Ο Άντριου Νίκολ έδωσε, το 1997, μια κινηματογραφική υπόσχεση για το μέλλον, υπογράφοντας το πολύ ενδιαφέρον φιλμ Gattaca, με τους Ίθαν Χοκ και Ούμα Θέρμαν, συνοδεύοντάς το, ένα χρόνο μετά, με το σενάριο της ταινίας Ζωντανή Μετάδοση (1998) του Πίτερ Γουίαρ. Την υπόσχεση αυτή δεν κατάφερε να εκπληρώσει στις ταινίες που ακολούθησαν (Simone, To Σώμα, και άλλες), οι οποίες, αν και δεν παρουσίαζαν έλλειψη σε ιδέες και φιλοσοφικό βάθος, αντιμετώπιζαν το πρόβλημα μιας μάλλον ανεπαρκούς σκηνοθετικής αντίληψης. Εν τούτοις, οι προβληματισμοί του Νίκολ για τα ηθικά διλήμματα που θέτει η τεχνολογική ανάπτυξη ανιχνεύονταν σε όλη τη φιλμογραφία του και δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τη νέα του δουλειά, το sci-fi νεο-νουάρ Άνον. Όπως όλες οι ταινίες του Νίκολ, έτσι και αυτή υπηρετεί ξεκάθαρα το είδος της επιστημονικής φαντασίας, παντρεύοντάς το αυτή τη φορά με τα μοτίβα, αισθητικά και αφηγηματικά, του φιλμ - νουάρ, αλλά και με εξπρεσιονιστική αισθητική, κυρίως στις εξωτερικές σκηνές στους δρόμους της θαυμάσια φωτογραφημένης πόλης. Σε πολλές από αυτές τις σκηνές, ο Νίκολ τοποθετεί την κάμερα σε αλλόκοτες γωνίες λήψης, κάνοντας τα κτίρια να φαντάζουν γιγάντια μπροστά στους ανθρώπους και φέρνοντας στο νου διάσημα φιλμ του γερμανικού εξπρεσιονισμού, όπως η θρυλική Μητρόπολη του Φριτς Λανγκ. Βέβαια, δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε πιθανότατα η τελευταία ταινία που επηρεάζεται από τον εξπρεσιονισμό και το νουάρ για να πλάσει μια μελλοντική δυστοπία. Αυτό, ωστόσο, δεν αφαιρεί τίποτα από τη γοητεία της ταινίας.
Αποδεδειγμένα, ο Νίκολ είναι καλύτερος σεναριογράφος απ’ ό,τι σκηνοθέτης. Αν η Gattacaήταν η μόνη ταινία του που απολαμβάνει την ομόφωνη αποδοχή των κριτικών είναι γιατί μόνο σε αυτό το φιλμ κατάφερε ο σκηνοθέτης να αποτυπώσει τις ιδέες του στην οθόνη με κινηματογραφικά συναρπαστικό τρόπο. Έτσι, λοιπόν, στη νέα του ταινία, ενώ έχει γράψει ένα δυνατό σενάριο, αρκετά σφιχτοδεμένο και αφηγηματικά γοητευτικό, αδυνατεί να το σκηνοθετήσει εξίσου συναρπαστικά. Σε αντίθεση με τις εξωτερικές σκηνές, που συνεπαίρνουν χάρη στην ατμόσφαιρα που πλάθει η εκπληκτική δουλειά στη φωτογραφία, οι διαλογικές σκηνές δεν έχουν την ίδια δύναμη. Ο Νίκολ κινηματογραφεί σχεδόν όλες τις ατάκες σε γκρο πλαν, μην αφήνοντας το θεατή να καταλάβει τι είναι σημαντικό από αυτά που λέγονται και τι όχι και τόσο. Κάθε διαλογικό κομμάτι είναι στημένο και ντεκουπαρισμένο με τον ίδιο, μονότονο, μανιερίστικο και τελικά ανιαρό τρόπο, που καθιστά τα κομμάτια αυτά ανιαρά και καθόλου λειτουργικά. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών, ενός πολύ καλού Κλάιβ Όουεν και μιας από τις καλύτερες Αμάντα Σέιφριντ που έχουμε δει, δεν μπορούν δυστυχώς να σώσουν τις σκηνές όπου η σκηνοθετική ματιά του Νίκολ ανακυκλώνεται και αδυνατεί να συνεπάρει.
Οφείλουμε, εντούτοις, να αναγνωρίσουμε στον Νίκολ ότι είναι ένας πολύ διαβασμένος σκηνοθέτης, που δεν κάνει απλές αμερικανιές. Τα σενάριά του έχουν βάθος και πολυπλοκότητα που δεν είναι συχνή στο σύγχρονο χολιγουντιανό σινεμά του φανταστικού. Η πλοκή είναι πάντοτε αριστοτεχνικά δοσμένη, οι χαρακτήρες πολύπλευροι και ο στοχασμός ενδιαφέρων. Αν, όμως, ο Νίκολ εμπιστευόταν τα σενάρια αυτά στα χέρια ενός ικανότερου σκηνοθέτη, όπως έκανε με τη Ζωντανή Μετάδοση, το 1998, το τελικό αποτέλεσμα θα ωφελούνταν σίγουρα πολύ.
Ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Κλάιβ Όουεν εδώ διαθέτει στοιχεία από κλασικό ντετέκτιβ του φιλμ-νουάρ (ο Φίλιπ Μάρλοου όπως τον ενσάρκωσε ο Μπόγκαρτ, για παράδειγμα) και γίνεται συμπαθής στο θεατή. Όμως, υπάρχει και μια αίσθηση επανάληψης, καθώς το παρελθόν του είναι κάπως κοινότοπο (ένας γιος που πέθανε, ένας διαλυμένος γάμος κ.λπ.), που δεν είναι ό,τι καλύτερο θα περιμέναμε από έναν ταλαντούχο σεναριογράφο όπως ο Νίκολ. Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ο χαρακτήρας της Αμάντα Σέιφριντ, μοιραίας γυναίκας με μαύρα μαλλιά (αλά Άβα Γκάρντνερ), ελκυστικής και αινιγματικής συγχρόνως.
Σκοτεινή, απαισιόδοξη σε όλο της το μήκος εκτός από το φινάλε, η ταινία δεν αφήνει περιθώρια για χιούμορ και χαβαλέ, όπως επιβάλλουν οι σύγχρονες χολιγουντιανές συνταγές. Δε γίνεται, ωστόσο, σοβαροφανής ή μελοδραματική, αλλά διαθέτει μια διακριτικά μελαγχολική ματιά πάνω στο δυσοίωνο μέλλον.
Αξιοθαύμαστα λιτή (τα 100 λεπτά διάρκειάς της είναι ακριβώς όσα χρειάζονται για μια τέτοια ιστορία), με μια εκπληκτική πρώτη σεκάνς και αδιαμφισβήτητες αρετές, η νέα ταινία του Άντριου Νίκολ δεν κερδίζει σε όλα τα σημεία, αλλά σε αφήνει ώς ένα βαθμό ευχαριστημένο. Έχει ωραίες ιδέες, που θα χρειάζονταν μια πιο τολμηρή σκηνοθετική άποψη για να απογειωθούν σε κάτι σπουδαίο. Έστω κι έτσι, όμως, πρόκειται για μια ταινία κλάσεις ανώτερη από ανεγκέφαλα φιλμ επιστημονικής φαντασίας που κατά καιρούς κατακλύζουν τις αίθουσες.