Πέρα από τα στρατιωτικά μέσα διεξαγωγής του πολέμου της, η Μόσχα χρησιμοποιεί ένα ψευδοδημοκρατικό επιχείρημα για να συγκεντρώσει διεθνή υποστήριξη προκειμένου να επιτύχει την εσωτερική αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας.
Γνώμες
Είναι εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία μπορεί να εξαργυρωθεί η χυδαιότητα στις αμέτρητες αποχρώσεις της. Aρκεί να έχει κάποιος το κουράγιο να εκτεθεί στη δημόσια σφαίρα για να γίνει viral, όπως λέει και η πιτσιρικαρία.
Με τεράστια έκπληξη διάβασα το δημοσίευμα της δημοσιογράφου Σοφίας Γιαννακά ότι κλήθηκε σε απολογία από το Πειθαρχικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ, διότι δεν «συνεμορφώθη με την «Γενική Κοινωνική Απαίτηση» των ημερών «για δικαιοσύνη». Ποια δικαιοσύνη; Τη «δικαιοσύνη» του… «λαού», που έχει προκαταβολικά εκδώσει καταδικαστική απόφαση για την «τετελεσμένη συγκάλυψη εκ μέρους της Κυβέρνησης γενικά και του Πρωθυπουργού κ. Μητσοτάκη ειδικά» στο θέμα των Τεμπών.
Προϊόντος του μεταπολιτευτικού μας χρόνου, άρχισα σιγά σιγά να διαπιστώνω, στην αρχή με έκπληξη και στη συνέχεια με τρόμο, ότι, στην Ελλάδα του εικοστού πρώτου αιώνα, το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο από τους Νεοέλληνες εργαλείο είναι ένα εργαλείο που ουσιαστικά έχει εξαφανιστεί από τη χώρα μας εδώ και πολλές δεκαετίες. Ήταν ένα εργαλείο που όσο χρησιμοποιούνταν, χρησιμοποιούνταν από τους ανθρώπους για τα ζώα και κυρίως για τα άλογα. Όπως όμως με τρόπο διαπίστωσα, έκτοτε και ώς σήμερα, χρησιμοποιείται όχι από τους ανθρώπους για τα ζώα, αλλά από τους ανθρώπους για τους ανθρώπους! Ποιο είναι; Οι παρωπίδες!
Στην κρίση χρέους, δεν αντιληφθήκαμε μέσα στον ορυμαγδό των εξελίξεων ότι η Ελλάδα διέθετε περί τα δέκα εκατομμύρια αυθεντίες οικονομολόγους. Ο μόνος που το αντιλήφθηκε ήταν ένας εξ αυτών, λίγο περισσότερο ιδιοφυής από τους υπόλοιπους, ο Γιάνης Βαρουφάκης. Έτσι, στο δημοψήφισμα διατύπωσε τα εξειδικευμένα ερωτήματα αγγλιστί και έλαβε την επιστημονική απόφαση του σοφού ελληνικού λαού. Όλα αυτά συνέβησαν στο δημοψήφισμα του 2015 όπου ο πρωθυπουργός της χώρας μας δεν ήταν σε θέση ούτε να διαβάσει αυτά τα ερωτήματα, πολύ περισσότερο δε να τα κατανοήσει. Αλλά δεν έσκαγε και πολύ με αυτό γιατί ήξερε ο λαός του, που μόλις τον είχε εκλέξει. Είχε απεριόριστη εμπιστοσύνη στην επιστημονική επάρκεια του λαού του – κυρίως όμως σε αυτήν του Γιάνη Βαρουφάκη.
Οι μεγάλοι διαβάζουν πλέον λιγότερο, οι μικροί ελάχιστα ή καθόλου. Ακούν όμως, και είναι διαρκώς καλωδιωμένοι. Γι’ αυτό και η πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας (αναμφίβολα της προηγούμενης ηγεσίας του, γιατί αυτά τα πράγματα δεν υλοποιούνται εν μια νυκτί ) να φτιάξει μια εφαρμογή ακρόασης ηχοβιβλίων –audiobooks δηλαδή–, το eVivlio, να το εφοδιάσει με περιεχόμενο και να τη διαθέσει δωρεάν στο κοινό είναι σημαντική. Εξαιρετική, για να μην τσιγκουνευόμαστε τα λόγια μας. Είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να πάει χαμένη.
Στις 16 Φεβρουαρίου συμπληρώ[θηκε] ένας χρόνος από το θάνατο του Αλεξέι Ναβάλνι, μάρτυρα της ελευθερίας, στις ρωσικές φυλακές. Ο Ναβάλνι ήταν ο γνωστότερος και χαρισματικότερος πολιτικός τής αντιπολίτευσης στην πουτινική Ρωσία κατά τη δεκαετία του 2010 και μέχρι το θάνατό του. Είχε εκτοπιστεί δύο μόλις μήνες νωρίτερα σε μια σκληρή φυλακή στον Αρκτικό Βορρά, για ν’ απομακρυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από τα μάτια της κοινής γνώμης. Εξέτιε πολυετή ποινή φυλάκισης με κατασκευασμένες κατηγορίες, στην πραγματικότητα για τον απλό λόγο ότι εναντιώθηκε στον τύραννο. Όπως φαίνεται, η φυλάκισή του δεν αρκούσε στον αποχαλινωμένο πια δικτάτορα. Όλα δείχνουν ότι ο Ναβάλνι δολοφονήθηκε είτε έμμεσα, λόγω των σκληρών συνθηκών και της παραμέλησης, είτε και άμεσα, κατ’ εντολήν του Πούτιν.
Γιατί η επίσπευση της δίωξης Τριαντόπουλου δεν παραβιάζει ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα του άρθρου 86 του Συντάγματος και του ισχύοντος νόμου για την ποινική ευθύνη των υπουργών.
Είναι πανανθρώπινη οδυνηρή εμπειρία: Η Δημοκρατία δεν «αποθηκεύεται» ψυχικά, ώστε να χρησιμοποιηθεί σε περιόδους «έλλειψης» ή κρίσης. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν «πολιορκείται» από την αχαλίνωτη δημαγωγία, υπόκειται σε συνεχή ευθραυστότητα, έτοιμη πάντοτε να καταρρεύσει απέναντι σε κάθε «χαοτικό ψέμα». Αρκεί αυτό να γίνει πιστευτό. Γι’ αυτό ακριβώς η Δημοκρατία που θέλει να ζήσει, δεν δικαιούται να είναι «αφελής» και να μην αναγνωρίζει τους εχθρούς της. Ειδικά όταν αυτοί επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τους ανθρώπους ως «εργαλεία» για τους σκοπούς τους.
Ας σκεφτούμε πώς θα αντιδρούσαμε, για παράδειγμα, πριν από τριάντα χρόνια, στη δύση δηλαδή του 20ού αιώνα και στην αυγή του 21ου, εάν έβγαινε ένας αμερικανός Πρόεδρος και δήλωνε πως θέλει να αγοράσει τη Γροιλανδία, πως προτείνει στον Καναδά την προσάρτησή του στις ΗΠΑ αποκαλώντας τον πρωθυπουργό της χώρας «κυβερνήτη», ο οποίος θαύμαζε τους πιο αιμοσταγείς δικτάτορες του πλανήτη και κάθε κάθαρμα που κυκλοφορεί σε αυτό τον μάταιο κόσμο και γενικότερα η βασική του φιλοσοφία, που οργανωνόταν με όχι παρά πάνω από εκατό λέξεις (λιγότερες ακόμα κι απ’ του Τσίπρα!), να αντιλαμβανόταν τον πλανήτη ως ένα οικόπεδο και τον εαυτό του επικεφαλής ενός παγκόσμιου ομίλου Real Estate – με ό,τι στο διάβολο μπορεί να σημαίνει αυτό.