Στην πραγματική Ρωσία του Πούτιν

Στην πραγματική Ρωσία του Πούτιν

Κος Κανένας εναντίον Πούτιν (MrNobody Against Putin). Έγχρωμο πολιτικό ντοκιμαντέρ δανικής παραγωγής 2025, σε σκηνοθεσία των David Borenstein και Pavel Talankin. Συμπαραγωγή: Βρετανία, Γερμανία. Διανομή: Filmtrade/Tanweer. Διάρκεια: 90΄.  

Η ταινία Κος Κανένας εναντίον Πούτιν (Mr. Nobody Against Putin) είναι ένα πολιτικό ντοκιμαντέρ που παρακολουθεί τη σταδιακή μεταμόρφωση της καθημερινής ζωής σε μια μικρή ρωσική πόλη των Ουραλίων μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Είναι από εκείνα τα ντοκιμαντέρ που δεν προσπαθούν να σοκάρουν τον θεατή με υπερβολές αλλά τον κερδίζουν ακριβώς επειδή παραμένουν ανθρώπινα και ήσυχα. Μέσα από την καθημερινότητα ενός δασκάλου και σχολικού βιντεογράφου στη Ρωσία, του Πάβελ “Πάσα” Ταλάνκιν (Pavel “Pasha” Talankin), η ταινία δείχνει πώς η κρατική προπαγάνδα και ο μιλιταρισμός εισχωρούν σταδιακά στη ρωσική εκπαίδευση μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Γυρίστηκε την περίοδο 2022-2024, σε σκηνοθεσία του Ντέιβιντ Μπόρενσταϊν (David Borenstein) και του ίδιου του πρωταγωνιστή, Πάβελ Ταλάνκιν. Ο τελευταίος εργαζόταν το 2022 σε σχολείο της ρωσικής πόλης Καραμπάς, μικρού βιομηχανικού κέντρου κοντά στα Ουράλια, πόλης γνωστής κυρίως για τη βαριά μεταλλουργική βιομηχανία της και τα τεράστια προβλήματα ρύπανσης που είχε εξαιτίας της υπερβολικής εκβιομηχάνισης. Για χρόνια θεωρούνταν μία από τις πιο μολυσμένες περιοχές της Ρωσίας λόγω της εξόρυξης και της επεξεργασίας χαλκού. Η γκρίζα, απομονωμένη και μεταβιομηχανική ατμόσφαιρα της πόλης λειτουργεί ως συμβολικό υπόβαθρο της σημερινής Ρωσίας. Το Καραμπάς βρίσκεται πολύ μακριά από τη Μόσχα, παρ’ όλα αυτά το ρωσικό κράτος και η επίσημη κρατική ιδεολογία διαποτίζουν ολοκληρωτικά την καθημερινότητά του.

Το ντοκιμαντέρ βασίζεται εξ ολοκλήρου σε υλικό που κατέγραψε ο Ταλάνκιν στο σχολείο όπου εργαζόταν ως εκπαιδευτικός αλλά και, ταυτόχρονα, ως  βιντεογράφος και υπεύθυνος σχολικών εκδηλώσεων. Ο ίδιος ξεκίνησε να καταγράφει μυστικά τα «μαθήματα πατριωτισμού» που προωθούσαν την κρατική πολεμική προπαγάνδα της ρωσικής  κυβέρνησης στο πρόγραμμα του σχολείου, μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Για δυόμισι χρόνια βιντεοσκοπούσε την καθημερινότητα μαθητών και εκπαιδευτικών, ενώ παράλληλα έστελνε υλικό στον αμερικανό ντοκιμαντερίστα και παραγωγό Ντέιβιντ Μπόρενσταϊν, με τον οποίο συνδημιούργησε το ντοκιμαντέρ. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Sundance Film Festival τον Ιανουάριο του 2025, όπου απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής, ενώ αργότερα κέρδισε το βραβείο BAFTA και το φετινό Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ. Μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, ο Ταλάνκιν διέφυγε από τη Ρωσία, μεταφέροντας το βιντεοσκοπημένο υλικό του λαθραία στην Ευρώπη.

Η ταινία καταγράφει πώς το ρωσικό κράτος εισάγει όλο και πιο έντονα εθνικιστικά και στρατιωτικά στοιχεία στην εκπαίδευση, επιβάλλοντας φιλοπολεμικές εκδηλώσεις, μαθήματα «πατριωτικής και στρατιωτικής διαπαιδαγώγησης» και συστηματική ιδεολογική κατήχηση των μαθητών. Μέσα από την κάμερα του Ταλάνκιν, ο θεατής παρακολουθεί πώς η κρατική προπαγάνδα παύει να είναι κάτι αφηρημένο και μετατρέπεται σε μέρος της εκπαιδευτικής καθημερινότητας. Κεντρική μορφή του έργου, εκτός από τον ίδιο τον Ταλάνκιν, είναι ο καθηγητής Ιστορίας του σχολείου, ο οποίος εκφράζει ανοιχτά την ιδεολογία του νέου ρωσικού εθνικισμού: θαυμασμό για την κρατική ισχύ, περιφρόνηση προς τη Δύση, θετική αντιμετώπιση της σοβιετικής περιόδου και πίστη στην ιστορική αποστολή της Ρωσίας. Μέσα από τις ομιλίες και τη συμπεριφορά του αναδεικνύεται ένας βαθύτερος  εθνικισμός, μια ενιαία αφήγηση της ρωσικής Ιστορίας, όπου η σοβιετική περίοδος δεν αντιμετωπίζεται πλέον με αμφισημία ή κριτική διάθεση –όπως συνέβαινε συχνά στη μετασοβιετική Ρωσία των δεκαετιών του 1990 και του 2000– αλλά απορροφάται σε μια ευρύτερη κρατική μυθολογία. Επιπλέον, ο καθηγητής δεν διδάσκει απλώς μια εθνικιστική εκδοχή της Ιστορίας, αλλά φαίνεται να θαυμάζει ανοιχτά πρόσωπα και πρακτικές της σοβιετικής καταστολής. Η αναφορά του στον Λαβρέντι Μπέρια –μια από τις πιο σκοτεινές μορφές του σταλινικού μηχανισμού τρόμου– δεν λειτουργεί ως ειρωνική ή κριτική νύξη, αλλά σχεδόν ως έκφραση σεβασμού προς την αποτελεσματικότητα της κρατικής ισχύος. Εκεί η ταινία γίνεται πραγματικά αποκαλυπτική. Δεν υπονοεί απλώς ότι η Ρωσία επιστρέφει σε αυταρχικές πρακτικές· δείχνει πως ένα μέρος της κοινωνίας αντιμετωπίζει πλέον αυτές τις πρακτικές ως φυσιολογικές ή ακόμη και επιθυμητές. Η σοβιετική παράδοση της απόλυτης κρατικής πειθαρχίας δεν παρουσιάζεται ως ιστορικό τραύμα, αλλά ως πρότυπο σταθερότητας και εθνικής δύναμης.

Μέσα από τη διδασκαλία του φιλοκαθεστωτικού καθηγητή, η Ευρώπη εμφανίζεται να μειονεκτεί έναντι της Ρωσίας μέσω ενός κυρίαρχου αντιδυτικού λόγου που φαίνεται να διαπερνά την επίσημη ρωσική αφήγηση. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή, ο καθηγητής Ιστορίας σχολιάζει περιφρονητικά τις ευρωπαϊκές κυρώσεις απέναντι στη Ρωσία, υποστηρίζοντας ότι τελικά «δεν θα υποφέρουμε εμείς αλλά οι Ευρωπαίοι», επειδή η Ρωσία διαθέτει φυσικούς πόρους και πρώτες ύλες που δεν διαθέτει η Δύση. Η οικονομική σύγκρουση παρουσιάζεται όχι απλώς ως πολιτική διαμάχη, αλλά ως απόδειξη της αυτάρκειας και της ιστορικής ανωτερότητας της Ρωσίας απέναντι σε μια «αδύναμη» Ευρώπη. Ακόμη πιο αποκαλυπτικές είναι οι ειρωνικές του αναφορές στους Ευρωπαίους: οι Γάλλοι, λέει, «τουλάχιστον τρώνε στρείδια και βατράχια, κάτι θα βρουν να φάνε στην αρχή», ενώ η Αγγλία περιγράφεται υποτιμητικά ως «ένα μικρό νησάκι» που δεν παράγει επαρκή προϊόντα και άρα δεν θα έχει τι να φάει. Αυτές οι φράσεις, που σε άλλη συγκυρία ίσως ακούγονταν γραφικές ή γελοίες, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία μέσα στο πλαίσιο της ταινίας. Δεν είναι απλώς προσωπικές προκαταλήψεις· αποτελούν έκφραση μιας βαθύτερης κρατικής νοοτροπίας που αντιμετωπίζει την Ευρώπη ως αδύναμη, εξαρτημένη και παρακμιακή, σε αντίθεση με μια Ρωσία που εμφανίζεται ως αυτάρκης, ανθεκτική και ιστορικά προορισμένη να επιβιώσει. Η ταινία δεν παρουσιάζει απλώς την κρατική προπαγάνδα ως μια σειρά από συνθήματα υπέρ του πολέμου· δείχνει πώς οικοδομείται μια συνολική ιδεολογική συνέχεια, όπου διαφορετικές και συχνά αντιφατικές ιστορικές περίοδοι συγχωνεύονται σε ένα αδιάσπαστο αφήγημα «ρωσικού μεγαλείου». Παράλληλα, το έργο φωτίζει και τον τρόπο με τον οποίο το καθεστώς οικοδομεί σχέσεις αφοσίωσης μέσω υλικών ανταμοιβών. Το γεγονός ότι ο φιλοκαθεστωτικός καθηγητής επιβραβεύεται με ένα νέο διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης λειτουργεί σχεδόν συμβολικά: η πολιτική πίστη μετατρέπεται σε κοινωνικό κεφάλαιο. Η εξουσία δεν στηρίζεται μόνο στο φόβο, στηρίζεται και σε ένα δίκτυο προνομίων για όσους αναπαράγουν την επίσημη ιδεολογία. Σε αυτό το σημείο, η ταινία θυμίζει έντονα τον τρόπο λειτουργίας της σοβιετικής νομενκλατούρας, όπου η πρόσβαση σε καλύτερη στέγαση, επαγγελματική ανέλιξη ή κοινωνική ασφάλεια εξαρτιόταν από τη σχέση με το κράτος. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι όλα αυτά παρουσιάζονται μέσα σε μια καθημερινότητα σχεδόν ήρεμη. Δεν βλέπουμε θεαματική κρατική βία· βλέπουμε ανθρώπους που αυτοπειθαρχούνται, που προσαρμόζονται, που γνωρίζουν σιωπηλά ποια είναι τα όρια. Αυτή ακριβώς η ατμόσφαιρα φόβου και εσωτερικευμένης συμμόρφωσης κάνει το ντοκιμαντέρ ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Ένα από τα στοιχεία που μεγεθύνουν την αντικειμενικότητά του στο πεδίο καταγραφής είναι η εικόνα τάξης και αξιοπρέπειας που αποπνέει το σχολικό περιβάλλον. Το σχολείο και οι μαθητές  της μικρής πόλης των Ουραλίων εμφανίζουν μια εικόνα ευπρέπειας, οργάνωσης και πειθαρχίας. Οι μαθητές, αγόρια και κορίτσια, είναι περιποιημένοι, ευγενικοί, σοβαροί και συμμετοχικοί στις σχολικές δραστηριότητες, ενώ οι τελετές και οι εκδηλώσεις οργανώνονται με σχεδόν τελετουργική επιμέλεια. Είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα επίπεδα της ταινίας, γιατί έρχεται σε αντίθεση με την εύκολη δυτική στερεοτυπική εικόνα μιας κοινωνίας αποδιοργανωμένης ή εξαθλιωμένης.

Ο Ταλάνκιν, αντιλαμβανόμενος σταδιακά τη σκοπιμότητα των παρεμβάσεων που βιντεοσκοπεί, υποβάλλει την παραίτησή του, συνειδητοποιώντας ότι συμμετέχει άθελά του στην κρατική προπαγάνδα. Τελικά, όμως, αλλάζει γνώμη και αποφασίζει να παραμείνει στο σχολείο και να κινηματογραφεί κρυφά όσα συμβαίνουν, αξιοποιώντας το γεγονός ότι το ρωσικό κράτος απαιτεί από τα σχολεία να καταγράφουν και να ανεβάζουν βίντεο από «πατριωτικές δραστηριότητες» σε κρατικές πλατφόρμες. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να κινηματογραφεί χωρίς να κινεί υποψίες. Καθώς όμως η πίεση αυξανόταν και εμφανίστηκαν ενδείξεις ότι παρακολουθούνταν από τις αρχές, διέφυγε κρυφά από τη Ρωσία το καλοκαίρι του 2024 με τη βοήθεια των παραγωγών της ταινίας. Σήμερα ζει στην Πράγα, προωθώντας το έργο του και μιλώντας για την ευθύνη και την ελευθερία σκέψης στη Ρωσία και διεθνώς.


 

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή