Θα ξεκινήσω από τον Σπύρο Τσίρο (γεν. 1970) και τον Μάκη Τσίτα (γεν. 1971), που δημοσίευσαν φέτος το δεύτερο βιβλίο τους, ανοίγοντας λογαριασμούς με τον ρεαλισμό. Όλες οι καταστάσεις τις οποίες στήνει ο Τσίρος στη συλλογή διηγημάτων Δεν είν’ έτσι; (Μικρή Άρκτος) αποσπώνται από τη ρεαλιστική τους βάση με έναν εντελώς απροσδόκητο τρόπο. Στόχος, να αποκαλυφθούν οι αδιάγνωστες διαστάσεις και η αφανέρωτη γλώσσα της πραγματικότητας: οι τόποι στους οποίους είναι δυνατόν ανά πάσα στιγμή να μετακινηθούμε υπό τον όρο ότι θα μεσολαβήσει μια ανεπαίσθητη πλην απολύτως δραστική μεταβολή των αισθημάτων μας ή ότι θα ανακαλύψουμε μια κρυφή λειτουργία των εικόνων που περνούν καθημερινά από μπροστά μας. Πειραγμένος είναι και ο ρεαλισμός του Τσίτα στο μυθιστόρημά του Μάρτυς μου ο Θεός (Κίχλη), όπου θα παρακολουθήσουμε μιαν εξαρχής διαστρεβλωμένη και παραμορφωμένη πραγματικότητα με όχημα το βαρύ παραλήρημα ενός πενηντάρη: ένα πρόσωπο που θα αποτυπώσει στις ψυχωτικές του αντιδράσεις μια κοινωνία βυθισμένη στις προκαταλήψεις, τη σύγχυση και τον συντηρητισμό, ανίκανη να αναζητήσει την οποιαδήποτε διέξοδο από το λαγούμι στο οποίο έχει αποκλειστεί και ως εκ τούτου οδηγημένη εκ των προτέρων στη διάλυση και τον αφανισμό.
Ένα σκοτεινό κοινωνικό τοπίο θα ξεδιπλώσουν και οι πρωτοεμφανιζόμενοι Γιάννης Τσίρμπας (γεν. 1976) και Στέλιος Παπαγρηγορίου (γεν. 1983). Στη νουβέλα του Η Βικτώρια δεν υπάρχει (Νεφέλη) ο Τσίρμπας θα αναθέσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην πλατεία Βικτωρίας. Η πόλη θα καταβροχθίσει εδώ τους ατομικούς χαρακτήρες, που θα υποχρεωθούν να ζήσουν σ’ ένα χρονίως έκπτωτο περιβάλλον. Η Βικτώρια θα συντρίψει όχι μόνο τον κεντρικό ήρωα, που θα οραματιστεί μια γενοκτονία προκειμένου να τη σώσει από τους μετανάστες, αλλά και τους κατοίκους της προ της κρίσεως: πολίτες που όπως μας δείχνουν οι παρένθετες ιστορίες του βιβλίου θα μετατραπούν σε θύματα ενός κοινωνικού περιθωρίου το οποίο θα διαμελίσει ενώπιόν μας τον οποιονδήποτε μύθο φυλετικής υπεροχής. Στη νουβέλα του Οι σημαίες δεν ανεμίζουν τη νύχτα και στη συλλογή διηγημάτων του Γυμνά τρολ (αμφότερα από τη Νεφέλη) ο Παπαγρηγορίου θα αποκαλύψει έναν κόσμο εξωφρενικά άγριων κοινωνικών σχέσεων στο εσωτερικό των οποίων η σκληρότητα εναλλάσσεται με τη χυδαιότητα όταν η μια δεν μετατρέπεται σε ανάποδη όψη της άλλης. Στο Οι σημαίες δεν ανεμίζουν τη νύχτα ο συγγραφέας θα προχωρήσει και σ’ ένα σπιρτόζικο ειδολογικό παιχνίδι, ξηλώνοντας εκ των ένδον τα δευτεροκλασάτα νουάρ.
Το ζήτημα της μνήμης και του χρόνου θα απασχολήσει τρεις άλλους πρωτοεμφανιζόμενους: τον Αλέξανδρο Στεφανίδη (γεν. 1962), τον Γιάννη Πλιάγκο (γεν. 1979) και τον Ιάκωβο Ανυφαντάκη (γεν. 1983). Στη συλλογή διηγημάτων του Το χάδι (Άγρα) ο Στεφανίδης θα εξιστορήσει τον βασανισμένο βίο ενός αγοριού σ’ ένα ορφανοτροφείο της Αθήνας λίγο μετά τη μεταπολίτευση. Αλλάζοντας χρονική κλίμακα από διήγημα σε διήγημα και συγκεράζοντας από τη σκοπιά της ωριμότητας παρελθοντικό και παροντικό χρόνο, ο Στεφανίδης θα εξυφάνει εντέλει μιαν οιονεί μυθιστορηματική σύνθεση. Στο μυθιστόρημά του Πλιάγκου Ένα τρίτο αλήθεια και δύο ψέματα (Κέδρος) ο ήρωας θα βιώσει έναν διπλό χρόνο: από τη μια πλευρά είναι μια παρελθούσα ιστορία, την οποία θα επινοήσει για να μπορέσει να ζήσει με τη γυναίκα του στο παρόν, και από την άλλη ένα πραγματικό παρελθόν, το οποίο σύντομα θα αποδειχθεί η διαχρονική κόλαση του αποσιωπημένου εαυτού του. Στη νουβέλα του Ανυφαντάκη Αλεπούδες στην πλαγιά (Εκδόσεις Πατάκη), στην οποία πρωταγωνιστεί ένα τυχάρπαστο ερωτικό ζεύγος, η πλοκή θα διατρέξει ανάποδα τον χρόνο, θέτοντας επί τάπητος δύο αλληλένδετα θέματα: την αξιοπιστία της αφήγησης και την εγκυρότητα της μνήμης. Κάθε μετακίνηση του αφηγητή προς τα πίσω διαψεύδει το παρελθόν όπως μας το έχει παρουσιάσει και περιγράψει ο ίδιος στο αμέσως προγενέστερο στάδιο κι αυτό μας κάνει αυτομάτως καχύποπτους απέναντι σε οιονδήποτε ισχυρισμό του. Μια αριστοτεχνική αντιστροφή των αναγνωστικών μας προσδοκιών.
Θα συνεχίσω με κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις από τον χώρο των πρωτοεμφανιζομένων. Στη συλλογή διηγημάτων του Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι (Ίνδικτος) ο Αλέξανδρος Κυπριώτης θα δουλέψει τους βίαιους και σχεδόν παρανοϊκούς χαρακτήρες του διαμέσου μιας έκφρασης η οποία δεν διεκδικεί κανένα δραματικό πρωτείο και δεν επιτρέπει καμία λύτρωση, έχοντας ως μοναδικό της σύμβουλο τη διογκωμένη αμεσότητα των πραγμάτων. Στο μυθιστόρημά του Η μοναδική οικογένεια (Πόλις) ο Λευτέρης Καλοσπύρος (γεν. 1980) θα μιλήσει για το ανεύρετο της λογοτεχνικής αλήθειας και τα απατηλά μηνύματα των αντικατοπτρισμών της. Ο κεντρικός του ήρωας, που είναι συγγραφέας, υποφέρει από μιαν εγγενή αδυναμία: την ανικανότητά του να συλλάβει και να εκφράσει οποιοδήποτε εκδοχή της πραγματικότητας, διεκδικώντας έτσι έστω και στοιχειωδώς την ταυτότητά του. Ο ήρωας θα γίνει εν προκειμένω άθυρμα στα χέρια του συγγραφέα, αλλά και ο συγγραφέας θα καταλήξει αντίγραφο ή παραπροϊόν του λογοτεχνικού του ήρωα. Από τη μεριά της, τέλος, η Μαριλένα Παπαϊωάννου (γεν. 1982) θα συνταιριάξει στο μυθιστόρημά της Νικήτας Δέλτα (Εστία) την παραδεδομένη τριτοπρόσωπη αφήγηση με μια σειρά από πρωτοπρόσωπες εξιστορήσεις προκειμένου να ξετυλίξει τη ζωή ενός αλαφροΐσκιωτου ήρωα οι τύχες του οποίου θα ταυτιστούν με μια μακρά και πολύπαθη ιστορική περίοδο (από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τον Εμφύλιο). Ένα βιβλίο όπου το συλλογικό θα καταφέρει να εισχωρήσει στο ατομικό χωρίς να το καταπλακώσει με το κοινωνικοπολιτικό του βάρος.
Έχω έτοιμα προς έκδοση πέντε διηγήματα και δεν έχω εκδότη ...Μπορείτε να βοηθήσετε...
22 Σεπ 2014, 09:09