Είναι κάποια πράγματα που η οικογένεια δεν τα μπορεί. Οι γονείς μου καλά γράμματα εγνώριζαν και ψυχανάλυση εδιάβαζαν, τη δεκαετία του 1950. Ήταν κοσμογυρισμένοι και πολύγλωσσοι, και οι φίλοι τους αντίστοιχοι. Κι όμως, στο σπίτι τους, και στο κοινωνικό τους περιβάλλον, τα αγόρια τους μεγάλωναν με τον φόβο μήπως εκπέσουν της αρρενωπότητας, που δεν ήταν απλώς το φύλο τους, ήταν το προνόμιό τους, μια ιδιαίτερη αξία και τα λοιπά και τα λοιπά, ας μη φλυαρώ για τα γνωστά. Έσχατη έκπτωση από αυτή την αξία, η ομοφυλοφιλία.
Έτσι μεγάλωναν και έτσι μεγαλώνουν τα αγόρια στην πολύ μεγάλη πλειονότητα των οικογενειών. Με τα του φύλου τους κλεισμένα μέσα στο πλατωνικό σπήλαιο της οικογένειας, από το οποίο άλλοι μπορούν να βγουν -με κόπο και βάσανο, όπως θυμούνται οι αναγνώστες της Πολιτείας- και άλλοι, οι περισσότεροι, όχι. Ο ερωτικός και ο συναισθηματικός (κάποτε και ο κοινωνικός) βίος των περισσότερων αγοριών και ανδρών είναι έτσι εξαρχής παγιδευμένος, και για αυτόν το λόγο πολύ συχνά τσακισμένος.
Είναι πολύ ισχυρά στερεότυπα αυτά, και κανείς δεν έχει δικαίωμα να πει (με την έννοια τού «να επιβάλει») στους γονείς το πώς θα αναθρέψουν τα παιδιά τους: cuius familia, eius religio, ο καθένας στη φαμίλια του με την ιδεολογία του.
Το σχολείο, αντίθετα, είναι χώρος ελευθερίας, μια ρυθμισμένη και υποβοηθούμενη έξοδος από την μερικότητα και την ιδιαιτερότητα των ιδεολογικών σπηλαίων. Ας μην το πετροβολούμε, όταν προσπαθεί να κάνει σωστά τη δουλειά του, επικαλούμενοι, εμφατικά, εκείνα ακριβώς τα στερεότυπα που αυτό θέλει να φέρει στα ίσα τους. Να τα σχετικοποιήσει, να κάνει έτσι ώστε να μην έχουν πάντα αυτά τον τελευταίο λόγο.
Προσθήκη νέου σχολίου