Δεν υπάρχει, νομίζω, αμφιβολία ότι η παρουσιαζόμενη εδώ κριτική έκδοση, την οποία συνοδεύει εκτενέστατος σχολιασμός, του αποδιδόμενου στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ τον Πορφυρογέννητο (945-959) έργου υπό την επωνυμία «Περὶ βασιλείου τάξεως»,[1] αποτελεί μείζον γεγονός για τις Βυζαντινές σπουδές. Οι επιστήμονες έχουν πλέον στη διάθεσή τους ένα μοναδικό εργαλείο για να προσεγγίσουν και να ερευνήσουν σε βάθος τον τρόπο λειτουργίας της Αυτοκρατορίας ως διοικητικής οντότητας σε όλες της τις εκφάνσεις κατά τον 9ο-10ο αιώνα. Επιπλέον, η νέα έκδοση δίνει στους βυζαντινολόγους, ανάμεσα σε πάρα πολλά άλλα, τη βεβαιότητα ότι μελετούν τη μεγάλη αυτή σύνθεση εν συνόλω, χωρίς να διακατέχονται από το αίσθημα της «ολισθηρότητας» που συνείχε παλαιότερα τους ερευνητές λόγω των πολλών προβλημάτων που σχετίζονταν με το κείμενο και τη δομή του έργου, τη χρονολόγησή του κ.ά.
Το μεγαλεπήβολο εγχείρημα της επανέκδοσης ξεκίνησε με πρωτοβουλία του Gilbert Dagron το 1989· εξαρχής κλήθηκαν να συμμετάσχουν ο Bernard Flusin, για το πρώτο βιβλίο του κειμένου, και ο Denis Feissel για τα αποσπάσματα από τον ιστορικό του 6ου αι. Πέτρο Πατρίκιο που παραδίδονται τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο βιβλίο (Ι, 93-104 και ΙΙ, 51). Από την πρώτη επίσης στιγμή αποφασίστηκε να μη συμπεριληφθούν στο εκδοτικό εγχείρημα δύο επιμέρους κείμενα, το αποκαλούμενο «Κλητορολόγιον τοῦ Φιλοθέου», το οποίο ενδεχομένως ανήκει στον κορμό του έργου αλλά είχε στο μεταξύ υποδειγματικά εκδοθεί από τον Ν. Οικονομίδη,[2] όσο και η «Ἔκθεσις πρωτοκλησιῶν πατριαρχῶν τε και μητροπολιτῶν» (ΙΙ, 54) του Ψευδο-Επιφανίου Κύπρου, την οποίαν εξέδωσε ο J. Darrouzès.[3] Στην πορεία, πέρα από την αρχική απόφαση ότι η καινούργια έκδοση πρέπει να συνοδεύεται απαραίτητα από μετάφραση και εκτενή σχολιασμό, αριθμός επιστημόνων έλαβε μέρος στο εγχείρημα, συνεπικουρώντας τους εκδότες· επιβάλλεται όμως να υπογραμμιστεί ότι το κύριο βάρος της έκδοσης σήκωσαν από την αρχή οι Dagron και Flusin, είναι δε σαφώς λυπηρό ότι ο θάνατος του Dagron, που συνέβη στο μεταξύ († 2015), του στέρησε τη χαρά να δει ολοκληρωμένο αυτό το opus maximum.
Η διάρθρωση του έργου
Η έκδοση έχει διαρθρωθεί ως εξής: προηγείται η κριτική έκδοση των δύο βιβλίων της συλλογής σε αυτοτελείς τόμους, με γαλλική μετάφραση και πολλές επεξηγηματικές σημειώσεις, για να ακολουθήσει εκτενής σχολιασμός, επίσης σε αυτοτελείς τόμους· την έκδοση κλείνουν γλωσσάριο, ευρετήρια και κείμενο αφιερωμένο στη γλώσσα του έργου. Τον πρώτο τόμο, εξ ολοκλήρου έργο του Flusin, ανοίγει μακροσκελής εισαγωγή (σελ. 3*-192*) αφιερωμένη στον Κωνσταντίνο Ζ΄. Ο γάλλος βυζαντινολόγος παραθέτει εκτενές βιογραφικό του Πορφυρογέννητου κάνοντας λόγο για τη ζωή του στα ανάκτορα, τη δύσκολη συμβίωσή του με τον επίσης αυτοκράτορα Ρωμανό Λακαπηνό (920-944) και, τέλος, τη μονοκρατορία του (945-959). Ακολουθεί ένα εξίσου ενδιαφέρον κεφάλαιο, το οποίο άπτεται των ευρύτερων λογοτεχνικών αντιλήψεων του Κωνσταντίνου όπως και του εντυπωσιακού ενδιαφέροντος που έδειχνε ο αυτοκράτορας για τον χώρο της ιστορίας (σελ. 17*-30*). Αναφορά γίνεται στο σημείο αυτό στην αποκαλούμενη «Συνέχεια του Θεοφάνη», τον «Βίο Βασιλείου» και τις λεγόμενες «Εκλογές»· πρόκειται για κείμενα που υποδηλώνουν τόσο τον τρόπο και τη μεθοδολογία που είχε αποφασιστεί από τον αυτοκράτορα για τη σύνθεση ιστοριογραφικών κειμένων όσο και τη δυναστική αντίληψη, από τη οποίαν εμφορούνται τα εν λόγω έργα. Ο ίδιος εν πολλοίς σχολιασμός γίνεται και στη συνέχεια, με το ενδιαφέρον να εστιάζεται στα γραπτά του Κωνσταντίνου που φέρουν τη δική του σφραγίδα, όπως αγιολογικά κείμενα, το «Περὶ θεμάτων», το «Πρὸς τὸν ἴδιον υἱὸν Ῥωμανόν», οι δύο δημηγορίες του προς τον στρατό και τους στρατηγούς της Ανατολής κ.ά. (σελ. 30*-36*) αλλά και όσα «υπηρετούν» τον χώρο της ιστορίας, συνεχίζοντας τα όσα προηγουμένως ειπώθηκαν. Η «περίπτωση» του ευνούχου Βασιλείου Λακαπηνού, νόθου γιου του Ρωμανού Λακαπηνού, ίσως της πλέον σημαίνουσας όσο και αμφιλεγόμενης προσωπικότητας στη βυζαντινή αυλή κατά το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα, απασχολεί τον Flusin, καθώς ο Βασίλειος έχει θεωρηθεί από πλειάδα επιστημόνων ως ένα είδος eminence grise τουλάχιστον για την έκδοση του «Περὶ βασιλείου τάξεως», αλλά και ως συγγραφέας ή, έστω, εμπνευστής των κεφαλαίων Ι, 105-106. Ο Flusin μελετά την εν λόγω υπόθεση εργασίας, επιλέγει όμως να παραμείνει επιφυλακτικός, σε αντίθεση με τον Dagron, ο οποίος σχολιάζοντας τα παραπάνω κεφάλαια, κλίνει προς την αποδοχή της. Το ζήτημα πάντως παραμένει ανοιχτό.
Η συνέχεια της Εισαγωγής εξειδικεύεται αποκλειστικά στο «Περὶ βασιλείου τάξεως» (σελ. 91* κεξ.). Ο Flusin αξιολογεί αναλυτικά και κριτικά την παλαιότερη βιβλιογραφία, και μετά από πολλούς κριτικούς συλλογισμούς προβαίνει σε χρονολόγηση του μεγάλου έργου ως εξής: έτη 945-946 για το πρώτο βιβλίο, ενώ για το δεύτερο βιβλίο τα κεφάλαια 1-39 λίγο μετά το 946, με τα υπόλοιπα κεφάλαια να τοποθετούνται μετά το 949. Ο συγγραφέας έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το «Περὶ βασιλείου τάξεως» αποτελεί προϊόν της διαδικασίας «αποκατάστασης» της Μακεδονικής δυναστείας από τον Πορφυρογέννητο και για τον λόγο αυτό πρέπει να συντέθηκε κατά τα πρώτα στάδια της μονοκρατορίας του και όχι προς το τέλος, όπως πρέσβευαν οι παλαιότεροι μελετητές (σελ. 90*). Χάρη στην έρευνα αυτή του Flusin είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με σχετική ακρίβεια ότι η ομάδα, η οποία εργάστηκε υπό τον Πορφυρογέννητο, ενσωμάτωσε στον κορμό του έργου σε αρμονικό σύνολο τόσο κεφάλαια που είχαν παλαιότερα γραφτεί όπως και πρόσφατο υλικό. Από την άλλη, στον κυρίως κορμό του έργου περιλαμβάνονται κεφάλαια, τα οποία προστέθηκαν μετά τον θάνατο του Πορφυρογέννητου, χωρίς πάντως το γεγονός αυτό να αίρει την ενότητα του κειμένου· ενδεικτικά σημειώνω τα δύο πολύ γνωστά κεφάλαια Ι, 105 και 106, τα οποία χρονολογούνται στην εποχή του Νικηφόρου Φωκά (963-969). Η μέθοδος που ακολουθήθηκε για τη δημιουργία των δύο βιβλίων της συλλογής αποτελεί αναμφίβολα ένα πολύ ενδιαφέρον όσο και εκτενές κεφάλαιο της Εισαγωγής, το οποίο επιτρέπει στον αναγνώστη να παρακολουθήσει σχεδόν βήμα προς βήμα τη διαδικασία συγκρότησης του κειμένου.
Υπό τον γενικό τίτλο «Introduction philologique» υπόκειται αναλυτική παρουσίαση από τον Flusin της χειρόγραφης παράδοσης και των εκδόσεων του έργου (σελ. 139* - 192*). Έως το 1960 ήταν γνωστό ένα μόνο χειρόγραφο, το οποίο παρέδιδε το κείμενο, ο πολύ σημαντικός Lipsiensis Rep. I. Fo. 17, ff. 21v -263v (β΄ μισό 10ου αι.) (= L). Το έτος εκείνο δημοσιεύτηκε το άρθρο των C. Mango-I. Ševčenko που δημοσιοποίησε την ύπαρξη ενός παλίμψηστου χειρογράφου στη βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (Αγίας Τριάδος Χάλκης 133, τέλη 13ου αι.), το οποίο παρέδιδε το «Περὶ βασιλείου τάξεως» (= Cc).[4] Ο κώδικας όμως αυτός απουσιάζει εδώ και πολύν καιρό από τα ράφια της Πατριαρχικής βιβλιοθήκης και οι εκδότες υποχρεώθηκαν για τις ανάγκες της έκδοσης να αρκεστούν στη σχετική μικροταινία που έχει εναποτεθεί στο Institut de Recherche et d’Histoire des Textes του Παρισιού. Τμήμα όμως του ίδιου χειρογράφου αναγνωρίστηκε, μέσω φωτογραφιών, από τον αυστριακό βυζαντινολόγο Otto Kresten να παραδίδεται από τον παλίμψηστο κώδικα της Μονής Βατοπαιδίου αρ. 1003 (13ου αι.) (= Cv ).[5] Κατ’ ακολουθίαν, η νέα έκδοση βασίζεται πλέον σε δύο χειρόγραφα, τα οποία ο Flusin περιγράφει με σχολαστικότητα (σελ. 139*-156*), δίνοντας, μετά από αναλυτικούς συλλογισμούς, και το σχετικό στέμμα, όπου υποστηρίζεται ότι τόσο το χειρόγραφο της Λιψίας όσο και εκείνο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (και του Αγίου Όρους) ανάγονται σε κοινό αρχέτυπο, το οποίο μπορεί να χρονολογηθεί με σχετική ασφάλεια στα χρόνια του Νικηφόρου Φωκά (σελ. 168*-169*). Στο τέλος της Εισαγωγής παρουσιάζονται αναλυτικά οι προγενέστερες εκδόσεις του «Περὶ βασιλείου τάξεως» (Λιψίας, Βόννης, Patrologia Graeca και Vogt), με τις τελευταίες σελίδες να είναι αφιερωμένες στις αρχές της έκδοσης και της γαλλικής μετάφρασης του έργου και να συμπληρώνονται από πίνακα βραχυγραφιών κ.λπ. (σελ. 178*-192*).
Μετά το πέρας της Εισαγωγής ο πρώτος τόμος είναι αφιερωμένος στην κριτική έκδοση από τον Flusin, με γαλλική μετάφραση, των κεφαλαίων 1-46 του έργου (σελ. 1-349). Της έκδοσης προηγείται ο πίναξ που παραδίδεται σε προβληματική κατάσταση από τον κώδικα L, τον οποίον ο εκδότης αποκατέστησε εν πολλοίς. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να σημειώσω τα ακόλουθα: τόσο η έκδοση του Reiske όσο και εκείνη του Vogt έχουν αναμφίβολα προσφέρει πολλά στην αποκατάσταση του κειμένου του Πορφυρογέννητου, ενώ δεν πρέπει να παραγνωριστεί εδώ η συμβολή του Φαίδωνος Κουκουλέ, ο οποίος πρότεινε σημαντικό αριθμό διορθώσεων,[6] όπως και άλλων ερευνητών. Η ανάγκη όμως για μια καινούργια έκδοση ήταν πασιφανής για τους εξής λόγους, οι οποίοι πάντως αποτελούν κοινό τόπο: η πρώτη έκδοση του έργου κυκλοφόρησε το δεύτερο μισό του 18ου αι. και η τμηματική δεύτερη, από τον Vogt, πριν από τα μέσα του περασμένου αι. Επιπλέον, γνωρίζουμε σήμερα και ένα δεύτερο χειρόγραφο που παραδίδει το κείμενο, έστω και αν συνδέεται στενότατα με τον L· η εξ υπαρχής θεώρηση και επανέκδοση του έργου ήταν ασφαλώς απόλυτα επιβεβλημένη.
Η έκδοση των κεφαλαίων 1-46 του «Περὶ βασιλείου τάξεως» όπως και η γαλλική μετάφραση που τα συνοδεύει έχουν γίνει σύμφωνα με τις προδιαγραφές που έχουν εξ αρχής τεθεί. Επιπλέον, πολυάριθμες σημειώσεις διαφωτίζουν δυσνόητα ή απαιτητικά σημεία της αφήγησης, τα οποία πάντως αναλύονται στα σχόλια που ακολουθούν. Σε κείμενα αυτού του είδους δεν υπάρχει, όπως είναι εύλογο, υπόμνημα πηγών. Το κριτικό υπόμνημα είναι υποδειγματικό και πλουσιότατο. Από τα κεφάλαια που περιλαμβάνονται, τα οποία καλύπτουν με άφθονες λεπτομέρειες το τελετουργικό μεγάλων εορτών, σημειώνω, εντελώς δειγματοληπτικά, τα ακόλουθα: Ι, 2 (τελετουργικό της εορτής των Χριστουγέννων), Ι, 3 (ομοίως των Φώτων), Ι, 4 και 18 (Πάσχα), Ι, 29 (εγκαίνια της Νέας Εκκλησίας), Ι, 33 (1η Ιανουαρίου, του Αγίου Βασιλείου) κ.ά. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ο πρόλογος του έργου, προφανώς έργο του Κωνσταντίνου Ζ´, αν κρίνει κανείς από το εντελώς προσωπικό ύφος του κειμένου, είναι άξιος μεγάλης προσοχής, καθώς πέρα από όσα τονίζονται για τον σκοπό του έργου, γίνεται λόγος και για το γλωσσικό ύφος που χρησιμοποιήθηκε, πληροφορία ασφαλώς πολύτιμη: «…ὡς ἂν δὲ σαφῆ καὶ εὐδιάγνωστα εἴη τὰ γεγραμμένα, καὶ καθωμιλημένῃ καὶ ἁπλουστέρᾳ φράσει κεχρήμεθα καὶ λέξεσιν ταῖς αὐταῖς καὶ ὀνόμασι τοῖς ἐφ᾽ ἑκάστῳ πράγματι πάλαι προσαρμοσθεῖσιν καὶ λεγομένοις …» (Livre des Cér. Ι, πρόλογος, 30-32).[7]
Με τον δεύτερο τόμο της έκδοσης ολοκληρώνεται το πρώτο βιβλίο του έργου· σε σχέση με τον πρώτο τόμο υπάρχει η εξής διαφορά: ο Flusin εκδίδει τα κεφάλαια 47-92 καθώς και τα δύο τελευταία κεφάλαια, 105-106, του κειμένου, τα οποία αυτή τη φορά μεταφράζονται και σχολιάζονται από τον Dagron, με τον Feissel να εκδίδει, να μεταφράζει και να σχολιάζει τα κεφάλαια 93-104 που προέρχονται από τον Πέτρο Πατρίκιο και έχουν ενσωματωθεί στο «Περὶ βασιλείου τάξεως». Το εκδοτικό σκεπτικό είναι προφανώς το ίδιο με εκείνο του προηγούμενου τόμου, με τη διαφορά ότι τα σχόλια για τα πολύ σημαντικά κεφάλαια, τα οποία αφορούν την αναγόρευση στον θρόνο του Νικηφόρου Φωκά (Ι, 105) και την ανάληψη του αξιώματος του προέδρου της Συγκλήτου από τον Βασίλειο Λακαπηνό (Ι, 106), είναι ιδιαίτερα εκτεταμένα. Και τα δύο αυτά κεφάλαια χρονολογούνται στα χρόνια του Νικηφόρου Φωκά και διακρίνονται για τη στενή τους συνάφεια με τα ιστοριογραφικά κείμενα που καλύπτουν την εν λόγω περίοδο, ειδικά δε με τον Λέοντα τον Διάκονο.
Ο τρίτος τόμος περιλαμβάνει την κριτική έκδοση του δεύτερου βιβλίου του κειμένου. Εδώ τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά· συγκεκριμένα ο Dagron υπογράφει την έκδοση, μετάφραση και σχολιασμό ολόκληρου σχεδόν του βιβλίου πλην των κεφαλαίων 42 (τα εκδίδουν οι Flusin και Feissel) και 51, τo οποίo είναι έργο του Feissel, ενώ για τα κεφάλαια 44-45 υπεύθυνοι είναι οι C. Zuckerman, R. Bondoux και J.-P. Grélois. Ο αναγνώστης εισάγεται στα διάφορα κεφάλαια του έργου από τον λεγόμενο πίνακα, με τον Πορφυρογέννητο να παίρνει εν συνεχεία τον λόγο για να υπογραμμίσει, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ότι «…ὅσα δ᾽ ἡ παροῦσα βίβλος ἐμπεριέχει […] οὐ δίκαιον οὖν ᾠήθημεν κόσμον τοσούτων τάξεων ἀσύντακτον παριδεῖν» (Livre des Cér. II, πρόλογος, 10-16). Προφανώς πρόκειται για θεωρητική εξαγγελία, η οποία ερμηνεύει πολλά από όσα διαμείβονται και στα δύο βιβλία του κειμένου. Από τα κεφάλαια του βιβλίου ασφαλώς ξεχωρίζουν το πολύ γνωστό ΙΙ, 15, όπου η υποδοχή πολυάριθμων ξένων διπλωματικών αποστολών στο ανάκτορο της Μαγναύρας, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει η «Ἑτέρα δοχὴ τῆς Ἔλγας τῆς Ῥώσενας»,[8] το σχετικό με τη χειροτονία του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Θεοφύλακτου, γιου του Ρωμανού Λακαπηνού (ΙΙ, 39), όπως και τα κεφάλαια ΙΙ, 44-45, στα οποία περιγράφονται ανάμεσα σε πολλά άλλα και τα της προπαρασκευής, με εξονυχιστικές λεπτομέρειες, της αποτυχημένης εκστρατείας του Κωνσταντίνου Γογγύλη στην Κρήτη το έτος 949.
Ο σχολιασμός του έργου
Ήταν σοφή η απόφαση, δεδομένης της έκτασης των πληροφοριών και των θεμάτων που απαιτούν ιστορικό υπομνηματισμό, ο σχολιασμός του «Περὶ βασιλείου τάξεως» να καταλάβει δύο ξεχωριστούς τόμους, έναν για κάθε βιβλίο του έργου, με συνεχή αρίθμηση, με τους εκδότες να σχολιάζουν, με κάποιες εξαιρέσεις, τα κεφάλαια που εξέδωσαν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και για τον πρώτο τόμο ο Flusin σχολιάζει τα κεφάλαια Ι, 1-46, ο Dagron τα κεφάλαια Ι, 47-92 —που έχουν πάντως εκδοθεί από τον Flusin—, o Feissel τα κεφάλαια Ι, 93-104, τα οποία παραδίδουν τα αποσπάσματα από τον Πέτρο Πατρίκιο, ενώ ο Dagron θα επιφορτισθεί επίσης με τον σχολιασμό των δύο τελευταίων κεφαλαίων του έργου Ι, 105-106, εκδεδομένων επίσης από τον Flusin. Ο Dagron σηκώνει και το κύριο βάρος της συγγραφής των σχολίων του δεύτερου βιβλίου, όπου όμως έχουν συμμετοχή οι Flusin (II, 42), Zuckerman και Bondoux - Grélois (II, 44-45) και Feissel (II, 51). Η βιβλιογραφία που δίδεται, συχνά εκτεταμένη, συμπληρώνει τις σημειώσεις που συνόδευαν αρχικά το κείμενο κατά την εκδοτική διαδικασία. Θα αποτελούσε ασφαλώς ματαιοπονία να σχολιαστεί αναλυτικά η μεγάλη αυτή συνεισφορά, η έκταση της οποίας πλησιάζει τις 1000 σελ. Για τον λόγο αυτό και εντελώς επιλεκτικά θα περιοριστώ να μνημονεύσω εδώ το εξαιρετικά καλογραμμένο από τον Flusin εισαγωγικό κεφάλαιο στον σχολιασμό του πρώτου βιβλίου (IV/1, σελ. 3-146), όπου περιγράφονται τα αυτοκρατορικά ανάκτορα κατά την εποχή του Κωνσταντίνου Ζ΄, το ακολουθούμενο εκεί τυπικό, η έξοδος του αυτοκράτορα προς την Αγία Σοφία και η επιστροφή του, οι επευφημίες των δήμων, επίσης η έξοδος του αυτοκράτορα προς την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων όπου βρίσκονται οι τάφοι παλαιότερων αυτοκρατόρων, κ.ά. Ο σχολιασμός των επιμέρους κεφαλαίων του ίδιου βιβλίου που ακολουθεί, είναι διεξοδικός. Επισημαίνω τέλος τις μεστές σελίδες που αφιερώνει ο Feissel στα αποσπάσματα του Πέτρου Πατρίκιου, ιδιαίτερα καλοδεχούμενες, καθώς παραδίδουν, σε περιληπτική μορφή, την περιγραφή του αντίστοιχου αυτοκρατορικού τυπικού κατά τον 6ο αι.
Ο σχολιασμός του δεύτερου βιβλίου δεν υπολείπεται του πρώτου. Τα κεφάλαια σχετικά με την υποδοχή των πρέσβεων (IV/2, σελ. 683-698) και ιδίως με τις προετοιμασίες για την αποτυχημένη εκστρατεία του Γογγύλη στην Κρήτη και τον πλουσιότατο εξοπλισμό που απαιτήθηκε (IV/2, σελ. 807-891), αξίζουν ιδιαίτερης μνείας. Εξίσου ενδιαφέροντα είναι τα σχόλια για τα κεφάλαια ΙΙ, 42-43 (IV/2, σελ. 757-806), τα οποία παραδίδουν δύο «νεκρολόγια» των βυζαντινών αυτοκρατόρων με λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τον τόπο και τον τρόπο ταφής τους, τη σαρκοφάγο, το υλικό κατασκευής κ.ά. Πρόκειται για κείμενα άκρως σημαντικά, που είναι γνωστά και από πολλούς βυζαντινούς χρονογράφους, ειδικά του αποκαλούμενου «κύκλου» του Συμεών Λογοθέτη, καθώς και από το αποκαλούμενο Chronicon Altinate, πιθανότατα λατινική απόδοση αντίστοιχου ελληνικού κειμένου, χάρη στο οποίο ο Flusin αποκαθιστά το κείμενο του «νεκρολογίου» που έχει εκπέσει από τον L αλλά και από τον C.
Ο πέμπτος και τελευταίος τόμος του έργου, ουσιαστικά έκτος, περιέχει αρχικά έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες των δύο χειρογράφων, L και C, που παραδίδουν το έργο, καθώς και χάρτες και σχεδιαγράμματα των κυριότερων μνημείων της Κωνσταντινούπολης, για τα οποία γίνεται λόγος στο έργο. Ακολουθούν το αναλυτικότατο και εξαιρετικά χρήσιμο Γλωσσάριο όρων — με ερμήνευμα στα Γαλλικά και εκτενή κατά κανόνα σχολιασμό —, το οποίο είχε αρχικά συνταχθεί από τον Dagron για να γίνει αντικείμενο νέας επεξεργασίας έως την τελική του μορφή από τον M. Stavrou (σελ. 21-123), μελέτημα του Flusin για τη γλώσσα του «Περὶ βασιλείου τάξεως» (σελ. 125-147), επτά ευρετήρια, πραγματικός άθλος, που εκπόνησε ο Stavrou (κύριων ονομάτων, τοπωνυμίων και εθνοθρησκευτικών ομάδων, λέξεων, όρων, τίτλων και αξιωμάτων, εορτών και τελετών, λατινικών λέξεων και λέξεων και όρων της γαλλικής μετάφρασης [σελ. 149-392]), εκτενής βιβλιογραφία (σελ. 393-447) και, τέλος, αναλυτικά περιεχόμενα της όλης έκδοσης (σελ. 449-475).
Η γλώσσα
Η μελέτη της γλώσσας του «Περὶ βασιλείου τάξεως» προσκρούει σε δύο εμπόδια, όπως υπογραμμίζει ο Flusin: α) η γλώσσα του έργου δεν είναι ομοιόμορφη, καθώς περιέχει μεγάλο αριθμό κειμένων που χρονολογούνται σε διάφορες χρονικές περιόδους, και β) το γεγονός ότι το «Περὶ βασιλείου τάξεως» παραδίδεται ουσιαστικά από ένα χειρόγραφο, καθιστά δύσκολη τη διακρίβωση εκείνων των στοιχείων του κειμένου που ανήκουν στη γλώσσα της εποχής και δεν είναι σφάλματα του γραφέα. Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, εκεί ακριβώς υπάρχει η δυσκολία, διότι, παρά την ύπαρξη στις μέρες μας γλωσσολογικών μελετών που παρουσιάζουν και ερμηνεύουν τα επίπεδα του ύφους, την πολυτυπία, τις «ιδιάζουσες» συντάξεις, τον τονισμό κ.ά.π. των λόγιων βυζαντινών κειμένων, η σύνταξη γραμματικής της λόγιας βυζαντινής γλώσσας παραμένει χρόνιο αίτημα της επιστημονικής κοινότητας. Θα διατύπωνα την άποψη ότι η συμβολή του Flusin θα μπορούσε να αξιολογηθεί ως ένας πολύ λεπτομερής κατάλογος των γλωσσικών ιδιαιτεροτήτων της έκδοσης. Με βάση τη διαπίστωση αυτή μπορούν να ερμηνευτούν οι παρατηρήσεις του Flusin για τη γλώσσα του έργου που κατατάσσονται σε επιμέρους σύνολα ως εξής: συγχύσεις φωνηέντων αι/ε, ε/αι, ιωτακισμοί, διπλά σύμφωνα, συγχύσεις μεταξύ ξ, κσ, ξσ (πχ. ἐξκούβιτοι αλλά και ἐκσκούβιτοι), προβλήματα τονισμού, όπως είναι εύλογο, καταλήξεις όπως –ισσα/-ισα, απουσία αυξήσεων σε ρήματα, ρήματα σε –ω (π.χ. ἀκουμβίζωσιν, ἐξανοίγωσιν), κατανεμητικά, (ἕνα ἕνα πατρίκιον), σύνδεσμοι (εἰ+υποτακτική ή και με μέλλοντα χρόνο) κ.ά.π.
Eίναι περισσότερο από φανερό ότι η παρούσα έκδοση και ο σχολιασμός του «Περὶ βασιλείου τάξεως» του Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου, συμβολή μοναδική σε ποιότητα και όγκο, καρπός ομαδικής εργασίας πλειάδας Γάλλων βυζαντινολόγων, αποτελεί σταθμό στην επιστημονική έρευνα. Τα πιο θερμά συγχαρητήρια ανήκουν ασφαλώς στην εκδοτική ομάδα που έφερε σε πέρας αυτόν τον επιστημονικό άθλο. Είμαι περισσότερο από βέβαιος ότι η μεγάλη αυτή προσφορά, ακρογωνιαίος λίθος πλέον για τις Βυζαντινές σπουδές, θα ανοίξει νέους δρόμους στη μελέτη του Βυζαντινού κόσμου, προσφέροντας απλόχερα πλουσιότατο όσο και ποιοτικότατο υλικό.
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
LEZANTES
Ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός βαφτίζει τον Κωνσταντίνο Ζ' Πορφυρογέννητο το 906. Μικρογραφία από το αντίγραφο εικονογραφημένου χειρογράφου της Συνόψεως Ιστοριών του Ιωάννη Σκυλίτζη.
Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
Ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος, στην επιθανάτια κλίνη του, παραδίδει την αυτοκρατορική εξουσία στον ανιψιό του Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο. Μικρογραφία από το αντίγραφο εικονογραφημένου χειρογράφου της Συνόψεως Ιστοριών του Ιωάννη Σκυλίτζη.
Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
O θάνατος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ’ του Πορφυρογέννητου. Μικρογραφία από το αντίγραφο εικονογραφημένου χειρογράφου της Συνόψεως Ιστοριών του Ιωάννη Σκυλίτζη.
Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας
[1] Σημειώνω ότι ο καθιερωμένος στα Λατινικά τίτλος του έργου, De cerimoniis, οφείλεται στον κλασικό φιλόλογο Johann Henrich May (1688-1732) και χρησιμοποιήθηκε στην πρώτη έκδοση του κειμένου, η οποία δημοσιεύτηκε με τη φροντίδα του Johann Jakob Reiske (1716-1774) στη Λιψία μεταξύ των ετών 1751 και 1754. Όσο για τον ελληνικό τίτλο, προέρχεται από τον Johannes Classen (1805-1891), ο οποίος επιφορτίστηκε από τον διαπρεπή κλασικό φιλόλογο Barthold Georg Niebuhr (1776-1831) με την επανέκδοση του κειμένου στην αποκαλούμενη σειρά της Βόννης (1829-1830).
[2] Les listes de préséance byzantines des IXe et Xe siècles, Παρίσι 1972, 65-235.
[3] Notitia episcopatuum ecclesiae Constantinopolitanae, Παρίσι 1981, 3-9, 203-213.
[4] A New Manuscript of the De cerimoniis, Dumbarton Oaks Papers 14 (1960) 247-249.
[5]M. Featherstone - J. Grusková - O. Kresten, Studien zu den Palimpsestfragmenten des sogenannten “Zeremonienbuches”, I. Prolegomena, Byzantinische Zeitschrift 98 (2005) 423-430.
[6] Φ. Κουκουλές, Διορθωτικά και ερμηνευτικά εις την Έκθεσιν της βασιλείου τάξεως του Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου και το Κλητορολόγιον του Φιλοθέου, Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 19 (1949) 75-115 και Περί το κείμενον της βασιλείου τάξεως Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου, Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 5 (1954-55) 48-65. Πολύ χρήσιμες και οι δύο βιβλιοκρισίες του Κουκουλέ για την έκδοση Vogt: Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 11 (1935) 458-463 και 17 (1941) 307-313.
[7] Είναι ευρύτερα γνωστό ότι ο Πορφυρογέννητος ήταν πεπεισμένος ότι έπρεπε να χρησιμοποιείται μέσο ύφος στα κείμενα που προέρχονται από τον ίδιο ή από το περιβάλλον του. Βλ. εντελώς ενδεικτικά τα όσα σημειώνει ο Τζ. Χόρροκς, Ελληνικά. Ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της, Αθήνα/Εστία 2006, 376-381.
[8] Υποδοχή της πριγκίπισσας Όλγας του Κιέβου (946 ή 957).