Δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που ξεκίνησαν με ποιητικούς ρυθμούς πριν αφοσιωθούν στον πεζό λόγο. Παραθέτω εντελώς ενδεικτικά κάποια ονόματα: Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ιάκωβος Καμπανέλης, Γιώργος Ιωάννου, Ρέα Γαλανάκη. Σ’ αυτούς, σύμφωνα με τα τελευταία μου ευρήματα, περιλαμβάνεται και ο Βάσος Δασκαλάκης (1897-1944).
Συμπτώσεις
Ο Πεσσόα, εν είδει διαθήκης, έγραφε: «Αν, σαν πεθάνω, θελήσετε να γράψετε τη βιογραφία μου, τίποτα πιο απλό. Δεν έχει παρά δυο ημερομηνίες – της γέννησης και του θανάτου μου. Ανάμεσα στη μια και την άλλη, όλες οι μέρες είναι δικές μου»¹.
Αν όμως θέλεις να μιλήσεις για ένα φίλο σου, η εναρκτήρια ημερομηνία είναι εκείνη της πρώτης συνάντησης, η αρχή της γνωριμίας και της μετέπειτα πορείας.
Ξεφυλλίζοντας το ταπεινό τομίδιο του Καζαμία 1871, έπεσα στο ποίημα ενός δεκαοχτάχρονου για το μέγιστο μνημείο των Αθηνών. Το στιχούργημα συνδέεται με τη σημερινή επικαιρότητα αλλά δεν επιβιώνει καλλιτεχνικά. Η γλώσσα, οι επαναλήψεις και η διαδοχή των στίχων το υποβαθμίζουν, διατηρεί όμως κάτι από την αύρα της μακρινής εκείνης εποχής. Το όνομα του φερέλπιδος ποιητή έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Σπυρίδων Π. Λάμπρος (1851-1919) αντιπροσωπεύει, κατά έναν τρόπο, την πνευματική και πολιτική ζωή της Ελλάδας τα πρώτα εκατό χρόνια του ελεύθερου βίου της.
Ένα δημοσίευμα στον ετήσιο Ελληνικό Κόσμο 1916 της Αλεξάνδρας Αλβανοπούλου, με το οποίο η συγγραφέας υποδέχεται τον καινούργιο χρόνο με ακριβώς τριακόσιες λέξεις.
Στον Βάσια Γ. Τσοκόπουλο τον αναστηλωτή
Στη Γεωπονική Σχολή πρόλαβα, το 1962, να παρακολουθήσω το μάθημα της Φυτοπαθολογίας από τον καθηγητή Γιάννη Σαρεγιάννη. Ήταν ο τελευταίος χρόνος της διδασκαλίας του αλλά και της ζωής του. Προηγουμένως αγνοούσα τις επιστημονικές του εργασίες που ήταν πολλές και ενδιαφερόμουν κυρίως για τη λογοτεχνική του δραστηριότητα, διάσπαρτη, δημοσιευμένη σε παλιά λογοτεχνικά περιοδικά. Είχα προσεγγίσει τις μελέτες του για τον Καβάφη που αργότερα συγκεντρώθηκαν σε βιβλίο (Σχόλια στον Καβάφη) καθώς και άλλα ποικίλα κείμενά του (ποιήματα, κριτικές, ταξιδιωτικά κ.ά.).
Κάθε χρόνο η επέτειος θανάτου του Κώστα Καρυωτάκη (αυτοκτόνησε στις 21 Ιουλίου 1928, στην Πρέβεζα) γίνεται αφορμή να συζητηθεί η ζωή και το έργο του και να κατατεθούν νέα στοιχεία από τη συνεχιζόμενη φιλολογική έρευνα. Ανάμεσα στα σχετικά θέματα, περίοπτη θέση παίρνει συνήθως η σχέση του με τη Μαρία Πολυδούρη. Τις πρώτες δεκαετίες έπαιρναν μέρος και κατέθεταν την προσωπική τους ενθύμηση ομότεχνοί τους που είχαν γνωρίσει από κοντά το περιώνυμο ζευγάρι.
Ο δημοφιλής ηθοποιός που ήταν και γεωπόνος
Η αρχή και το τέλος του Ημερολογίου Κ. Φ. Σκόκου
«Αυτό το θελκτικό ιντερμέδιο της σκέψης: ένας επιγραμματικός αφορισμός, ένα γνωμικό, ένα απόφθεγμα».
Ντίμης Αποστολόπουλος
Έτρεχα τα πρώτα χιλιόμετρα συλλέγοντας φωνές, είχα ήδη ηχογραφήσει τρεις με τέσσερις χιλιάδες ωριαίες κασέτες, όταν άκουσα στο ραδιόφωνο το όνομα του Ντίμη Αποστολόπουλου. Η Χριστίνα Κουτσουδάκη παρουσίαζε στο Α΄ Πρόγραμμα της ΕΡΑ, το 1985, τριάντα περίπου χρόνια μετά την πρώτη μετάδοσή τους, τη σειρά των εκπομπών του, Το έργο τους και η φωνή τους.
Θεοχάρης Κυδωνάκης: επίμονος συλλέκτης και διασώστης πολιτισμού
Γενναιόδωρος τροφοδότης βιβλιοθηκών (δημόσιων αλλά και φίλων του), ανεβαίνει χωρίς αγκομαχητό στο ύψωμα των ενενήντα χρόνων του με αστείρευτη δίψα για ζωή, πηγαίο χιούμορ και νεανική ψυχή, συνεχίζοντας τις νέες συλλεκτικές του περιπέτειες.
Ένα άγνωστο “pas de deux” στην Τέχνη της Θεσσαλονίκης
To Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων οργάνωσε και πραγματοποίησε, επιτέλους, ειδικό αφιέρωμα στη μνήμη του Χρυσού Ευελπίδη (1895-1971). Κωνσταντινουπολίτης επιστήμονας και λόγιος, διετέλεσε δύο φορές βουλευτής Έβρου και υπουργός Γεωργίας και Οικονομικών. Ως εκλεγμένος καθηγητής δίδαξε Αγροτική Νομοθεσία και Πολιτική στην Πάντειο (1924-1951) και στη συνέχεια, έως το 1966, Γεωργική Οικονομία στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών. Παράλληλα συμμετείχε από νωρίς ενεργά στην πνευματική ζωή με πεζογραφήματα και άρθρα κοινωνικής κριτικής σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Η επιστημονική, πνευματική και κοινωνική του δραστηριότητα μοιράστηκε στα χρόνια πριν και μετά τον Πόλεμο.