Η Ευρώπη σε έναν κόσμο γεωπολιτικής αστάθειας και οικονομικής επιβράδυνσης

Η Ευρώπη σε έναν κόσμο γεωπολιτικής αστάθειας και οικονομικής επιβράδυνσης

Η έκδοση Benchmarking Working Europe 2026 του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Συνδικάτων (ETUI) και της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (ETUC) αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες αποτιμήσεις της σημερινής κατάστασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού σχήματος. Το βασικό ερώτημα που διατρέχει το σύνολο της μελέτης είναι αν η Ευρώπη μπορεί να εξελιχθεί σε μια πραγματικά «στρατηγική» δύναμη σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από πολέμους, γεωπολιτικό ανταγωνισμό, ενεργειακές κρίσεις, τεχνολογικές μεταβολές και κλιματική αβεβαιότητα.

Η έκθεση περιγράφει μια Ευρώπη που βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλαπλές και αλληλοσυνδεόμενες πιέσεις. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, οι αμερικανικοί δασμοί, η αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και η άνοδος της Κίνας ως βιομηχανικής και τεχνολογικής υπερδύναμης υποχρεώνουν την ΕΕ να επανεξετάσει τις θεμελιώδεις παραδοχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε μεταπολεμικά. Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, η Ευρώπη αντιλαμβάνεται πλέον ότι οι διεθνείς αλληλεξαρτήσεις, που επί δεκαετίες θεωρούνταν πηγή σταθερότητας και ευημερίας, μετατρέπονται σταδιακά σε πηγή ευπάθειας. Η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, η ανάγκη προσφυγής στις κινεζικές πρώτες ύλες και τεχνολογίες, αλλά και η αβεβαιότητα γύρω από τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΕΕ επιχειρεί να αποκτήσει μεγαλύτερη «στρατηγική αυτονομία». Ωστόσο, η έκθεση διαπιστώνει ότι οι ευρωπαϊκές πολιτικές παραμένουν αποσπασματικές και συχνά αντιφατικές. Παρά την αυξανόμενη κρατική παρέμβαση και τη στροφή προς πιο ενεργητικές βιομηχανικές πολιτικές, η Ευρώπη μοιάζει να στερείται ενός συνεκτικού στρατηγικού οράματος. Η οικονομική εικόνα της ΕΕ παραμένει υποτονική. Η ανάπτυξη για το 2025 εκτιμάται μόλις στο 1,4%, με τις μεγαλύτερες οικονομίες — Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία — να κινούνται κοντά στη στασιμότητα. Η Ευρώπη συνεχίζει να υστερεί τόσο έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και της Κίνας σε ρυθμούς ανάπτυξης, επενδύσεις και τεχνολογική δυναμική.

Ιδιαίτερα ανησυχητική θεωρείται η κατάσταση των επενδύσεων. Παρά τις εκκλήσεις της έκθεσης Ντράγκι για δραστική αύξηση των επενδύσεων σε ψηφιακές τεχνολογίες, πράσινη μετάβαση και άμυνα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η επενδυτική δραστηριότητα στην Ευρώπη παραμένει χαμηλότερη ακόμη και από τα προ πανδημίας επίπεδα.  Οι συντάκτες της έκθεσης υποστηρίζουν ότι χωρίς μια μαζική επενδυτική ώθηση η Ευρώπη δεν θα μπορέσει να διατηρήσει ούτε την παραγωγική της βάση ούτε την κοινωνική της συνοχή.

Βιομηχανική πολιτική, πράσινη μετάβαση και οι αντιφάσεις της ευρωπαϊκής στρατηγικής

Η βιομηχανική αποδυνάμωση αποτελεί κεντρικό θέμα της μελέτης. Η ΕΕ έχει χάσει σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια θέσεις εργασίας στη μεταποίηση από το 2000, ενώ σε πολλούς κλάδους — ιδιαίτερα στην αυτοκινητοβιομηχανία — καταγράφονται απολύσεις και αναδιαρθρώσεις.  Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πιέζεται από το υψηλό ενεργειακό κόστος, τον κινεζικό ανταγωνισμό και τη χαμηλή εσωτερική ζήτηση. Η έκθεση επικρίνει την τάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προωθεί τον εξορθολογισμό του κανονιστικού πλαισίου (simplification) και την απορρύθμιση ως λύση για την ανταγωνιστικότητα. Οι συντάκτες προειδοποιούν ότι η χαλάρωση των κανονισμών μπορεί να οδηγήσει σε αποδυνάμωση κοινωνικών και περιβαλλοντικών προστασιών χωρίς να αντιμετωπίζει τα πραγματικά προβλήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Σημαντικό τμήμα της μελέτης αφιερώνεται στην «Καθαρή Βιομηχανική Συμφωνία» (Clean Industrial Deal), με την οποία η ΕΕ προσπαθεί να συνδυάσει την πράσινη μετάβαση με την ανταγωνιστικότητα. Ωστόσο, η μελέτη διαπιστώνει ότι η αρχική φιλοδοξία της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας έχει σταδιακά υποχωρήσει μπροστά στις πιέσεις της βιομηχανικής πολιτικής και του γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Η έμφαση μετατοπίζεται πλέον από την κλιματική φιλοδοξία προς τη βραχυπρόθεσμη προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης. Η ΕΕ χαλάρωσε ουσιαστικά τον στόχο πλήρους απαγόρευσης κινητήρων εσωτερικής καύσης έως το 2035, επιτρέποντας ευρύτερες εξαιρέσεις και καθυστερήσεις. Οι συντάκτες θεωρούν ότι αυτό στέλνει αντιφατικά μηνύματα προς τη βιομηχανία και τους καταναλωτές, ενώ κινδυνεύει να επιβραδύνει την ηλεκτροκίνηση ακριβώς τη στιγμή που η Κίνα αποκτά κυρίαρχη θέση στην αγορά ηλεκτρικών οχημάτων. Παράλληλα, η ΕΕ εξακολουθεί να υστερεί στην πορεία προς την απανθρακοποίηση. Αν και οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αυξάνονται, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου παραμένουν στάσιμες ή ακόμη και αυξάνονται σε αρκετούς τομείς. Η έκθεση σημειώνει ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να απομακρυνθεί από τους ίδιους τους κλιματικούς της στόχους.

Σημαντικό στοιχείο της ανάλυσης είναι η δημοσιονομική πολιτική. Παρά τη χαλάρωση των κανόνων για τις αμυντικές δαπάνες, πολλές χώρες συνεχίζουν να ακολουθούν ουσιαστικά περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές. Η έκθεση σημειώνει ότι οι δημόσιες επενδύσεις αυξάνονται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς , ενώ η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF) δημιουργεί κίνδυνο νέας επενδυτικής επιβράδυνσης. Η συζήτηση για τον νέο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ (2028-2034) αποκαλύπτει επίσης τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής στρατηγικής. Παρά τις αυξανόμενες απαιτήσεις σε άμυνα, τεχνολογία, πράσινη μετάβαση και κοινωνική πολιτική, ο συνολικός προϋπολογισμός παραμένει σχετικά περιορισμένος.  Στη μελέτη εκφράζονται φόβοι ότι οι κοινωνικές πολιτικές και η «δίκαιη μετάβαση» θα βρεθούν σε ανταγωνισμό με τις νέες προτεραιότητες ασφάλειας και ανταγωνιστικότητας.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της έκθεσης αφορά το ζήτημα των ευρωπαϊκών ομολόγων (Eurobonds). Οι συντάκτες υποστηρίζουν ότι η αποδυνάμωση της διεθνούς εμπιστοσύνης προς το δολάριο προσφέρει στην Ευρώπη μια ιστορική ευκαιρία. Η ΕΕ θα μπορούσε να εκδώσει μεγάλης κλίμακας «ασφαλή ευρωπαϊκά περιουσιακά στοιχεία», χρηματοδοτώντας έτσι δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές, πράσινη μετάβαση, άμυνα και τεχνολογία με χαμηλό κόστος δανεισμού. Ωστόσο, η έκθεση θεωρεί ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν επιδεικνύουν την απαραίτητη πολιτική τόλμη. Παρά τις συζητήσεις περί «στρατηγικής αυτονομίας», οι πραγματικές πρωτοβουλίες παραμένουν περιορισμένες και αποσπασματικές.

Εργασία, κοινωνικό κράτος και το μέλλον του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου

Στο κοινωνικό επίπεδο, η εικόνα χαρακτηρίζεται ως «μικτή». Η ανεργία παραμένει σχετικά χαμηλή και οι αγορές εργασίας εμφανίζουν ανθεκτικότητα. Ωστόσο, οι πραγματικοί μισθοί σε πολλές χώρες εξακολουθούν να μην έχουν επανέλθει στα επίπεδα πριν από την πανδημία.  Οι αυξήσεις στις τιμές των υπηρεσιών, της στέγασης και των τροφίμων συνεχίζουν να πιέζουν τα νοικοκυριά. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αύξηση της εργασιακής ανασφάλειας και στην υποβάθμιση της ποιότητας της εργασίας. Η ψηφιοποίηση και η αλγοριθμική διαχείριση δημιουργούν νέες μορφές ελέγχου και ψυχολογικής πίεσης στους εργαζομένους. Παράλληλα, οι ανισότητες φύλου παραμένουν έντονες, με τις γυναίκες να συγκεντρώνονται σε χαμηλότερα αμειβόμενους και πιο επισφαλείς τομείς εργασίας.

Η έκθεση προειδοποιεί επίσης για την άνοδο της «εργαζόμενης φτώχειας». Η εργασία δεν εγγυάται πλέον αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο για σημαντικό μέρος των Ευρωπαίων πολιτών. Οι δαπάνες στέγασης, ειδικά στις μεγάλες πόλεις, λειτουργούν ως επιταχυντής κοινωνικών ανισοτήτων και αποκλεισμού. Σημαντική είναι επίσης η κριτική προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αν και η ΕΚΤ αναγνωρίζει πλέον ότι η κλιματική αλλαγή και ο γεωπολιτικός κατακερματισμός επηρεάζουν βαθιά τη νομισματική πολιτική, δεν έχει αναπτύξει ακόμη ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο συντονισμού με τις δημοσιονομικές και βιομηχανικές πολιτικές της ΕΕ.

Σε πολιτικό επίπεδο, η έκθεση προειδοποιεί ότι η επιτυχία της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης εξαρτάται από τη διατήρηση της κοινωνικής νομιμοποίησης. Εάν οι πολίτες αισθανθούν ότι οι μεταρρυθμίσεις οδηγούν σε μεγαλύτερη ανασφάλεια, ανισότητες ή υποβάθμιση της ζωής τους, τότε θα ενισχυθούν οι αντιδράσεις και οι λαϊκιστικές δυνάμεις. Γι’ αυτόν τον λόγο, το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο και η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ETUC και η ETUI)  δίνουν ιδιαίτερη σημασία στις κοινωνικές προϋποθέσεις των δημόσιων χρηματοδοτήσεων και συμβάσεων. Υποστηρίζουν ότι οι δημόσιοι πόροι πρέπει να συνδέονται με ποιοτικές θέσεις εργασίας, συλλογικές συμβάσεις, δικαιώματα εργαζομένων και κοινωνικά κριτήρια. Αναφορά γίνεται επίσης στον επικείμενο «Νόμο για τις Ποιοτικές Θέσεις Εργασίας» (Quality Jobs Act), που θεωρείται κρίσιμη ευκαιρία για την ενίσχυση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.  Οι συντάκτες θεωρούν ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να οικοδομήσει στρατηγική αυτονομία μόνο μέσω άμυνας, δασμών ή βιομηχανικής πολιτικής· χρειάζεται και ένα ισχυρό κοινωνικό συμβόλαιο.

Το γενικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι μάλλον ανησυχητικό αλλά όχι απαισιόδοξο. Η Ευρώπη διαθέτει ακόμη σημαντικά πλεονεκτήματα: υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ισχυρές κοινωνικές δομές, τεχνολογικές δυνατότητες, θεσμούς συνεργασίας και εμπειρία διακρατικής διακυβέρνησης. Όμως, για να επιβιώσει ως αυτόνομος γεωπολιτικός και κοινωνικός πόλος, χρειάζεται βαθύτερες αλλαγές στη χρηματοδότηση, στη βιομηχανική στρατηγική, στις επενδύσεις και στη δημοκρατική νομιμοποίηση των πολιτικών της. Η «στρατηγική Ευρώπη» που περιγράφεται στην έκθεση Benchmarking Working Europe 2026 δεν είναι ακόμη πραγματικότητα. Είναι περισσότερο ένα ανοιχτό ερώτημα: μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να συνδυάσει ανταγωνιστικότητα, κοινωνική προστασία, δημοκρατία και πράσινη μετάβαση σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο συγκρουσιακός; Η απάντηση, σύμφωνα με την έκθεση, θα εξαρτηθεί από το αν η Ευρώπη θα επιλέξει τον δρόμο της συλλογικής επένδυσης και κοινωνικής συνοχής ή αν θα εγκλωβιστεί σε μια πολιτική συνεχούς διαχείρισης κρίσεων και περιορισμένων φιλοδοξιών.

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή