Η δικτατορία του Μεταξά και το τέλος της βολικής Ιστορίας

Η δικτατορία του Μεταξά και το τέλος της βολικής Ιστορίας

Από τη μεταξική γενιά του ’30 στο σοκ που προκάλεσε το Big Bang των Καλύβα – Τριανταφύλλη

Η μεταπολιτευτική κουλτούρα έχει επιλέξει έναν ιδιαίτερα βολικό τρόπο να θυμάται ορισμένες ιστορικές περιόδους. Οι εποχές μετατρέπονται σε απλουστευμένες αφηγήσεις με αυστηρές διαχωριστικές γραμμές: από τη μία το σκοτάδι, από την άλλη το φως· από τη μία η καταπίεση, από την άλλη η αντίσταση. Μόνο που η πραγματική ιστορία των κοινωνιών δεν λειτουργεί σχεδόν ποτέ έτσι. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να εργάζονται, να γράφουν, να δημιουργούν, να συμβιβάζονται, να συγκρούονται, να μετακινούνται ιδεολογικά ακόμη και μέσα στα πιο αυταρχικά καθεστώτα. Και αυτή ακριβώς η γκρίζα, αντιφατική περιοχή είναι που προκαλεί αμηχανία σε όσους προτιμούν την Ιστορία ως εργαλείο ιδεολογικής και ηθικής επιβεβαίωσης.

Γι’ αυτό και βιβλία όπως το Big Bang 1970–1973 των Στάθη Καλύβα και Νατάσσας Τριανταφύλλη ενόχλησαν τόσο έντονα. Όχι επειδή αρνήθηκαν τον αυταρχισμό της δικτατορίας, αλλά επειδή τόλμησαν να περιγράψουν ταυτόχρονα και την κοινωνική πραγματικότητα που συνέχιζε να λειτουργεί μέσα σ’ αυτή. Κάτι, δηλαδή, που η ιδεολογική ανάγνωση της Ιστορίας δυσκολεύεται να ανεχθεί: ότι ακόμη και μέσα σε καθεστώτα καταστολής παράγονται πολιτισμός, αισθητικές αναζητήσεις, εκδοτικά εγχειρήματα, ιδεολογικές μετατοπίσεις και σχέσεις αφομοίωσης ανάμεσα στην εξουσία και τη διανόηση.

Η περίπτωση της μεταξικής δικτατορίας αποτελεί ίσως το πιο αποκαλυπτικό ελληνικό παράδειγμα αυτής της ιστορικής πολυπλοκότητας. Αν δει κανείς ψυχρά τα πρόσωπα και τις διαδρομές θα διαπιστώσει ότι οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της λογοτεχνικής και πνευματικής ζωής της χώρας δεν βρίσκονταν εκτός του συστήματος. Ο Κωστής Μπαστιάς οργανώνει την κρατική πολιτιστική πολιτική. Ο Παντελής Πρεβελάκης συνεργάζεται στις Καλές Τέχνες. Ο Άγγελος Τερζάκης στο Βασιλικό Θέατρο. Ο Γιώργος Σεφέρης υπηρετεί στο Γραφείο Εξωτερικού Τύπου υπό τον Θεολόγο Νικολούδη. Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Τέλλος Άγρας, ο Στράτης Μυριβήλης, ο Πέτρος Χάρης, ο Αντρέας Καραντώνης, ο Μ. Καραγάτσης, πρόσωπα που αργότερα ενσωματώθηκαν σχεδόν μυθολογικά στην εθνική λογοτεχνική αφήγηση, κινούνται μέσα σε ένα πεδίο σχέσεων με το καθεστώς πολύ πιο σύνθετο από την εκ των υστέρων αφήγηση περί «αντίστασης» και «συνεργασίας».

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η δικτατορία του Μεταξά υπήρξε «αθώα», «ήπια» ή πολιτικά ουδέτερη. Οι διώξεις, η λογοκρισία, η αστυνομική επιτήρηση, η ΕΟΝ, η ιδεολογική χειραγώγηση και ο αυταρχικός κρατικός μηχανισμός υπήρξαν απολύτως πραγματικά. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ύπαρξη αυτών των στοιχείων χρησιμοποιείται για να εξαφανίσει όλα τα υπόλοιπα. Διότι τότε η Ιστορία παύει να λειτουργεί ως πεδίο κατανόησης και μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής και ιδεολογικής κατανομής ρόλων.

Και ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι μεγάλο μέρος αυτής της συνύπαρξης είχε προετοιμαστεί ήδη πριν από το 1936. Η γενιά του ’30, παρά τις εσωτερικές της διαφορές, αναζητούσε συχνά ένα οργανικό πρότυπο «ελληνικότητας», μια πολιτισμική σύνθεση που θα ένωνε τον μοντερνισμό με την εθνική ιδιαιτερότητα. Αυτή ακριβώς η αναζήτηση μπορούσε εύκολα να συναντηθεί με τον ιδεολογικό λόγο ενός αυταρχικού εθνικού κράτους. Η αισθητική του «Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού», η ανάδειξη του Μακρυγιάννη ή του Περικλή Γιαννόπουλου, η μετατροπή της δημοτικής σε κρατικό εργαλείο εθνικής συνοχής, όλα αυτά δημιούργησαν ένα χώρο αμοιβαίας χρήσης, συμβιβασμών και ιδεολογικών επικαλύψεων.

Ο Μεταξάς αντιλήφθηκε πολύ γρήγορα ότι ένα καθεστώς δεν σταθεροποιείται μόνο με την αστυνομία, τη λογοκρισία και την καταστολή. Χρειάζεται και πολιτισμική νομιμοποίηση. Χρειάζεται να αφομοιώνει δημιουργικά τμήματα της κοινωνίας και ιδιαίτερα τη λογοτεχνική και πνευματική ελίτ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, με τη συμβολή του Κωστή Μπαστιά, το καθεστώς υποστήριξε ήδη από τον πρώτο χρόνο της δικτατορίας τη δημοτική ως εθνική γλώσσα. Η επιλογή αυτή είχε τεράστιο συμβολικό βάρος. Ένα βαθιά συντηρητικό και αυταρχικό κράτος υιοθετούσε τον δημοτικισμό, ένα αίτημα που για δεκαετίες είχε συνδεθεί με τον εκσυγχρονισμό και με τμήματα της προοδευτικής διανόησης.

Η κορύφωση αυτής της πολιτισμικής στρατηγικής ήρθε στα τέλη του 1938, όταν ο Μεταξάς ανέθεσε σε επιτροπή υπό τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη τη σύνταξη της επίσημης νεοελληνικής γραμματικής, έργο που ολοκληρώθηκε το 1941 και καθόρισε τη γλωσσική ιστορία της χώρας για δεκαετίες. Το γεγονός αυτό δημιούργησε ένα σχεδόν παράδοξο ιδεολογικό φαινόμενο: μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής γενιάς του ’30 αισθάνθηκε ότι ένα κεντρικό αίτημα του δημοτικισμού δικαιωνόταν μέσα από ένα αυταρχικό καθεστώς.

Η αμηχανία εκείνης της εποχής αποτυπώνεται σχεδόν ωμά στις ίδιες τις δημόσιες τοποθετήσεις των λογοτεχνών. Ο Πέτρος Χάρης μιλούσε ήδη από τον Οκτώβριο του 1936 για μια «μεγάλη νίκη της δημοτικής», ενώ λίγα χρόνια αργότερα, στο τεύχος 340 της Νέας Εστίας, ο Μ. Καραγάτσης εξήρε τον Μεταξά ως «τον πρώτο δημοτικιστή πρωθυπουργό». Πρόκειται για φράσεις σχεδόν αδιανόητες μέσα στη μεταγενέστερη μεταπολιτευτική αφήγηση, ακριβώς επειδή αποκαλύπτουν πόσο σύνθετες ήταν οι σχέσεις ανάμεσα στην πνευματική παραγωγή και την εξουσία.

Και αυτή η σύνθετη σχέση αποτυπώνεται ακόμη πιο καθαρά στον περιοδικό Τύπο της εποχής. Τα Νέα Γράμματα του Ανδρέα Καραντώνη, ίσως το σημαντικότερο και πιο πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό της γενιάς του ’30, αποτέλεσαν έναν από τους βασικούς χώρους εισαγωγής της νεωτερικής λογοτεχνικής ευαισθησίας στην Ελλάδα. Κι όμως, ακόμη και αυτό το περιοδικό, παρά τις σαφείς αποστάσεις του από τον χονδροειδή ιδεολογικό πυρήνα της δικτατορίας, επιχείρησε να επιβιώσει μέσα στο καθεστώς δημοσιεύοντας κυρίως φιλολογικά, αισθητικά και κριτικά δοκίμια, αποφεύγοντας τις άμεσες πολιτικές συγκρούσεις.

Το ίδιο συνέβη και με τη Νέα Εστία, μέσα από την οποία συνεχίστηκε μια έντονη πνευματική κινητικότητα, φιλοξενήθηκαν σημαντικά ονόματα της εποχής και διαμορφώθηκε ένα είδος ιδιότυπης πολιτισμικής κανονικότητας. Η λογοτεχνική ζωή δεν ανεστάλη. Αντιθέτως, σε ορισμένα επίπεδα οργανώθηκε, θεσμοθετήθηκε και απέκτησε κρατική στήριξη.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η στάση απέναντι στις συγκρατημένες μοντερνιστικές αναζητήσεις. Το καθεστώς επεδείκνυε ανοχή σε μορφές αισθητικής νεωτερικότητας που δεν αμφισβητούσαν άμεσα την πολιτική και κοινωνική τάξη. Το περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες και ο Αιμίλιος Χουρμούζιος από τη φιλολογική σελίδα της Καθημερινής επαινούσαν τη «διαύγεια της επισήμου αρχής», ενώ η ίδια η δικτατορία επιχειρούσε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως δύναμη πολιτισμικής ανασυγκρότησης και εθνικής αναγέννησης.

Εκεί ακριβώς αποτυγχάνει συνήθως η ιδεολογική ανάγνωση της Ιστορίας. Γιατί αναζητά καθαρές γραμμές σε εποχές όπου οι ίδιες οι κοινωνίες λειτουργούν μέσα σε αντιφάσεις. Θέλει τους διανοούμενους αποκλειστικά αντιστασιακούς ή αποκλειστικά συνεργάτες, ενώ η πραγματικότητα δείχνει ανθρώπους που μετακινούνται ανάμεσα σε φιλοδοξίες, αυταπάτες, εθνικές ιδέες, αισθητικές αναζητήσεις, φόβους, προσωπικές στρατηγικές και πραγματικές πολιτικές πιέσεις.

Η μεταπολιτευτική κουλτούρα δυσκολεύτηκε πολύ να αποδεχθεί αυτή την πολυπλοκότητα, επειδή οικοδόμησε μεγάλο μέρος της νομιμοποίησής της πάνω σε μια απλουστευμένη εικόνα του παρελθόντος. Έτσι, κάθε προσπάθεια να περιγραφεί μια δικτατορία και ως κοινωνικός ή πολιτισμικός χώρος εκλαμβάνεται σχεδόν ως ιδεολογική προδοσία. Σαν να υπάρχει φόβος ότι η αναγνώριση της ιστορικής πολυπλοκότητας θα οδηγήσει αυτομάτως σε ηθική αθώωση.

Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η μονοδιάστατη αφήγηση είναι εκείνη που τελικά αθωώνει το παρελθόν, επειδή το απλοποιεί τόσο πολύ ώστε το καθιστά ακίνδυνο. Οι κοινωνίες όμως δεν λειτουργούν ποτέ ως ασπρόμαυρες τοιχογραφίες. Μέσα ακόμη και στις πιο αυταρχικές περιόδους συνεχίζουν να παράγονται βιβλία, περιοδικά, φιλίες, αισθητικές διαμάχες, καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, πολιτισμικές μετατοπίσεις και ιδεολογικές συγχύσεις. Το να το αναγνωρίζει κανείς δεν σημαίνει σχετικισμός. Σημαίνει ότι αντιμετωπίζει την Ιστορία ως πραγματικότητα και όχι ως θεατρική αναπαράσταση προκατασκευασμένων ιδεών.

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή