François Dosse, Φιλοσοφικές φιλίες, μετάφραση από τα γαλλικά: Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Πόλις, Αθήνα 2025, 392 σελ.
Ήταν φίλοι στο πανεπιστήμιο, σχεδόν μαζί υπότροφοι στο Βερολίνο, μαζί έκαναν και τη στρατιωτική τους θητεία. Ο Ρεϊμόν Αρόν επηρέασε τον Σαρτρ όταν του γνωστοποίησε τη μεγάλη γερμανική ανακάλυψή του, τη φαινομενολογία. Αλλά στην πορεία η απόκλιση ήταν η μοίρα τους. Και η ιδεολογική σύγκρουση, που ήταν αιτία για ένα τεράστιο χάσμα. Ο Αρόν ήταν με τον Ντε Γκωλ, ο Σαρτρ υποστήριζε τη Σοβιετική Ένωση. Διασώθηκε κάτι από τη φιλία τους; Η σχέση Ρεϊμόν Αρόν – Ζαν-Πολ Σαρτρ είναι πολυσυζητημένη και εξιστορείται σε ένα βιβλίο του Φρανσουά Ντος, στο οποίο περιγράφονται αρκετές ακόμα, άλλης έντασης, φιλίες γάλλων φιλοσόφων. [TBJ]
Στο διάλογό του, Λύσις, ο Πλάτων διερευνά το θέμα της φιλίας. Τα κριτήρια με τα οποία αποπειράται να προσεγγίσει τη φιλία, στα οποία εμπεριέχονται ο ορισμός της και η ουσία της, οδηγούν τον Σωκράτη –κυρίως αυτόν– και τους νεαρούς συνομιλητές του σε διαδοχικές αλληλοαναιρέσεις και στο τελικό αδιέξοδο. Γι’ αυτό και ο διάλογος καταχωρίζεται στους απορητικούς διαλόγους. Η θέση, π.χ., ότι ο καθείς επιλέγει για φίλο του τον όμοιό του υποσκάπτεται από το επιχείρημα ότι το κριτήριο αφορά μόνο τους αγαθούς και όχι τους κακούς, οι οποίοι, στερούμενοι αξιών και αρχών, δημιουργούν φιλίες ανερμάτιστες και ρευστές, σίγουρα όχι ανιδιοτελείς. Φίλοι γίνονται μόνο οι αγαθοί και όχι οι κακοί. Έτσι όμως το επιχείρημα ισχύει κατά το ήμισυ και όχι καθολικά, όπως απαιτεί ένας οντολογικός κανόνας. Από την άλλη, αν ο αγαθός επαρκεί για τις ανάγκες του εαυτού του τι είδους φιλία μπορεί να αισθανθεί για κάποιον που δεν του προσφέρει τίποτα ως όμοιος; Αν πάλι κίνητρο της φιλίας είναι η επιθυμία για κάτι που κάποιος στερείται, κατευθύνεται προς κάποιον οικείο με τον οποίο έχει ψυχική εγγύτητα. Τότε όμως, αφενός η φιλία χρωματίζεται ωφελιμιστικά, αφετέρου, αν το οικείο ταυτίζεται με το όμοιο, τότε το όμοιο αδυνατεί να κερδίσει κάτι από το όμοιό του.
Ο Σωκράτης ταυτίζει τη φιλία με την έννοια του μέγιστου Αγαθού. Το έσχατο όμως αυτό Αγαθό οι άνθρωποι το ποθούν και το αγαπούν εξαιτίας της ύπαρξης του κακού. Αν το κακό εξαφανιζόταν, δεν θα μετριαζόταν, αν δεν αναιρούνταν, η αναγκαιότητα του Αγαθού; Χωρίς το Αγαθό να στερείται τη βαρύτητά του, αναγκαζόμαστε να παραδεχτούμε τον αιτιακό ρόλο που διαδραματίζει και το κακό στην επιδίωξη του Αγαθού της φιλίας. Να ένα πρόβλημα που δοκιμάζει τις διανοητικές αντοχές του φιλόσοφου.
Εξετάζοντας πολυπρισματικά την έννοια της φιλίας συμπεραίνει ότι ο φιλικός δεσμός των προσώπων διαφέρει ανά περίπτωση και ανάλογα με τον στόχο που έχει ο καθένας. Ο ολοκληρωμένος όμως στόχος φαίνεται να είναι αυτός που αποβλέπει στη φιλία ως υπέρτατο Αγαθό, γεγονός που δίνει ένα προβάδισμα στις φιλικές σχέσεις μεταξύ ενάρετων ανθρώπων.
Στα Ηθικά Νικομάχεια, ο Αριστοτέλης δίνει άμεσα στη φιλία και πολιτικό χαρακτήρα, καθώς, εξασφαλίζοντας τη συνοχή στην πόλη και την ομόνοια μεταξύ των πολιτών, ενδυναμώνει και ισχυροποιεί τη δημοκρατία. Προϋποθέτει την αμοιβαιότητα, την ισότητα, την καλοσύνη, την ελεύθερη βούληση, την αρετή –πυρήνας της οποίας είναι το ενδιαφέρον για τη μοναδικότητα του άλλου και όχι η απόλαυση και το συμφέρον–, την αυτοεκτίμηση και, βέβαια, την πράξη που συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνικής και πολιτικής ζωής από τις οποίες ο άνθρωπος δεν μπορεί να δραπετεύσει. Αν από τα παραπάνω έπρεπε να επιλέξουμε δύο, θα καταλήγαμε στην αυτοεκτίμηση και στην αμοιβαιότητα ως ύστατες προϋποθέσεις.
Επιστρέφοντας στον Πλάτωνα, ο Φρανσουά Ντος, εκφράζοντας μάλλον και άλλους φιλοσόφους που ευλογούν τα γένια τους, υπονοεί ότι το υπέρτατο Αγαθό φαίνεται να πραγματώνεται στη φιλοσοφική φιλία. Σε εκείνα τα υποκείμενα τα οποία, ως φίλοι της σοφίας, αίρονται πάνω από τις επικαιροποιημένες, ατελείς, εύθραυστες σχέσεις. Στον πρόλογο του βιβλίου, κάνοντας μία ιστορική αναδρομή, εξετάζει την εννοιολόγηση της φιλίας μέσα από το έργο μειζόνων φιλοσόφων, δείχνοντας να συμφωνεί με τη φουκωϊκή αντίληψη ότι και η φιλία είναι μια έννοια που πρέπει να ιστορικοποιηθεί. Ωστόσο, στην ιστορική αυτή διαδρομή, συναντάμε πλήθος κοινών χαρακτηριστικών που ανέφερε ο Αριστοτέλης, τις μεταφυσικές αντινομίες των οποίων είχε προηγουμένως αναδείξει ο Πλάτων. Στους επικούρειους, η φιλία έχει κυρίως ωφελιμιστικό χαρακτήρα σε έναν κόσμο ανισορροπίας και συγκρούσεων, ενώ για τους στωικούς και το οικουμενικό τους πνεύμα η φιλία γεννάται και θάλλει στον στενό κύκλο των σοφών.
Στην περιδίνηση της Ιστορίας
Το βιβλίο του Ντος είναι αυστηρά γαλλοκεντρικό, αφού εξετάζει επτά φιλικές σχέσεις γάλλων φιλοσόφων στα ιστορικά συμφραζόμενα, ως επί το πλείστον, του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Ποσοτικά, τις περισσότερες σελίδες ο συγγραφέας τις αφιερώνει στο πρώτο ζευγάρι, σε αυτό των Ρεϊμόν Αρόν – Ζαν-Πολ Σαρτρ.
Η διανοητική σχέση Αρόν και Σαρτρ σημάδεψε, σύμφωνα με τον συγγραφέα, το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα. Πρόκειται για μια φιλία η οποία φέρει πολλά από τα χαρακτηριστικά της αρχαιοελληνικής πρόσληψης της φιλίας. Διαθέτει ευδιάκριτο κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα και όχι αυστηρά ιδιωτικό, όπως συμβαίνει στους νεότερους χρόνους.
Ξεκινούν ως συμμαθητές, γίνονται συμφοιτητές, φιλοσοφομαχούν σε όλη τη διάρκεια των σπουδών τους – καθώς ο μεν Σαρτρ είναι περισσότερο επινοητικός, ο δε Αρόν ανελέητα κριτικός. Ένα χαρακτηριστικό, που ίσως να είναι αποκαλυπτικό της εξέλιξης της σχέσης τους ήταν ότι, στα μέσα της δεκαετίας του 1920, ο Αρόν, ασπαζόμενος τις σοσιαλιστικές ιδέες, ήταν σαφώς πιο πολιτικοποιημένος από τον Σαρτρ και τον λελογισμένο αναρχισμό του. Φεύγοντας για την Κολωνία, τη δεκαετία του 1930, ο Αρόν ευαισθητοποιείται από την άνοδο του ναζισμού και, αντιμετωπίζοντας μια συνειδησιακή κρίση, μετατοπίζεται από τον ιδεαλισμό, για το πώς θα πρέπει να είναι ο άνθρωπος, στο ρεαλισμό του πώς πραγματικά είναι. Μυείται στη φαινομενολογία του Χούσερλ, η οποία συνιστούσε υπέρβαση της διάκρισης ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον ρεαλισμό, και μυεί σε αυτή και τον Σαρτρ.
Η εισβολή και η κατάκτηση της Γαλλίας από τους ναζιστές υποχρεώνει τον Σαρτρ σε αυτοκριτική και αναθεώρηση της έως τότε θολής αναρχίζουσας στάσης του. Ο Αρόν μεταβαίνει στο Λονδίνο με τη φιλοδοξία να βρει τρόπο να πάει στο μέτωπο, εκεί όμως κρίνεται ότι θα ήταν πιο χρήσιμος αν συμμετείχε στην έκδοση ενός μηνιαίου εντύπου που δημιουργήθηκε με την παρότρυνση του Ντε Γκωλ και είχε στόχο την ενίσχυση του αγωνιστικού πνεύματος των Γάλλων. Το ίδιο διάστημα, στη Γαλλία, ο Σαρτρ, μετά τη μάλλον φαιδρή προσπάθεια να οργανώσει μια αντιστασιακή ομάδα, αφοσιώνεται στο γράψιμο και στην επαγγελματική του εξέλιξη στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Μετά τον πόλεμο είναι και οι δύο ιδρυτικά μέλη του Temps Μodernes, του κατεξοχήν περιοδικού του στρατευμένου διανοούμενου. Ο Αρόν εστιάζει στην αναγκαιότητα συνταγματικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων σε έναν κόσμο που βυθίζεται στον Ψυχρό Πόλεμο, ενώ ο φίλος του, πιο λυρικός, πιστεύει ότι όλα μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσα από τη ριζοσπαστική δράση.
Η ρήξη των δύο ανδρών άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά με την ένταξη του Αρόν, το 1947, στο γκωλικό κόμμα και την ανάληψη επιτελικού ρόλου στη συντηρητική εφημερίδα Le Figaro. Ακολουθούν μία σειρά από επεισόδια που δεν απομακρύνουν απλώς τον έναν από τον άλλον, αλλά τους οδηγούν και σε μετωπικές συγκρούσεις. Σε μια ιστορική συνθήκη, όταν η πλειονότητα των γάλλων διανοουμένων αναζητά την πλατωνική «Καλλίπολη» στη Σοβιετική Ένωση, ο Αρόν υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ είναι αυτές που μπορούν να συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση της Ευρώπης, στην οποία συμπεριελάμβανε και τη Γερμανία. Δημοσιογραφεί συστηματικά και παθιασμένα, αφού, απομονωμένος από τον κόσμο της διανόησης, στερείται της δυνατότητας να πάρει πανεπιστημιακή έδρα. Διατηρεί επαμφοτερίζουσα στάση απέναντι στον γκωλισμό, αν και για τις ανάγκες του αγώνα εντάσσεται τελικά για μία χρονική περίοδο στις τάξεις του. Αντίθετα, ο Σαρτρ, θεωρεί το RPF, το κόμμα του Ντε Γκωλ, φασιστικό και επιτίθεται απροκάλυπτα στον αλλοτινό του σύντροφο, τον Ρεϊμόν Αρόν. Οι επιθέσεις κλιμακώνονται μετά το 1948, όταν ο Αρόν αποτολμά τη βλασφημία να θεωρήσει το ναζισμό και τον κομμουνισμό δύο πολιτικές μορφές ολοκληρωτισμού. Στη συνέχεια, ο Αρόν υπερασπίζεται το ΝΑΤΟ, τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, τάσσεται υπέρ της αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στην Κορέα. Ο Σαρτρ εντάσσεται στο σοβιετικό στρατόπεδο, συνοδοιπορεί για ένα διάστημα με το ΚΚ Γαλλίας, στα θεατρικά του έργα επιτίθεται και σατιρίζει την αντικομμουνιστική προπαγάνδα, εκφράζει αντιαμερικανικό μένος.
Το 1955, ο Αρόν δημοσιεύει Το όπιο των διανοουμένων. Στοχεύει τον πάλαι ποτέ φίλο του ως τον διανοούμενο που αυτοτυφλώνεται από τις ιδέες του και διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Η σοβιετική εισβολή στην Ουγγαρία το 1956 και οι αποκαλύψεις στο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ των σταλινικών εγκλημάτων υποχρεώνουν τον Σαρτρ και πολλούς συνοδοιπόρους του να ταρακουνηθούν από τις πολιτικές τους βεβαιότητες. Ο πόλεμος της Αλγερίας βρίσκει τους δύο αλλοτινούς συντρόφους να συγκλίνουν έστω και από διαφορετικές αφετηρίες. Ο Σαρτρ είναι κάθετος απέναντι στην αποικιοκρατία, υποστηρίζει ακόμα και τη βία ως ηθικό και έννομο μέσο για την κατάργησή της. Ο Αρόν, πιο πραγματιστής, βλέπει στην Αλγερία ένα άχθος για τη γαλλική δημοκρατία που πρέπει να απαλλαγεί άμεσα για να επιταχυνθεί ο εκσυγχρονισμός της χώρας.
Το Βιετνάμ όμως ναρκοθετεί εκ νέου την πρόσκαιρη σύγκλισή τους. Ο Αρόν θεωρεί και τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς και τις θέσεις των ανταρτών παράλογες και τραγικές. Ωστόσο, προτιμά ένα αμερικανοκρατούμενο Νότιο Βιετνάμ από τον ολοκληρωτισμό του Βορείου Βιετνάμ. Ο Σαρτρ καβαλάει το γενικότερο κύμα αποδοκιμασίας της αμερικανικής πολιτικής εκ μέρους της νεολαίας και κηρύσσει τις ΗΠΑ ένοχες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Η κουβανική επανάσταση έρχεται να επιστέψει τον εξεγερσιακό του οίστρο. Στον Μάη του 1968, ο Σαρτρ επιδοκιμάζει τη βία των νέων, και ειδικότερα των φοιτητών, ως τον μοναδικό αποτελεσματικό τρόπο άρνησης της κοινωνίας. Εκείνη την περίοδο γίνεται ένθερμος μαοϊκός. Ο το πάλαι ποτέ φίλος του στρατεύεται αρνητικά απέναντι στο νεολαιίστικο κίνημα και στην ιδέα της επανάστασης βλέπει την επέλαση των βαρβάρων που δεν έχουν συνείδηση της βαρβαρότητάς τους. Η επιστροφή και η εκλογική κατίσχυση του Ντε Γκωλ τον χαροποιεί ιδιαίτερα. Συμμετέχει στους πανηγυρισμούς, μαζί με τον έλληνα φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου. Μοιάζει σαν και οι δύο τους να δικαιώνουν τη ρήση του Νίτσε ότι στο φίλο πρέπει να βλέπεις τον μεγαλύτερό σου εχθρό. Ή την πλατωνική προσέγγιση ότι, εντέλει, το κακό είναι απαραίτητο ως προς την αναγκαιότητα ύπαρξης του Αγαθού.
Ως «συντροφάκια» είχαν συμφωνήσει ότι όποιος ζούσε περισσότερο θα αναλάμβανε να γράψει τη νεκρολογία του άλλου στην Επετηρίδα της σχολής τους. Ο Σαρτρ πεθαίνει πρώτος το 1980 και στο κείμενο του Αρόν στο περιοδικό L’ Express, έμπλεο αγάπης και νοσταλγίας, διευκρινίζεται ότι η δέσμευση δεν ίσχυε. Ο Αρόν πεθαίνει το 1983, με τις φιλελεύθερες ιδέες του να φαίνεται ότι κερδίζουν τη μάχη έναντι των ιδεών του φίλου του, παρ’ όλο που η Ιστορία μοιάζει να τον ειρωνεύεται, καθώς εκείνη την περίοδο κυβερνούσε ο Μιτεράν.
Τα συντροφάκια
Η λέξη «συντροφάκια» με την οποία οι δύο συμφοιτητές χαρακτήριζαν τη σχέση τους στα φοιτητικά τους χρόνια ήταν μάλλον ένας ασυνείδητος προϊδεασμός της ταυτότητάς της. Η έννοια της συντροφικότητας περιγράφει τη σχέση που αναπτύσσεται συνήθως σε χώρους εργασίας, σε χώρους ελεύθερων δραστηριοτήτων και, πολύ συχνά και κυρίως, σε χώρους στους οποίους τα μέλη τους στρατεύονται σε κοινούς αγώνες. Η αρχική στράτευση των δύο φίλων σχετίζεται με τη φιλοσοφία και το πάθος τους γι' αυτή, γεγονός που συμβάλλει στην πνευματική και ψυχική τους εγγύτητα. Θα υποστήριζε κανείς ότι αυτό ήταν το μέγιστο και έσχατο Αγαθό που ποθούν και αγαπούν και το οποίο συγκροτεί τη φιλία τους, προσδίδοντάς της τη φιλοσοφική της ποιότητα. Είναι η τρίτη μορφή φιλίας, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η οποία διαφοροποιείται από την ωφελιμιστική φιλία και την ηδονική φιλία. Αναζητά το αγαθό της γνώσης και σκοπεύει στον αγαθό βίο. Είναι η ενάρετη, αμφισήμαντη, φιλία. Πρόκειται για μία διαδικασία στην οποία ο αναστοχασμός, η αναδίπλωση στον εαυτό, συνδυάζεται με τη διαλογική διάσταση. Η διαμεσολάβηση του άλλου είναι θεμελιώδης για την πραγμάτωση του εαυτού, καθώς υπονομεύει τη φιλαυτία και διανοίγει τον ορίζοντα της ετερότητας. Πρόκειται για τη βασική αρχή της αμοιβαιότητας σύμφωνα με την οποία ο καθένας αγαπά τον άλλον ως αυτό που είναι. Αγαπά το βέλτιστο μέρος του, τον σκεπτόμενο νου. Ο φίλος, που συνιστά τον άλλον εαυτό, εξασφαλίζει αυτό που κάποιος αδυνατεί να το εξασφαλίσει μόνος του για τον εαυτό του. Έτσι, η ύπαρξη του φίλου καθίσταται επιθυμητή και ευχάριστη, υπέρτατο αγαθό.
Βέβαια, το κοινό πάθος της φιλοσοφικής γνώσης και το ένθερμο της νιότης παραβλέπει αυτό που διαφαίνεται εξαρχής και προσημάνθηκε. Ο Σαρτρ επινοεί, αναζητά κάτι το καινούργιο και, ταυτόχρονα, διαθέτει μια έντονη λογοτεχνική πλευρά που ευνοεί τη συγκινησιακή πρόσληψη των καταστάσεων και ευρύτερα της Ιστορίας. Αντίθετα, ο συντροφάκος είναι πιο μεθοδικός φιλόσοφος, διαθέτει μάλιστα έντονη κριτική ματιά στα γεγονότα επηρεασμένος από τη βεμπεριανή κοινωνιολογία της κατανόησης. Τον ενδιαφέρει πώς είναι μία κατάσταση και όχι το πώς οφείλει να είναι, οπτική που εμπνέει τον Σαρτρ και τον ωθεί σε μεγάλα νοητικά άλματα τα οποία καθιστούν την ιστορική ανάγνωση του παρόντος και την προοπτική του μέλλοντος τμήματα της προσωπικής φιλοδοξίας του. Γι’ αυτό, ίσως να μην είναι σύμπτωση που ο Αρόν πολιτικοποιείται πολύ πριν από τον Σαρτρ συλλαμβάνοντας τον κίνδυνο του ναζισμού, ενώ ο δεύτερος, αν και ένα διάστημα ζει στη Γερμανία, εξακολουθεί να αναρχίζει ανέμελα.
Ο Β΄ Παγκόσμιος και ο Ψυχρός Πόλεμος που επακολουθεί αλλάζουν ριζικά τη ζωή όλων. Τώρα, το μέγιστο και έσχατο Αγαθό είναι η πολιτική στη διττή της διάσταση, ως σκέψη και ως δράση. Σύμφωνα με την αριστοτελική εκδοχή, η φιλία διαθέτει και πολιτικό πρόσημο, αφού ενισχύει και εμβαθύνει τη δημοκρατία απαιτώντας –και ενίοτε επαιτώντας– την ισότητα και την ισονομία. Με τη φιλία επέρχεται η μετάβαση από τον «αγαθό βίο» του εαυτού προς τη δικαιοσύνη, την κατεξοχήν αρετή της ευνομούμενης συνύπαρξης των πολιτών. Ο κόσμος, μετά το τέλος του πολέμου –μεροληπτώντας δυτικοκεντρικά–, χωρίζεται σε δύο στρατόπεδα. Τα συντροφάκια, ως γνήσιοι απόγονοι της γαλλικής σχολής των δημόσιων διανοουμένων με απώτατους προγόνους τον Ρουσσώ και τον Ντιντερό, παίρνουν διαμετρικά αντίθετη θέση. Ο Αρόν έρχεται αντιμέτωπος με την μήνιν της συντριπτικής πλειονότητας των ομοτέχνων του που διαβλέπουν στην κομμουνιστική ΕΣΣΔ την πραγμάτωση της πολιτικής τους ουτοπίας για την οποία αγωνίζονται στο εσωτερικό του δυτικού, καπιταλιστικού κόσμου. Χάριν του οράματός τους και της βεβαιότητας έλευσης του κομμουνισμού, εκχωρούν τα πνευματικά τους δικαιώματα και διαστρεβλώνουν τα οφθαλμοφανή εφευρίσκοντας ευφάνταστες διανοητικές δολιχοδρομήσεις για να δικαιολογήσουν τις βίαιες επεμβάσεις των σοβιετικών, κομμουνιστικών στρατευμάτων σε χώρες του πάλαι ποτέ υπαρκτού σοσιαλισμού, οι πολίτες των οποίων εξεγείρονταν. Μέρος του ακτιβισμού τους είναι επίσης οι κινητοποιήσεις τους για τον αφοπλισμό της Ευρώπης στο όνομα της ειρήνης, οι οποίες ήταν ενορχηστρωμένες από τη Μόσχα. Την ίδια στιγμή, η τελευταία πλημμύριζε τα κράτη-δορυφόρους της με πυραύλους SS-20, που διακρίνονταν για το υψηλής απόδοσης και ακρίβειας βεληνεκές τους.
Ενδεικτικά, όπως αναφέρει ο Ντος στη βιογραφία του, Καστοριάδης, μια ζωή, οι γάλλοι αριστεριστές διανοούμενοι αντιμετώπιζαν και την ίδια τη Χάννα Άρεντ και το έργο της, Οι ρίζες του ολοκληρωτισμού, με έσχατη περιφρόνηση, στιγματίζοντας την ως ακροδεξιά. Ο βασικός λόγος ήταν ότι αυτός που την έκανε γνωστή στη Γαλλία ήταν ο Αρόν. Είναι η εποχή στην οποία ο Σαρτρ και οι συνοδοιπόροι του πιστεύουν ότι αξίζει κανείς να προβεί σε μια σειρά από θυσίες σε φιλικό επίπεδο, προκειμένου να υπερασπιστεί αφηρημένες αρχές και πολιτικές θεωρίες. Το 1950, συναντώντας τυχαία, μαζί με την διά βίου σύντροφό του Σιμόν ντε Μποβουάρ, τον Καίσλερ στο δρόμο, αρνούνται την πρότασή του να γευματίσουν μαζί με την αιτιολογία ότι από τη στιγμή που διαφωνούσαν ιδεολογικά δεν υπήρχε λόγος και να συναντιούνται. Γι’ αυτό ίσως και ο Αρόν δεν έγραψε τη νεκρολογία για τον Σαρτρ στο περιοδικό αποφοίτων της σχολής τους και εξήγησε στο περιοδικό L’ Express ότι κατά τη γνώμη του είχε περάσει πολύ καιρός και η δέσμευση δεν ίσχυε πια. Μάλιστα, εξέφρασε και την αμφιβολία του στην περίπτωση που η σειρά του θανάτου ήταν αντίστροφη εάν ο Σαρτρ έγραφε τη νεκρολογία.
Μία μυθιστορηματική φιλία
Όπως προαναφέρθηκε η συγκεκριμένη φιλοσοφική φιλία είναι επιμηκέστερη των υπολοίπων καταλαμβάνοντας 65 σελίδες. Είναι και η πιο κοσμική φιλία. Οι υπόλοιπες, με αποχρώσεις, είναι πιο στενά φιλοσοφικές, με την έννοια ότι τα διακυβεύματα που γεννούν την εγγύτητα και την απομάκρυνση μεταξύ των πρωταγωνιστών είναι κυρίως οι έννοιες, τα αφηρημένα αξιώματα, οι θεωρίες, το κατεξοχήν δηλαδή οπλοστάσιο της φιλοσοφίας. Αντίθετα, η φιλία και η ρήξη του Αρόν και του Σαρτρ έχει πιο ένσαρκο χαρακτήρα, καθίσταται μέρος της ατομικής και συλλογικής ιστορίας. Ενώ στις άλλες φιλίες η έλευση του θανάτου –άλλο ενδιαφέρον θέμα του βιβλίου αυτού– γεφυρώνει τις όποιες αντιθέσεις, στη συγκεκριμένη αμβλύνει μεν την ένταση, δεν φαίνεται ωστόσο να αποκαθιστά τη σχέση στην ολότητά της. Πρόκειται για μια σχέση μάλλον μυθιστορηματική παρά φιλοσοφική. Και ίσως να καθορίστηκε η ταυτότητά της από τη φιλοσοφική της αφετηρία.
Όταν ο Αρόν επιστρέφει από τη Γερμανία, το 1933, συναντά στο μπαρ Bec-de-Gaz, στο Μονπαρνάς, τον συντροφάκο του τον Σαρτρ και τη Σιμόν ντε Μποβουάρ. Πίνουν κοκτέιλ βερίκοκο. Εκεί ο Αρόν τους μιλάει για τη φιλοσοφική του ανακάλυψη στη Γερμανία: τη φαινομενολογία. Οι φαινομενολόγοι δεν έχουν έναυσμα της σκέψης τις έννοιες και τις αρχές αλλά την αμεσότητα της ζωής όπως τη βίωναν. Το φαίνεσθαι των πραγμάτων, το κοκτέιλ βερίκοκο που γεύονταν εκείνη τη στιγμή. Δεν τους ενδιαφέρει το Είναι αλλά το Υπάρχειν. Η επινοητικότητα του Σαρτρ μετασχηματίζει τη φαινομενολογία σε υπαρξισμό. Κάθε άνθρωπος είναι μια ατομική, ξεχωριστή περίπτωση, αφού κάθε στιγμή επιλέγει ελεύθερα το τι θα πράξει.
Ο άνθρωπος είναι ριγμένος μέσα στον κόσμο χωρίς προκαθορισμένη φύση. Με τις ελεύθερες επιλογές του κατασκευάζει τον εαυτό του και τον κόσμο αναλαμβάνοντας την ευθύνη. Η σκέψη, η ελευθερία, η ευθύνη, η αγωνία είναι αναπόσπαστα δεμένα με την ανθρώπινη κατάσταση στο εσωτερικό του πολυδιάστατου κόσμου. Δεν υφίστανται προκαθορισμένοι κανόνες για τις επιλογές του. Τουναντίον, ο αυθεντικός βίος συνίσταται στην ελευθερία της επιλογής. Ο υπαρξισμός είναι ουμανισμός, όσο και αν ο Χάιντεγκερ εξοργιζόταν με την παρερμηνεία στην πρόσληψη της φιλοσοφίας του.
Με ένα τέτοιο ένσαρκο, υπαρξιακό υπόβαθρο, τα δύο συντροφάκια δεν μπορούσαν να μείνουν ουδέτερα στην περιδίνηση της Ιστορίας. Και από τη στιγμή που φαινομενολογικά τη συνέλαβαν διαφορετικά, η σύγκρουσή τους ήταν ριζικά υπαρξιακή και όχι αμιγώς φιλοσοφική. Υπερασπιζόμενοι τις πολιτικές τους ιδέες υπερασπίζονταν τον εαυτό τους. Το κείμενο του Ντος αφηγείται συμπυκνωμένα και ελλειπτικά αυτή την περιπετειώδη σύγκρουση. Μας μεταδίδει το ρίγος ενός δραματικού υπαρξιακού μυθιστορήματος στο οποίο το υποκείμενο έχει μια μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη, η οποία υποστασιοποιείται από την ελευθερία της βούλησής του να προβαίνει σε μία σειρά πράξεων και να αναλαμβάνει την ευθύνη γι' αυτές. Πρόκειται για μια διαρκή αναζήτηση του νοήματος της ζωής σε καθεστώς αγωνίας και αβεβαιότητας. Και η σχέση τους αποκτά δραματικότερο χαρακτήρα, αφού τα δύο συντροφάκια πρωταγωνιστές αγωνίζονται όχι μόνο την εξατομικευμένη τους ύπαρξη αλλά και για την τύχη του κόσμου.
Οι δύο, το πάλαι ποτέ, σύντροφοι και κατόπιν άσπονδοι φίλοι συγκλίνουν το 1979, όταν σύσσωμη η γαλλική διανόηση ομονοεί και συνεργάζεται για τη σωτηρία των ανθρώπων που διέφευγαν με βάρκες από το βιετναμέζικο κομμουνιστικό καθεστώς. Δίνουν τα χέρια, όμως ο Σαρτρ εκείνη την περίοδο είναι σοβαρά άρρωστος, σχεδόν τυφλός και κουφός, τελείως αποσυντονισμένος. Όταν ο Αρόν τον χαιρετά αποκαλώντας τον συντροφάκο, εκείνος απαντά με ένα μονολεκτικό γεια. Πολλοί εκλαμβάνουν το συμβάν ως συμφιλίωση, που συμβόλιζε τη μετάβαση σε μια νέα εποχή στην οποία υπερβαίνονταν τα ιδεολογικά και πολιτικά ρήγματα χάριν της άμεσης μέριμνας για τις πληγές του παρόντος. Σε ιστορικό επίπεδο, ίσως· σε διαπροσωπικό όμως θα διαφωνούσα.
Θα υποστήριζα μάλιστα ότι ο προσωπικός βίος του Αρόν έχει κάτι βαθύτερα υπαρξιακό, καθώς η παρέκκλιση των ιδεών του από το κυρίαρχο ρεύμα της εποχής τον έφερε σε σύγκρουση με την κοινότητα των ανθρώπων στους οποίους ανήκε. Το 1976, στη διάρκεια συνέντευξης του στον Μπερνάρ-Ανρί Λεβύ, είχε υποστηρίξει ότι οι αριστεριστές διανοούμενοι τον μισούσαν όχι επειδή κατέδειξε έγκαιρα την πραγματική φύση του κομμουνισμού, αλλά επειδή δεν συμμερίστηκε την πίστη τους σε αυτόν. Και στο ερώτημα εάν είναι προτιμότερο να είναι κανείς με τον Σαρτρ και να υπήρξε ο νικητής που έκανε λάθος ή με τον Αρόν που ηττήθηκε αλλά δικαιώθηκε, ο Αρόν απέφυγε μία ξεκάθαρη απάντηση. Ωστόσο, η αίσθηση που δημιουργήθηκε ήταν ότι είναι καλύτερα με τον Σαρτρ και να κάνεις λάθος παρά με τον Αρόν και να έχεις δίκιο. Βέβαια η απάντησή του έμοιαζε να αφορά το τι έπρεπε να κάνουν οι άλλοι άνθρωποι και όχι το τι έκανε, και ίσως να ξανάκανε, ο ίδιος.
Προσθήκη νέου σχολίου