Εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Ουκρανία εν καιρώ πολέμου από τον Φεβρουάριο του 2022*
Από τον Petro Burkovskiy και τον Andreas Umland
Εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Ουκρανία εν καιρώ πολέμου από τον Φεβρουάριο του 2022*
Από τον Petro Burkovskiy και τον Andreas Umland
Κάπου διαβάζω για ένα ενδιαφέρον πείραμα. Σε ένα γηροκομείο χωρίζουν τους ηλικιωμένους σε δύο ομάδες. Στους μισούς δίνουν ένα φυτό και τους λένε να το ποτίζουν συχνά. Στους άλλους μισούς δεν δίνουν τίποτα. Μετά από καιρό βγάζουν τα συμπεράσματά τους. Αυτοί που φρόντιζαν τα φυτά έζησαν περισσότερο. Τέλος της ιστορίας.
Μαμά (ζει, τα έχει τετρακόσια, παρανομεί με ένα κομμάτι σοκολάτα, διαβάζει Διβάνη) γερνάω! Μπορεί να μην καταλάβεις τα περισσότερα, αλλά εγώ θέλω να τα πω και σκέφτομαι φωναχτά — αν και παραδόξως, παρ’ όλο που σπούδασα στην Αμερική, οι ξένες εκφράσεις που τρύπωσαν από την πίσω πόρτα, με ζηλωτές κυρίως τους νερόβραστους τεχνοκράτες, με ενοχλούν. Αλλά για κάτι άλλο, μάλλον συναφές, θέλω να μιλήσω.
Διαμαρτυρηθήκαμε, κάποιοι από τους πολίτες, ο καθένας όπως μπορούσε, για τη δολοφονία του Ζακ. Θανατηφόρες σωματικές βλάβες, λέει η απόφαση του δικαστηρίου, η ουσία είναι πως τον σκοτώσανε.
Αλλά το να επικαλείται κανείς το ότι συμμετείχε σε εκείνες τις κινητοποιήσεις, σαν στοιχείο του CV του, στοιχείο που προωθεί την σταδιοδρομία του, έχει κάτι το βαθιά απεχθές. Ρίχνει τη σκιά της ιδιοτέλειας σε μια αντίδραση, σε μια πράξη που δεν ήταν. Δεν ήταν για τους περισσότερους από εμάς.
Έχει κάτι το απεχθές. Πολύ πιο απεχθές και από εκείνες τις αναφορές στο "περπάτησε στην Γένοβα" ή αλλού. Οι κινητοποιήσεις για τον Ζακ κάτι σαν προσκύνημα στην Τήνο, για να συχωρεθούν οι αμαρτίες σου, το περπάτημα στη Γένοβα ταξίδι στους Άγιους Τόπους, για να πιστοποιηθεί ο Χατζηαβάτης σαν αριστερός Χατζής.
Η γαλλική εφημερίδα Le Monde επιφύλαξε μια σημαντική διάκριση στον Μίνω Ευσταθιάδη. Προτείνει το βιβλίο του Κβάντι, που πρόσφατα μεταφράστηκε και κυκλοφορεί στα γαλλικά, με μια εγκωμιαστική κριτική, η οποία κλείνει με την έκφραση της αδημονίας του συντάκτη της για το πότε θα ξανασυναντήσει τον συγγραφέα.
Οι φοιτητές και οι δάσκαλοι είναι οι φυσικοί συνομιλητές ο ένας του άλλου. Συνομιλία, διαφωνία, αμφισβήτηση είναι τα ουσιώδη συστατικά της εκπαιδευτικής σχέσης στο πανεπιστήμιο. Δίχως αυτά, διδασκαλία και έρευνα δεν υπάρχουν.
Το σύνθημα διατυπώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980, από διανοουμένους που ήθελαν να αποδείξουν πόσο χρήσιμοι είναι στις νέες περιστάσεις, πως στην ανακατανομή της εξουσίας και του πλούτου, που είχε υποσχεθεί η Αλλαγή, έπρεπε να έχουν κάποιο μερίδιο και αυτοί.
Οι ιδέες και οι σκέψεις που θα παρουσιάσω βασίζονται περισσότερο σε γενικές παρατηρήσεις «από πλάγια οπτική γωνία» και την εμπειρία μιας ζωής μοιρασμένης ανάμεσα στην Ελλάδα και τη μη-Ελλάδα, παρά σε «σκληρά» εμπειρικά δεδομένα. Δεν περιμένω να συμφωνήσετε λοιπόν με αυτά που θα γράψω, αλλά και δεν επιδέχονται άμεσης διάψευσης – γιατί έχουν να κάνουν με αυτό που ίσως ένας καντιανός κοινωνιολόγος θα ονόμαζε το «πράγμα καθ’ εαυτό» της ελληνικής πραγματικότητας.
«Όταν εργάζεσαι σκληρά για να κάνεις κάτι σωστά, δεν θέλεις να το ξεχάσεις»
Τεντ Μπαντυ, serial killer
Το γάμησαν και καλά του κάνανε. Οι πρώτοι που πέρασαν έσπασαν με βαριοπούλες την πλάκα, για να πάψει να λέει ψέματα σε κάθε περαστικό για το μελόδραμα που είχε παιχτεί εκείνη την ημέρα. Τα συντρόφια που ήρθαν από πίσω κατάστρεψαν την βάση, το θεμέλιο αυτής της αστικής υποκρισίας. Δεν ήταν άνθρωποι αυτοί, τιποτένιοι απεργοσπάστες ήταν. Ακόμη και το έμβρυο, που μέχρι εκείνη τη στιγμή κολυμπούσε στη θάλασσα της ηρεμίας, ένας από αυτούς θα γινόταν, αγόρι ήταν.