Απ’ ό,τι φαίνεται η Ανθρωπόκαινος δεν είναι και πολύ ωραίο μέρος για ύπνο, μονολογεί ο αφηγητής/συγγραφέας, παγιδευμένος σε ένα ασφυκτικό καλοκαίρι του Παρισιού, από αυτά των τελευταίων χρόνων, τα παρατεταμένα, τα ανυπόφορα ακόμη κι εκεί, βορειότερα από τους δικούς μας 40 βαθμούς Κελσίου.
Ο αφηγητής και συγγραφέας είναι ο Νικολάι Σουλτς, δανός κοινωνιολόγος, μόλις 34 ετών αλλά με ισχυρό ήδη αποτύπωμα επιδραστικής σκέψης. Γράφει σε πρώτο πρόσωπο, για το ταξίδι του στις ατομικές του ενοχές, αλλά και για την απόδρασή του από τον καύσωνα στο Πορκερόλ, ένα μεσογειακό νησί συνώνυμο της «βιώσιμης ανάπτυξης». Ένα ταξίδι που τον γεμίζει ερωτήματα και ακόμη περισσότερες τύψεις. Ένας παροξυσμός υπαρξιακού άγχους παρόμοιος της Ναυτίας του Σαρτρ θα τον καταλάβει, αλλά ο Σουλτς είναι ένας άνθρωπος της εποχής του, η ναυτία του προέρχεται από αίτια του παρόντος και του μέλλοντος στο οποίο κληρονομούμε ένα δυσβάστακτο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Δεν είναι μόνο ο καύσωνας που τον βασανίζει στο διαμέρισμά του στο Παρίσι. Είναι και η γνώση (ή ίσως απλά η φοβία) πως κάθε απόπειρά του να ξεφύγει από το βάσανο θα επιβαρύνει τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει. Ακόμη και το να γράψει κανείς είναι πράξη αντιπεριβαλλοντική, φωνάζει προς τον αναγνώστη από την αρχή, επειδή η παραγωγή χαρτιού και γραφικής ύλης γενικά απελευθερώνει βλαβερές πτητικές οργανικές ενώσεις – δίνει και τη σχετική βιβλιογραφία στην υποσημείωση για να μην τον θεωρήσει ο αναγνώστης υπερβολικό, υστερικό. Κι αμέσως μετά αρχίζει μια κατά μέτωπο επίθεση, προς τον εαυτό του, τον Δυτικό άνθρωπο, τον ίδιο τον αναγνώστη: «αντιλαμβάνομαι πως η ύπαρξη μέσα στον κόσμο με εμπλέκει βαθιά στην καταστροφή. Κάθε μέρα συνειδητοποιώ πως το πρόβλημα είμαι εγώ», φωνάζει και εξηγεί:
Τώρα ό,τι κάνω έχει συνέπειες σε μέρη όπου δεν έχω πάει ποτέ και πιθανόν δεν έχω καν διανοηθεί να επισκεφτώ, αφορά ανθρώπους που δεν έχω συναντήσει ποτέ και τις ζωές τους μετά βίας μπορώ να φανταστώ. […] Κι ωστόσο είμαι εδώ, μέσα στο βιοπορισμό τους, και επηρεάζω τη δυνατότητά τους να τρώνε, να πίνουν, να ανασαίνουν και να ζουν, και όλα αυτά οφείλονται στην ύπαρξή μου, στην ελευθερία μου και στον τρόπο ζωής μου. Ζω τη ζωή μου εις βάρος της δικής τους, αυτό το καλοκαιρινό βράδυ με τον καύσωνα.
Πώς καταστρέφουμε τον πλανήτη
Νιώθεις άβολα αρχικά διαβάζοντας αυτή την απολογία. Ακόμη κι αν αποδέχεσαι ως αναγνώστης ότι πράγματι ζούμε στην Ανθρωπόκαινο Εποχή, μια γεωλογική περίοδο που έχει χαρακτηριστεί έτσι αυθαίρετα (και εξακολουθεί να μην γίνεται τύποις αποδεκτή από τους αρμόδιους χρονογράφους της ζωής του πλανήτη), αλλά βάσιμα. Είναι μια εποχή που διαφέρει από την προηγούμενη, την Ολόκαινο, επειδή έχει απωλέσει τις σταθερές, επειδή ο πλανήτης αλλάζει πρόσωπο και το κάνει επιταχυνόμενα, στον πυρετό του (το κλίμα) και τη σύστασή του (τη λεγόμενη βιοποικιλότητα, το εύρος και την ακμαιότητα των έμβιων ειδών που κατοικούν εντός του). Είναι μια εποχή που καθημερινά αφήνει στίγμα, χαρακιές, παντού γύρω μας, και κινητήριος μοχλός αυτών των πληγών είναι ένας, ένα είδος, ο Άνθρωπος.
Αλλά ακόμη κι αν αναγνωρίζεις αυτή την επίδραση του Ανθρώπου, ακόμη κι αν ανήκεις σε αυτούς που καταγράφουν τις πληγές, ακόμη κι αν ο πλανήτης για εσένα είναι κάτι ενιαίο που αναπνέει (μια βιόσφαιρα για να επιστρέψουμε 100 χρόνια πριν στην υπαρξιακή σύνθεση που ανέπτυξε ο Βλάντιμιρ Βερνάντσκι1), ακόμη και τότε, αυτή η ομολογία σε ενοχλεί. Γιατί εσύ, ο αναγνώστης, που αποδέχεσαι την ευθύνη του Ανθρώπου, που γνωρίζεις πως η βιόσφαιρα έχει εξελιχθεί σε «νοόσφαιρα» από τις συνειδητές ανθρώπινες πράξεις, νομίζεις πως ο ένοχος Άνθρωπος είναι βασικά «οι άλλοι», οι μη συνειδητοποιημένοι. Ή οι ιθύνοντες. Αλλά όχι εσύ, ο διαβασμένος, ο γνωστικός, ο υπεύθυνος πολίτης. Νομίζεις. Και τότε νιώθεις ξαφνικά, διαβάζοντας, λίγη από τη Ναυτία της Γης, όχι αυτή του Σαρτρ, αλλά αυτή τη στεριανή ζάλη που νιώθουν όσοι πατούν τα πόδια τους στο έδαφος έπειτα από παρατεταμένο θαλασσινό ταξίδι. Η θάλασσα, το κύμα, οι άνεμοι δημιουργούν μια αίσθηση ροής, μια απουσία σταθερότητας, μια ανάγκη αναπροσαρμογής. Η στερεά γη κάτω από τα πόδια σου γίνεται στην συνέχεια μια ψευδαίσθηση, μια πλάνη ασφάλειας.
Ο Σουλτς ακολουθεί την συμβουλή ενός φίλου και δραπετεύει στο Πορκερόλ, το (πραγματικό) νησί που θεωρείται ότι εκτίμησε άριστα την φέρουσα τουριστική του ικανότητα. Έχει όμως τουρίστες, που απαιτούν. Έχει διαφωνίες ως προς το μέγεθος της τουριστικής ανάπτυξης και το αποτύπωμά της, μεταξύ των ντόπιων – αλλά πώς ορίζεις τον ντόπιο; σε ποιον χρονικό ορίζοντα; Ο συγγραφέας θα αναζητήσει μια ερημική παραλία, επειδή επιθυμεί να μην ανήκει στους απρόσωπους τουρίστες. Αλλά σε ποιον ανήκει η ερημική παραλία; Μια «ιθαγενής» μεγάλης σχετικά ηλικίας θα θέσει τα όρια: ετούτη η παραλία είναι δική της, ή οφείλει να είναι. Όμως, όταν αρχίζει ο Άνθρωπος να οριοθετεί το χώρο, λησμονεί πως ο χώρος δεν είναι δικός του: ο χώρος, αυτό το λεπτό στρώμα γης και ατμόσφαιρας εντός του οποίου επιτρέπεται η διατήρηση ζωής, χώρος που είναι αποτέλεσμα της ζωής αυτής σε μια διαρκή διαπραγμάτευση ανάμεσα σε οντότητες που επιτρέπουν η μία στην άλλη να ζει, αυτή η «κρίσιμη ζώνη» κατά τον ορισμό του Μπρουνό Λατούρ (Bruno Latour), δεν ανήκει στον άνθρωπο, τον εμπεριέχει. Τον καλεί να intermixti, ergo sum. Με αμιγώς επιστημονικούς όρους, να αναγνωρίσει πως είμαστε «ολοβιώματα», τόσο ως σύσταση (πόσο δημοφιλές έχει γίνει το «μικροβίωμα» στην εποχή μας, έρμαιο γκουρού της ευεξίας, και πόσο ανεξερεύνητο παραμένει από την ίδια την επιστήμη ακόμη), όσο και ως συνεχιζόμενη αλληλεπίδραση.
Ο Σουλτς στο νησί θα αποπειραθεί να ξαναστήσει μια ατομική φιλοσοφία υπευθυνότητας. Έχει τα γνωστικά εργαλεία έχοντας θητεύσει δίπλα στον Μπρουνό Λατούρ2 – μαζί υπογράφουν το κύκνειο άσμα του τελευταίου, το (αμετάφραστο στην Ελλάδα, όπως απελπιστικά ανεπαρκώς μεταφρασμένος είναι γενικώς ο Λατούρ), On the Emergence of an Ecological Class: A Memo. Τον έχει βοηθήσει και η πανδημία να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο το μεμονωμένο άτομο δρα και επιδρά:
Αυτές οι τεχνητές μικροαπομονώσεις μας έμαθαν ότι πάντοτε αφήνουμε ίχνη. [...] Καθώς περπατάω μέσα στο σταθμό, νιώθω πως η πανδημία εστιάζει την προσοχή μου στα πολλαπλά χνάρια που μεταδίδω και αφήνω πίσω μου, στον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλουν το χώρο, πώς αποκλείουν συγκεκριμένα τμήματά του, επιτρέποντας σε κάποιον άλλον, κάπου ανάμεσα στις υπολειμματικές αυτές γραμμές, να συνεχίσει να αναπνέει ή εμποδίζοντάς τον [...] εμείς απλούστατα δεν εξαφανιζόμαστε ποτέ.
Ξεκινά λοιπόν από την ατομική ευθύνη:
Η ελευθερία δεν είναι η απουσία εμποδίων ούτε η απόσυρση στον εσωτερικό κόσμο, αλλά οι ηθικές σχέσεις με τους άλλους. Ελευθερία δεν είναι η αποκοπή από τις εξαρτήσεις, αλλά η καλλιέργεια καλύτερων μορφών τους, η ελευθερία δεν βρίσκεται ποτέ εκτός του χρόνου και του χώρου, βρίσκεται πάντοτε εντός της κοινωνίας και της ιστορίας, φτάνουμε σε αυτή μέσω της συμμετοχής και όχι της απόσυρσης…
Αναζητά τον τρόπο με τον οποίο θα τη μετασχηματίσει σε χρήσιμη, γνωρίζοντας πως η ιστορία έχει ξεπεράσει τα αρτηριοσκληρωτικά μοντέλα που κατηγοριοποιούν με βάση τα μέσα παραγωγής (εξ ου και οι νεομαρξιστές και οι οικο-μαρξιστές θα τον περιμένουν στη γωνία…): για παράδειγμα, το σύστημα παραγωγής είναι που μπορεί να γίνεται σύστημα καταστροφής για τη βιόσφαιρα του Πορκερόλ. Απαιτείται, υπογραμμίζει ο Σουλτς ξανά και ξανά, να φύγουμε από την έννοια της ανάπτυξης και να επαναπροσδιορίσουμε την έννοια της ευημερίας – ως περιφερειακοί παίκτες ενός έμβιου συνόλου, όχι ως ρυθμιστές. Υπάρχει μια νέα Αρχή πλέον στον πλανήτη, λέει ο Σουλτς, το Νέο Κλιματικό Καθεστώς του Λατούρ: έχουμε πάψει να γνωρίζουμε πλήρως από τι εξαρτάται η επιβίωσή μας, ποιο ακραίο καιρικό φαινόμενο ή ποιο εξωτικό παθογόνο ή ποιος απρόβλεπτος ρύπος θα μας απειλήσει σήμερα, αύριο.
Στην κατάληξή της, Η Ναυτία της Γης προσφέρει στον αναγνώστη μια ανάσα, όπως ανάσα είναι πάντα ο λόγος του Ίταλο Καλβίνο – ένα κομμάτι από τις Αόρατες Πόλεις έρχεται να διώξει τη Ναυτία και να φέρει απόφαση πράξης:
Αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. [...] να προσπαθήσουμε να μάθουμε και να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να τους δώσουμε διάρκεια, να τους δώσουμε χώρο,3
Είναι μια φωνή αγωνίας η Ναυτία της Γης, αγχωμένη, έντονη. Σου υπενθυμίζει (όπως και σε όσους επιμένουν αφελώς να ερμηνεύουν το παρόν με τους περιορισμένους όρους του παρελθόντος) ότι «καμιά ανθρώπινη κοινωνία, οσοδήποτε σοφή, διορατική, συνετή, προνοητική κι αν την φανταζόμαστε, δεν θα μπορούσε να έχει συλλάβει τις αντιδράσεις του συστήματος-γη στη δράση οκτώ ή εννιά δισεκατομμυρίων ανθρώπων»4. Η προσαρμογή στους καιρούς μας απαιτεί να κατανοήσουμε ότι οι καιροί δεν είναι «μας». Συνδιαμορφώνονται από ένα οικοσύστημα που δεν το έχει σε τίποτε να «μας» θεωρήσει παράσιτα και να μας πετάξει έξω. Άλλωστε, η κατά Φουκώ biopower μπορεί να ασκηθεί και από άλλους συμμετέχοντες στη βιόσφαιρα, όχι μόνο τον άνθρωπο.
Η Ναυτία της Γης κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αντίποδες. Η μετάφραση του Κώστα Σπαθαράκη επιτρέπει την πλήρη ισορροπία μεταξύ επιστημονικών όρων και αφηγηματικής ροής.