Ο Δεκέμβριος ήταν ένας πολύ κακός μήνας για τον πρόεδρο Τραμπ. Τόσο κακός που πολλοί στην Αμερική πιστεύουν ότι ζούμε την αρχή του τέλους της προεδρίας Τραμπ και της πολιτικής κυριαρχίας του αμερικανού προέδρου.
Η αρχή έγινε με την υπερψήφιση του νόμου που υποχρεώνει το υπουργείο Δικαιοσύνης να δώσει στη δημοσιότητα τον «φάκελο Έπστιν». Για να περάσει το νομοσχέδιο αυτό χρειάστηκε να γίνει ένας κοινοβουλευτικός ελιγμός που επιτεύχθηκε μόνο όταν αγνόησαν τις επιθυμίες του Τραμπ και ψήφισαν μαζί με τους Δημοκρατικούς βουλευτές δύο από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του Τραμπ: η βουλευτής Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, από την Τζόρτζια, και ο βουλευτής Τόμας Μάσι, από το Τενεσί.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης έπρεπε να δώσει στη δημοσιότητα το σύνολο του «φακέλου Έπστιν» ώς την Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου, κάτι που δεν έκανε. Αντ’ αυτού, δόθηκε στη δημοσιότητα γύρω στο 10% του συνόλου των αρχείων της υπόθεσης και πολλά απ’ αυτά ήταν λογοκριμένα και καλυμμένα με μαύρο μαρκαδόρο. Περίπου 50 σελίδες ήταν μαύρες κόλλες χαρτί.
Η αντίδραση από τα μέλη του Κογκρέσου ήταν άμεση και καταδικαστική. Μάλιστα πολλοί έσπευσαν να υπενθυμίσουν στην ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης ότι οποιαδήποτε αδικήματα πιθανόν να τελέσουν παραγράφονται μόνο μετά την πάροδο 5 ετών, όταν θα έχει ορκιστεί νέα κυβέρνηση, απειλώντας τους με τον τρόπο αυτό με ποινικές διώξεις μετά τη λήξη της θητείας τους.
Το αποτέλεσμα αυτού του θεάτρου του παραλόγου είναι ότι ακόμη και οι πιο αφοσιωμένοι ή/και φανατικοί οπαδοί του Ντόναλντ Τραμπ είναι πλέον πεπεισμένοι ότι ο «φάκελος Έπστιν» περιέχει επιβαρυντικά στοιχεία για τον πρόεδρο των ΗΠΑ: γιατί αλλιώς θα προσπαθούσε τόσο σθεναρά και με τέτοιο δημόσιο τρόπο να εμποδίσει τη δημοσιοποίηση του;
Η δεύτερη πηγή έντασης και δυσαρέσκειας εναντίον του προέδρου των ΗΠΑ είναι το φλέγον ζήτημα του κόστους της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των χαμηλόμισθων Αμερικανών. Με το πολυνομοσχέδιο που πέρασε το καλοκαίρι η πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών («Big Beautiful Bill») περικόπτονται οι επιδοτήσεις για την αγορά ασφαλιστικής κάλυψης που παρείχε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, στο πλαίσιο του νόμου Obamacare, σε χαμηλόμισθους πολίτες, και η τιμή αυτών των ασφαλιστικών συμβολαίων θα διπλασιαστεί μετά την 1η Ιανουαρίου για περίπου 20 εκατομμύρια Αμερικανούς.
Ο λόγος που οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο μπλόκαραν την ψήφιση του προϋπολογισμού και έκλεισε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση για 45 ημέρες ήταν ακριβώς για να ακυρωθεί αυτή η διάταξη του νόμου και να αποκατασταθούν οι επιδοτήσεις του Obamacare. Εάν αυτό δεν γίνει, υπολογίζεται ότι 20 εκατομμύρια ασφαλισμένοι Αμερικανοί θα μείνουν χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη γιατί δεν θα μπορούν να πληρώσουν το κόστος της ασφάλισής τους.
Στο τέλος, οι Δημοκρατικοί έκαναν πίσω, ψηφίστηκε ο προϋπολογισμός και άνοιξε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Όμως η σύγκρουση, που κυριάρχησε στα δελτία ειδήσεων για 45 ημέρες, έβαλε το θέμα του κόστους της ιατρικής ασφάλισης στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Ακόμη και οι πιο απολιτίκ και αδιάφοροι για τα κοινά Αμερικανοί πληροφορήθηκαν την επικείμενη εξώθηση εκατομμυρίων συμπολιτών τους εκτός ιατροφαρμακευτικής ασφάλισης.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι στις δημοσκοπήσεις της περασμένης εβδομάδας περίπου το 69% των Αμερικανών που ερωτήθηκαν θεωρούν ότι ο Τραμπ έχει αποτύχει στην πολιτική για την υγεία ενώ μόνο περίπου το 29% εγκρίνει την πολιτική του στον συγκεκριμένο χώρο.
Και τα παραπάνω είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Το «παγόβουνο» είναι η οικονομία.
Οι δασμοί που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ από την άνοιξη είχαν αποτέλεσμα να αυξηθεί και πάλι (στο 3%) ο πληθωρισμός, που είχε αρχίσει να υποχωρεί αισθητά από πέρυσι το χειμώνα. Η αγορά εργασίας έχει επιβραδυνθεί και τον Οκτώβριο σημειώθηκε αύξηση της ανεργίας ενώ έχει ανακοπεί η αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων που άρχισε τον τελευταίο χρόνο της διακυβέρνησης Μπάιντεν. Τέλος, υπολογίζεται ότι το 90% της φετινής μεγέθυνσης του αμερικανικού ΑΕΠ οφείλεται στις επενδύσεις σε εξοπλισμό και υπολογιστικά κέντρα τεχνητής νοημοσύνης. Χωρίς αυτές τις επενδύσεις, η αμερικανική οικονομία κατά πάσα πιθανότητα θα είχε εισέλθει σε ύφεση. Με άλλα λόγια, η οποιαδήποτε φετινή μεγέθυνση του ΑΕΠ οφείλεται σε επενδύσεις σε τεχνολογίες που θα έχουν αποτέλεσμα την απώλεια θέσεων εργασίας για εκατομμύρια Αμερικανούς.
Και το πιο σημαντικό: ο μέσος Αμερικανός, που έχει συνηθίσει, εδώ και δύο γενιές, να δαπανά μόλις το 11% του εισοδήματός του για την αγορά τροφίμων και ειδών μπακαλικής, συνεχίζει να παθαίνει πραγματικό σοκ κάθε φορά που επισκέπτεται το σουπερμάρκετ.
Πώς αντέδρασε ο Ντόναλντ Τραμπ στην ομοβροντία κακών ειδήσεων για την κυβέρνηση και την προεδρία του; Με τηλεοπτικό διάγγελμα προς το έθνος, την περασμένη Πέμπτη, στο οποίο, σε οργίλο ύφος, λίγο πολύ, «διέταξε» τους Αμερικανούς να αλλάξουν την εντύπωση που έχουν για τα οικονομικά τους και να σταματήσουν να πιστεύουν την πραγματικότητα που ζουν. Αφού κατηγόρησε τον προκάτοχό του για όλα τα προβλήματα της οικονομίας, είπε στους τηλεθεατές ότι κληρονόμησε «τον χειρότερο πληθωρισμό στην ιστορία της χώρας». Σημειωτέον ότι ο πληθωρισμός τον Ιανουάριο ήταν 3%, όσο και σήμερα.
Αποτέλεσμα; Σε όλες τις σφυγμομετρήσεις της περασμένης εβδομάδος, οι Αμερικανοί βαθμολογούν αρνητικά τις επιδόσεις του προέδρου Τραμπ στη διαχείριση της οικονομίας, η οποία, υποτίθεται, είναι το δυνατό του χαρτί και ο λόγος για τον οποίο κέρδισε τις εκλογές του Νοεμβρίου 2024.
Ήδη, μεγάλο μέρος των σχολιαστών στην Ουάσιγκτον εκτιμούν ότι η προεδρία Τραμπ «τελείωσε», με την έννοια ότι η απώλεια πολιτικού κεφαλαίου που υπέστη τον περασμένο μήνα είναι τόσο σημαντική και μη αναστρέψιμη που η απώλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2026 είναι βέβαιη ενώ υπάρχει μεγάλη πιθανότητα οι Ρεπουμπλικανοί να απωλέσουν και τη Γερουσία. Εάν συμβεί έστω και ένα απ’ αυτά, ο πρόεδρος Τραμπ θα καταστεί πολιτικά ανίσχυρος και δεν θα είναι σε θέση να εμποδίσει τις δικαστικές διώξεις που σχεδιάζουν οι Δημοκρατικοί εναντίον του λόγω των πεπραγμένων του.
Let the games begin…
Προσθήκη νέου σχολίου