Η πορεία έχει ως εξής. Στις εσωκομματικές εκλογές της ΝΔ, του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει με τίποτε να βγει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αισθάνεται ασφαλής με μια αντιπολίτευση Βαγγέλη Μεϊμαράκη, η ανανέωση της Δεξιάς τον απειλεί. Την αντίθεσή του ο ΣΥΡΙΖΑ την εκφράζει πρωτόγονα, συκοφαντώντας και βρίζοντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Από τότε ξεκίνησε αυτό το μοτίβο, που μετά ήρθε, θέριεψε και τελικά συνέβαλε αρκετά και αυτό στην εκλογική συντριβή του κόμματος της Αριστεράς.
Γνώμες
Γιατί δεν μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να καταλάβει παροιμίες ή ιδιωματισμούς - και ιδιαίτερα εκφράσεις που δεν συντονίζονται με τη σημερινή κυρίαρχη αντίληψη για την πολιτική ορθότητα; Και τι μπορεί να σημαίνει για τους χρήστες η αξιωματική αυτοπεποίθηση της μηχανής ότι έχει πάντα δίκιο;
Ακόμα μια φορά γίνεται πολύς λόγος, ενόψει των ετησίων πύρινων καταστροφών οι οποίες χτυπάνε τη χώρα, για τη μη υφιστάμενη πρόληψη. Πριν όμως από κάθε κριτική και κάθε συζήτηση για πιθανά μέτρα πρέπει να διερευνηθεί ποιος μπορεί να είναι ο εφικτός σκοπός της πρόληψης ενός τέτοιου φαινομένου.
Η ημιεπίσημη φωνή της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, δηλαδή η Εφημερίδα των Συντακτών, στο κύριο άρθρο της είναι σαφής: η υποστήριξη που προσφέρει η Ελλάδα στην Ουκρανία είναι «κόντρα στα εθνικά συμφέροντα». Κακώς παρακάμπτουμε, υποστηρίζει η καλή εφημερίδα, τις φιλικές προς τη Ρωσία χώρες και συντονιζόμαστε με όσες αντιτίθενται στη ρωσική εισβολή. Στις οποίες, όλως συμπτωματικά, συγκαταλέγονται όλες σχεδόν οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία μετέχουμε, καθώς και οι χώρες που φιλοδοξούν να ενταχθούν σε αυτήν.
«Σε μια ανοιχτή κοινωνία το χρέος αλήθειας αποτελεί πρωταρχική αρχή». Αναδημοσιεύουμε το άρθρο του συνεργάτη μας, καθηγητή Δημήτρη Δημητράκου, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Μεταρρύθμισης, επειδή θίγει ένα σοβαρό ζήτημα στη δημόσια συζήτηση: την αξία της αλήθειας, σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από fake news, αλλά και την υπεροχή της αλήθειας σε διλήμματα που τίθενται με βάση την ανθρωπιστική υποχρέωση των κοινωνιών μας. Προφανώς, αν υπάρξει συζήτηση επ' αυτού, είμαστε διατεθειμένοι να τη φιλοξενήσουμε. [ΤΒJ]
Ας το δούμε από την αρχή: εκείνο που θέλω να κάνω, εκείνο που έχω μάθει, είναι να απειλώ, να χτυπώ, ακόμα και να σκοτώνω. Τις περισσότερες φορές, η δουλειά μου το εκφράζει αυτό, είμαι σωματοφύλακας, bouncer ή τα παρόμοια.
Καταδυθήκαμε στα άδυτα, στα υπόγεια του Εθνικού Αρχαιολογικού. Εκεί, στο μισοσκόταδο, τεράστια σφραγισμένα κασόνια, γεμάτα ανασκαφικά ευρήματα, μαρκαρισμένα με το όνομα του αρχαιολόγου που τα ανακάλυψε, περίμεναν καρτερικά τη σειρά τους: να καταγραφούν, να αποκρυπτογραφηθούν και να δημοσιευτούν. «Μέχρι να ολοκληρώσει το επιστημονικό του έργο, είναι απόλυτη ιδιοκτησία εκείνου [τότε δεν λέγαμε εκείνου/εκείνης] που τα βρήκε», μας εξήγησε ο ξεναγός μας. «Κανείς δεν τολμά να τα αγγίξει». Σε μια γωνία, πάνω σε ένα κασόνι, διακρίναμε ένα αρχαίο ψαθάκι και ένα μπαστούνι με αλαβάστρινη λαβή· θα ανήκε σίγουρα σε κάποιον συνταξιούχο και μάλλον τεθνεώτα αρχαιολόγο, ο οποίος μπορεί και να μην πρόλαβε να ανοίξει τα κασόνια του. Το πνεύμα του όμως ήταν πάντα παρόν, ακοίμητος φύλακας των θησαυρών.
Χρησιμοποιούμε τη λέξη «φασισμός» για καθετί απεχθές ή κακό. Από κοντά και ο ναζισμός. Έτσι, οι λέξεις αυτές αδειάζουν από το συγκεκριμένο τους ιστορικό περιεχόμενο, ταυτίζονται με το όνομα του ίδιου του Κακού.
Στον μακιαβελικό Ηγεμόνα επιχειρείται η αποτίμηση της σκληρότητας (crudelitas) και της φιλευσπλαχνίας (pietas), καταδεικνύοντας στον αναγνώστη τη συσκότιση, τη ρευστότητα αλλά και την εννοιολογική σύγχυση γύρω από αυτές τις έννοιες.
Για τα άλλα παιδιά ήμουν ένας βασιλιάς, ένα προνομιούχος. Ο πατέρας μου είχε κατάστημα παιχνιδιών στην πόλη και θα ήταν λογικό –για εκείνα– να διαλέγω ό,τι θέλω, όποτε το θέλω. Φευ! Όχι μόνο δεν ήταν αλήθεια αλλά, όταν ερχόταν η ώρα του αιτήματος, αυτό εξεταζόταν με αυστηρά χρηματοοικονομικά κριτήρια. Επιπλέον, έπρεπε να εκτελώ «εθελοντική» εργασία, ιδιαίτερα στις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, που γινόταν χαμός – και όπου το μέγεθος της προσφοράς μου ήταν ένα ακόμα κριτήριο για το ποια παιχνίδια δικαιούμουν. Υπήρχε, ωστόσο, ένα παράπλευρο όφελος: εκεί, στο μαγαζί, παρατηρούσα τι αγόραζαν γονείς και παιδιά, αλλά και πώς δούλευε ο πατέρας μου, ο παιχνιδέμπορας.