Άποψη πρώτη: νεωτερικός συντηρητισμός

Άποψη πρώτη: νεωτερικός συντηρητισμός

To Ποτάμι επέλεξε να πρωτοτυπήσει εν όψει των ευρωεκλογών με το περιπαικτικό σποτ Η πρώτη φορά (σκηνοθεσία: Πάνος Κοκκινόπουλος) που δημιούργησε θύελλα –κυρίως αρνητικών– αντιδράσεων. Η βασική κατηγορία που διατυπώθηκε εναντίον του είναι ότι χρησιμοποιεί τον γνωστό διαφημιστικό τρόπο διασύνδεσης της γυναίκας και της σεξουαλικότητάς της με την προώθηση του ποθούμενου προϊόντος, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση είναι η ψήφος (στο Ποτάμι). Οι απόψεις περί σεξισμού εναντίον των γυναικών που διατυπώθηκαν ακόμη και από μέλη του ίδιου του κόμματος επιχειρείται ήδη να αντιμετωπιστεί με νέο σποτάκι, που δείχνει έναν νεαρό να μιλάει για «την πρώτη φορά που ένιωσε άντρας».

Κατ’ αρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει μια μακρά «παράδοση» στην εγχώρια πολιτική διαφήμιση να χρησιμοποιεί στρατηγικές διακωμώδησης για να περάσει το όποιο μήνυμά της. Συνήθως όμως αυτές οι στρατηγικές συνοδεύουν αρνητικές διαφημίσεις, μηνύματα δηλαδή που δυσφημούν τον αντίπαλο, είτε για ηθικό και εθνικό έλλειμμα είτε για αναξιοπιστία. Είναι ίσως η πρώτη φορά που ένα χιουμοριστικό κατά βάση πολιτικό σποτ δεν απευθύνεται στους (αναποφάσιστους) ψηφοφόρους αρνητικά, επιχειρώντας να πολώσει το πολιτικό κλίμα, αλλά επιχειρεί κατ’ αρχήν να  κάνει αυτό το ίδιο ελκυστικό για όσους δεν έχουν ψηφίσει ακόμη (νέους) ή δεν θέλουν πια να ψηφίζουν (οργισμένους πολίτες ή απλά απολίτικους). Το κατά πόσο τα συγκεκριμένα σποτ καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα χαριτωμένο αίσθημα μέσα από τη μεταφορά της εκλογικής με τη σεξουαλική πράξη είναι ένα ζητούμενο που δεν μπορεί παρά να εξακριβωθεί παρά μόνο στην κάθε περίπτωση θεατή/πολίτη.

Οι κατηγορίες πάντως περί σεξισμού, σε μεγάλο βαθμό, είναι ανυπόστατες. Ο διαφημιστικός κώδικας πράγματι έχει σε πληθώρα παραδειγμάτων χρησιμοποιήσει το στερεότυπο της γυναίκας ως σεξουαλικό αντικείμενο που η κατάκτηση-υποταγή του ταυτίζεται με την κατανάλωση του διαφημιζόμενου προϊόντος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν γίνεται καμία τέτοια αντικειμενικοποίηση της γυναίκας. Αντίθετα, τόσο η νέα γυναίκα που μιλάει για τη φορτισμένη ιδεοληπτικά στιγμή του τέλους της παρθενίας όσο και η μεγάλη κυρία που απέχει από το σεξ λόγω κακής εμπειρίας του παρελθόντος καθίστανται υποκείμενα της αφήγησης και της όποιας επιλογής (η μεγάλη κυρία μάλιστα επιζητεί ρητώς κάποιον που να μην την καπελώνει, ενώ η νεαρή θέλει να τη σέβεται). Εάν μπορεί κανείς να διακρίνει ένα κεντρικό ζήτημα στα σποτάκια αυτά δεν είναι ο έντονος σεξισμός τους εναντίον των γυναικών, αλλά ο συντηρητισμός που εκπέμπουν όσα  λένε οι πρωταγωνίστριές τους. Η μεν νεαρή πρωταγωνίστρια ουσιαστικά περιγράφει το γνωστό πριγκηπικό ιδεώδες εραστή (εμπιστοσύνη, οικειότητα, ασφάλεια), η δε ηλικιωμένη ελπίζει εμμέσως πλην σαφώς ότι βρίσκει επιτέλους αυτό το ιδεώδες ύστερα από καιρό στο πρόσωπο του Σταύρου Θεοδωράκη.

Ο σοβαροφανής τελικά μελοδραματισμός των δύο σποτ τα καθιστά πολύ λιγότερο χαριτωμένα και ενδιαφέροντα από την αντίστοιχη πρωτότυπη βερσιόν του αμερικανικού σποτ υπέρ του Ομπάμα, όπου πρωταγωνιστεί μια γνωστή τηλεοπτική σταρ (Λένα Ντάναμ), η οποία απηχεί όλο τον περιπαικτικό αναστοχασμό που καταγράφεται από τη δεκαετία του 1990 στη δημοφιλή αμερικανική κουλτούρα για τη γυναικεία-σεξουαλική ταυτότητα, με σειρές όπως το Sexandthecity και πιο πρόσφατα το Girls. Κατά συνέπεια, η αδυναμία του σποτ να συμμετάσχει σε αυτόν τον «ψαγμένο» εξαμερικανισμό γύρω από τη ρευστότητα και την αμφισβήτηση των σεξουαλικών προτύπων, το καθιστά για πολλούς βαρετό και σίγουρα ευάλωτο σε πιο χαριτωμένα διαδικτυακά σχόλια από το ίδιο το περιεχόμενό του.

Είναι πάντως σημαντικό να διακρίνουμε το συντηρητισμό από τον σεξισμό. Η διαφήμιση του Ποταμιού απλώς συμβάλλει σε αυτό που έχουμε εδώ και καιρό παρατηρήσει την εποχή της κρίσης: στη σεξουαλικοποίηση του πολιτικού λόγου. Στην περίπτωση των δύο συγκεκριμένων σποτ, έρωτας και πολιτική αποκτούν σαφή μεταφορική και μετωνυμική διασύνδεση. Το σεξ ταυτίζεται με την πολιτική χειραφέτηση, το προσωπικό ανάγεται σε πολιτικό για άλλη μια φορά. Για να θυμηθούμε τον Μισέλ Φουκώ, τα σποτάκια αυτά απηχούν ωραιότατα τον νεωτερικό λόγο για τη σεξουαλικότητα, ο οποίος δεν την περιστέλλει ούτε την καταστέλλει αλλά, αντιθέτως, την καθιστά  πράξη ανώτατης κοινωνικής και πολιτικής σημαντικότητας για να στηθεί γύρω της ολόκληρο πλέγμα γνώσης, ελέγχου και προώθησής της. Η εν λόγω «πρώτη φορά» κατευθύνει σαφέστατα τον ψηφοφόρο και την πολιτική συζήτηση σε μια ρομαντική θεώρηση της εξουσίας, ιδιωτικής και δημόσιας υφής.

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή