Η Ελλάδα, χώρα των άκρων και των υπερβολών, έχει μετατρέψει τη θλίψη σε «λαϊκή απογευματινή» επιθεώρηση και το πένθος σε εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης. Από το 2008 και μετά, με την έκρηξη της κρίσης, την ασυδοσία των «μπαχαλάκηδων» και την αδυναμία του κράτους να επιβάλει τάξη, γεννήθηκε μια νέα, πιο ύπουλη μορφή λαϊκισμού: ο λαϊκισμός της πλατείας και του πένθους. Δεν στηρίζεται πια στις ιδεολογίες ή στα συνθήματα, αλλά στα δάκρυα που προβάλλονται, στις οργισμένες δηλώσεις μπροστά στις κάμερες, στις αναρτήσεις και στις σχεδόν σκηνοθετημένες μορφές θλίψης που ανακυκλώνονται στο διαδίκτυο...
Γνώμες
Πριν από χρόνια έστειλα στο Books’ Journal ένα σημείωμα με τίτλο «Η ιλαρά ξανάρχεται» (https://booksjournal.gr/kritikes/thetikes-epistimes/3296-i-ilara-ksanarxetai), στο οποίο εξέταζα το κοντράστ ανάμεσα στην εξάλειψη της ιλαράς στην Αμερική το 2000 και στην επανεμφάνισή της στα 2010s σε κλειστές κοινότητες (διπλωματική έκφραση για ανθρωπολογικά γκέτο) που, για διάφορους λόγους (θρησκευτικούς, ιδεολογικούς, ιδεοληπτικούς, πρακτικούς ή άλλους άγνωστους), δεν εμβολιάζουν τα παιδιά τους. Παρότι δημοσιεύθηκε εν τω μέσω αντιμαχιών για τα εμβόλια του κορωνοϊού, είχε γραφτεί πριν από την πανδημία του 2020 και πραγματευόταν εμβολιοαρνητισμό και εμβολιοσκεπτικισμό, δύο διαφορετικά φαινόμενα που δεν πρέπει να συγχέονται.
Διαβάζουμε ότι το ποίημα «Ιθάκη» πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γράμματα, στο τεύχος του Οκτωβρίου - Νοεμβρίου 1911, και θεωρείται ότι ανήκει στα διδακτικά ποιήματα του Καβάφη. Είναι ίσως το περισσότερο γνωστό στο ευρύ κοινό. Τί σημαίνει «γνωστό» είναι βέβαια συζητήσιμο, και δεν αφορά η αμφιβολία αυτή μόνο το ευρύ κοινό.
Η πολιτική υπήρξε κάποτε προέκταση της Ιστορίας, ένας στοχασμός του ανθρώπου πάνω στη μοίρα του. Από τον Θουκυδίδη και τον Περικλή ώς τον Καμύ και τον Κόνραντ, η πολιτική ήταν η σκηνή όπου η εξουσία αναμετριόταν με την ηθική. Όμως, στις μέρες μας, η πολιτική μοιάζει να έχει αποκοπεί από αυτή τη μακρά εμπειρία του ανθρώπινου δράματος. Έπαψε να είναι η τέχνη του μέτρου και έγινε το θέαμα του θορύβου. Αντικατέστησε την ευθύνη με την αυτοϊκανοποίηση της απήχησης. Ο πολιτικός λόγος δεν παράγει ιδέες, αλλά ατάκες. Και πίσω από αυτό το φαινόμενο αναδύεται μια νέα, απειλητική μορφή παρακμής: η γελοιοποίηση της δημοκρατίας.
Από το 2008 έως σήμερα, η Ελλάδα βιώνει μια πρωτοφανή κρίση, όχι μόνο οικονομική αλλά κυρίως κρίση ακρισίας και πολιτισμικής έκπτωσης. Το βλέπουμε καθαρά στην πολιτική σκηνή, στα πρόσωπα που την εκπροσωπούν, στους λόγους και στα βλέμματα εκείνων που, υποτίθεται, μιλούν εξ ονόματος της κοινωνίας. Σχεδόν είκοσι χρόνια τώρα, αυτό το δράμα της γελοιότητας συνεχίζεται αδιάκοπα, σαρώνοντας κάθε έννοια σοβαρότητας και μέτρου.
Η «Συμμαχία των Προθύμων» για την Ουκρανία ως πυρήνας ενός ευρωπαϊκού δημοκρατικού οράματος
Λαμβάνοντας υπόψη την επίταση των παγκόσμιων συγκρούσεων μεταξύ δημοκρατιών και αυταρχικών καθεστώτων, η «Συμμαχία των Προθύμων» που σχηματίστηκε το 2025 για την Ουκρανία προσφέρει ένα μοντέλο για τη μελλοντική δι-ευρωπαϊκή συνεργασία μεταξύ των φιλελεύθερων κρατών.
Στις κοινωνίες μας κάποια πράγματα αποτελούν ιδιαιτερότητες, οι οποίες για λόγους κυρίως συμβολισμού, σπουδαιότητας κ.λπ., απαιτούν περισσότερο σεβασμό από τα υπόλοιπα. Στο πλαίσιο της θρησκευτικής συλλογικότητας και γι’ αυτούς που πιστεύουν σε κάτι, αυτά είναι τα όσια και ιερά της θρησκείας ή της πίστης τους. Στο πλαίσιο της πολιτειακής δημοκρατικής συλλογικότητας, και για όλους τους πολίτες, θρησκευόμενους και μη, ένθεους και άθεους κ.λπ., αυτά είναι όσα συμβολίζουν τη δημοκρατία. Μεταξύ αυτών, πρωτεύουσα θέση κατέχει το Σύνταγμα: και ως συνταγματικό κείμενο πρωτίστως, και ως τοπόσημο δευτερευόντως.
Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στον διάλογο του τχ. 166, ως απάντηση σε άλλο κείμενο θεολόγου αναγνώστη μας. Το αναδημοσιεύουμε στη στήλη με τις Γνώμες, επειδή θίγει ένα σοβαρότατο ζήτημα ανοχής και δικαιωμάτων, που έχει αντίκτυπο και στην Εκκλησία.
Και τώρα, πώς θα ζήσουν οι βάρβαροι δίχως Γάζα και Τέμπη; Ήταν κι αυτά τα νεκρά παιδάκια, μια κάποια λύση.
Η εικόνα ενός ανθρώπου που έχει στήσει σκηνή μπροστά από το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη είναι βαθιά συμβολική, ταυτόχρονα επικίνδυνα αποκαλυπτική και ιδιαίτερα ανησυχητική για το πού έχει φτάσει η χώρα ως προς τη σύγχυση ανάμεσα στα δικαιώματα και στην ασυδοσία. Αποτελεί ένα σουρεαλιστικό στιγμιότυπο της σύγχρονης Ελλάδας. Στην περίπτωσή μας, ο ακτιβισμός λειτουργεί ως θέαμα, η πρόκληση ως εισιτήριο για τηλεοπτικό χρόνο, ο δημόσιος χώρος ως σκηνικό προσωπικής ηρωοποίησης και πολιτικών σκοπιμοτήτων.