμιά και θύματα. Μοιάζουν σαν τα όρνεα εκείνα που μυρίζονται στον αέρα το θάνατο.
Αυτός ο πολιτικός κανιβαλισμός δεν είναι ούτε καν μια ακραία έκφραση. Είναι κεντρική στρατηγική της Αριστεράς. Κάθε καλοκαίρι, ελπίζουν κρυφά σε μια νέα εκατόμβη θυμάτων, για να αποδείξουν ότι τίποτα δεν λειτουργεί, ότι η κοινωνία καταρρέει, ότι η χώρα είναι ακυβέρνητη. Πρόκειται για διεστραμμένη πολιτική λογική που βλέπει την ίδια τη ζωή των πολιτών ως αναλώσιμο υλικό για την κομματική αφήγηση.
Η αλήθεια είναι απλή: όποιος πολεμάει εργαλεία προστασίας επειδή «χαλάνε το αφήγημα» δεν διαφέρει από εκείνον που εύχεται να μη σβήσει η φωτιά. Και αυτό, σε μια δημοκρατία που θέλει να λέγεται ώριμη, δεν μπορεί πια να είναι ανεκτό.