Ο Γλαύκος Κληρίδης χαρακτηρίστηκε ως ο «τελευταίος statesman» της κυπριακής πολιτικής σκηνής. Και όχι άδικα. Η πολυκύμαντη πολιτική διαδρομή του, με τις επιτυχίες και τις παραλείψεις της, με τα σωστά και τα λάθη της, έχει πολλά να διδάξει για τον τρόπο άσκησης της πολιτικής. Ο Κληρίδης ως πολιτικός παρέμεινε ανθρώπινος και, κυρίως, αδιάφθορος. Όσοι τον έζησαν και συνεργάστηκαν μαζί του, υποστηρικτές και αντίπαλοι, αναγνωρίζουν σ’ αυτόν έναν βαθιά δημοκράτη και ηθικό άνθρωπο. Αναγνωρίζουν, ταυτόχρονα, και έναν ικανό και αποτελεσματικό πολιτικό. Φαινόμενο σπάνιο στις μέρες μας.
Παρεμβάσεις
Το βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει κάποιος στην προσπάθεια να γράψει για τον Νέλσον Μαντέλα είναι να εξηγήσει πώς ένας άνθρωπος που ξεκίνησε ως κάτι σαν Αφρικανός Μάλκολμ Χ κατέληξε σε κάτι ανάμεσα σε Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και σε Γκάντι. Δεν είναι εύκολο, γιατί δεν μπορεί κανείς να αποκωδικοποιήσει την ψυχολογική κυρίως μετάλλαξη ενός ανθρώπου υπό τις συνθήκες που έγινε η μετάλλαξη αυτή. Μετά το θάνατό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2013, τα διεθνή ΜΜΕ κατακλύστηκαν από, τρόπον τινά, «αγιογραφίες» του εκλιπόντος, ενώ ακόμα και προσωπικότητες των mainstreammedia που πίστευαν ότι η Νότιος Αφρική είναι περιοχή και όχι χώρα, κατέκλυζαν τα socialmedia με tweets για τον χαμό του.
«Τον ρώτησα κάποτε αν τον αγαπούσε
η μητέρα του. "Αστειεύεσαι;”, μου
είπε.
“Από τη στιγμή που έγινα τριών ετών
και μπορούσα να μιλήσω, με
λάτρεψε!"»
Edna O Brien
Το 2010, ο πιο χαρισματικός και παραγωγικός εν ζωή αμερικανός πεζογράφος ανακοίνωσε ότι μετά από 31 βιβλία «παραιτείται». Εκατομμύρια θαυμαστών του σε όλο τον κόσμο πένθησαν και απόρησαν. Πώς μπορεί να πετάξει τη γραφομηχανή του ένας άνθρωπος που έζησε για τις λέξεις, με τις λέξεις, από τις λέξεις; Οι δυο διάσημοι συνοδοιπόροι του στα γράμματα, o Τζον Απντάικ και ο Σωλ Μπέλλοου συνέχισαν να γράφουν μέχρι τελικής πτώσεως.
Εκείνος που θα επιχειρήσει να κωδικοποιήσει την παρουσία των φιλελεύθερων ιδεών στο πολιτικό πεδίο του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα με αναφορές σε δύο εμβληματικά έργα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα παραλείψει να αναφερθεί στον Δρόμο προς τη δουλεία του Φρήντριχ Χάγιεκ (το άλλο, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είναι η Ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της του, επίσης αυστριακού, πολιτικού στοχαστή Καρλ Πόππερ). Γραμμένα την ίδια εποχή, εκφράζουν τις ανησυχίες των συγγραφέων τους για το μέλλον των πολιτικών ελευθεριών υπό τη διπλή φαιοκόκκινη απειλή του σταλινικού και του εθνικοσοσιαλιστικού ολοκληρωτισμού.
Αν και αδικαιολόγητα απόν έως σήμερα από την ελληνική βιβλιογραφία, το γνωστότερο παγκοσμίως κείμενο του Χάγιεκ, δυστυχώς, παραμένει επίκαιρο. Στην Ελλάδα περισσότερο. Κατ' αρχάς, αποτελεί κοινό δόγμα στην χώρα μας ότι η οικονομία μας χρειάζεται σχεδιασμό και όχι ελευθερία. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλα τα κόμματα, όλες οι συνδικαλιστικές οργανώσεις –ακόμη και οι επιχειρηματικές–, όλα τα ΜΜΕ ομνύουν στην ανάγκη ύπαρξης ενός «σχεδίου για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας», κάτι σαν τα αλήστου μνήμης πενταετή πλάνα, που δεν ήταν χαρακτηριστικό μόνο των κομμουνιστικών καθεστώτων· ήταν και του ναζιστικού. Κατά δεύτερον, πολλοί αναζητούν έναν «σωτήρα»…
Διαστάσεις, προβλήματα και μια πρόκληση για τους Προοδευτικούς
Η ανάγκη για αλληλεγγύη και δικαιοσύνη ανάμεσα στις γενιές επανέρχεται στον επιστημονικό και πολιτικό διάλογο όσο οι ευρωπαϊκές κοινωνίες γερνούν και οι οικονομίες τους επιβραδύνονται. Η απόρριψη του ντετερμινισμού και η πεποίθηση ότι μπορούμε να επηρεάσουμε το μέλλον, οι σοβαρές ενδείξεις ότι οι μελλοντικές γενιές δεν θα ζήσουν απαραίτητα σε έναν καλύτερο κόσμο, η μείωση φυσικών και οικονομικών πόρων, η χειροτέρευση δημόσιων αγαθών, υπηρεσιών και δικαιωμάτων, αναβαθμίζουν τη σημασία της διαγενεακής ατζέντας και την εντάσσουν στην ευρύτερη πολιτική συζήτηση.
Το «βαθύ κράτος» κυβερνά (ξανά;) στη Θράκη με ανοχή όλων των Ελλήνων
«Η χθεσινή διημερίδα ήταν μια ακόμα απόδειξη για το πώς το ελληνικό κράτος ακολουθεί την τακτική της “καρδάρας με το γάλα”. Πώς δηλαδή μέσα σε λίγα λεπτά καταφέρνει να ακυρώσει πολιτικές και προσπάθειες ετών, να κάνει τους πολίτες του να απολέσουν την εμπιστοσύνη που έχτισαν με κόπο κάποιοι, να δίνει λαβές και αιτίες για να αποκαλείται αναξιόπιστο. Η απαγόρευση που επιβλήθηκε “άνωθεν” στον κ. Εβρέν Ντεντέ να κάνει την εισήγησή του στα τουρκικά, ενώ οι οργανωτές είχαν ετοιμάσει σύστημα μετάφρασης με επίσημο και εγκεκριμένο μεταφραστή, μας πάει, όπως είπε και η κυρία Δραγώνα, βήματα πίσω.» (Ανάρτηση της κομοτηναίας δασκάλας Μαρίας Δήμου στο Facebook 23 Νοεμβρίου 2013)1
Νομπελίστα στα 88 της χρόνια, η Ντόρις Λέσσινγκ, που πέθανε τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου σε ηλικία 94 χρόνων, είχε κάποτε δηλώσει ότι έγινε συγγραφέας από απογοήτευση. Ωστόσο, με το πολυδιάστατο έργο της κατάφερε να συλλάβει το πνεύμα σχεδόν κάθε δεκαετίας και να επιβεβαιώσει τη σημασία της αδιάκοπης ανανέωσης και αλλαγής.
Από τον Τσίλλερ στις οικοδομές του μοντέρνου κινήματος
Όποιος είχε την τύχη να παρακολουθήσει την Έκθεση για τον Τσίλλερ στην Εθνική Πινακοθήκη, το 2010, ήταν σαν να βρισκόταν σε έναν μαγικό κόσμο, σε μια Αθήνα του 19ουαιώνα που, από κάποιες απόψεις, ανταποκρινόταν στις πιο οξυμένες φαντασιώσεις για μια προϊστορία αστικής τάξης γαλλικού ή άλλου ευρωπαϊκού τύπου στην Ελλάδα. Οι εικόνες της Έκθεσης δεν ήταν παραπλανητικές. Τα κτίρια αυτά είχαν πράγματι υπάρξει. Στο υψηλής στάθμης βιβλίο, Ερνέστος Τσίλλερ, Αρχιτέκτων, 1837-1923, σε επιμέλεια Μαριλένας Κασιμάτη, που συνόδευε την Έκθεση, δημοσιεύεται συνέντευξη του Τσίλλερ όπου ο αρχιτέκτων επισημαίνει:
Η Αθήνα σήμερον είναι αγνώριστος, ενώ προ ετών ήτο χωρίον. […] Αι Αθήναι έχουσι οικοδομήματα καλά, αριστουργήματα τόσα, όσα εις όλο το Παρίσι παρόμοια δεν απαντά τις. […] Μονοκατοικίαι κομψαί όπως αι εν Αθήναις είναι σπάνιαι. (εφημερίδα Ακρόπολις, 17/2/1898)
Το 1972 ήμουν έξι χρονών και οι κινηματογραφικές μου αναζητήσεις περιορίζονταν στον Πινόκιο και τη Φαντασία του Ντίσνεϋ, άντε και στο Κίτρινο Υποβρύχιο – οι Μπητλς ως κινούμενα σχέδια στα ψυχεδελικότερά τους. Αλλά και να ήμουν σε θέση και σε διάθεση να παρακολουθήσω μια ταινία «αυστηρώς ακατάλληλη», οι λογοκριτές της χούντας είχαν πετσοκόψει τις επίμαχες σκηνές του Τελευταίου Τανγκό στο Παρίσι. (Στα πορνοσινεμά –εννοείται– πέριξ της Ομόνοιας, οι οπισθοπεθουσίες και οι γλουτοβλεννώσεις έδιναν κι έπαιρναν τόσο επί της οθόνης, όσο και εντός της αιθούσης, πόσω δε μάλλον στις τουαλέτες…) Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι δημιούργησε, έστω κι έτσι, σκάνδαλο στην Ελλάδα. Ακόμα και το Ελεύθερο Θέατρο –ο θρυλικός θίασος που επινόησε τη μετεπιθεώρηση– του αφιέρωσε, το καλοκαίρι εκείνο, στο Άλσος Παγκρατίου, ολόκληρο νούμερο. «Με βουτυράκι και με λίγη μαρμελάδα θα είναι ο πωπός σου σωστή ζαλάδα» έλεγαν οι στίχοι του σχετικού τραγουδιού σε μουσική του Λουκιανού Κηλαηδόνη.
Στα 1917, η κομμουνιστική επανάσταση εκπροσωπούσε το φως και την ελπίδα των κοινωνιών που στόχευαν να απαλλαγούν από τα δεσμά της φεουδαρχία και, αργότερα, του καπιταλισμού. Στα 1989, οπότε και τα μαρξιστικά καθεστώτα της ανατολικής Ευρώπης κατέρρευσαν, ο κομμουνισμός αποδείχθηκε ένα κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, το οποίο είχε καταρρεύσει ηθικά στις συνειδήσεις των ανθρώπων πολλά χρόνια πριν.
Αντί προλόγου.. ένα παραμύθι. Μετά από πολλούς και μακροχρόνιους πόλεμους σε μία άκρη της Μεσογείου κάποιοι από τη Δύση είπαν: «δεν έχουμε άλλα λεφτά να ασχολούμαστε με αυτούς τους λαούς εκεί πέρα». Έτσι δημιούργησαν κάποιες χώρες και κατοίκησαν σε αυτές διάφορες φυλές που πίστευαν σε διαφορετικούς θεούς και δόγματα. Με τον καιρό, σε μια από αυτές τις χώρες, κάποιοι από μια πολύ μικρή ομάδα, που τους έλεγαν Αλαουΐτες, κατάφεραν να επιβληθούν πάνω σε όλες τις άλλες μεγάλες ομάδες και φυλές και άρχισαν να κυβερνούν για πολλές δεκαετίες. Με τα χρόνια και τις δυσκολίες, όμως, αναζωπυρώθηκαν τα μίση και οι διαφορές και κάθε ομάδα προσπαθεί με τη βοήθεια κάποιων καινούργιων φίλων αλλά και παλιών εχθρών να εδραιώσει και να σιγουρέψει το μέλλον της. Όμως, κάθε μικρή και μεγάλη ομάδα και φυλή έχει κάθε λόγο να φοβάται ότι όταν τελειώσει και αυτός ο πόλεμος θα γίνει στόχος και βορά των νικητών και όσοι ξένοι στηρίζουν την κάθε πλευρά έχουν πλέον να χάσουν πάρα πολλά υλικά αγαθά. Έτσι ο πόλεμος στη Συρία συνεχίζεται.
Εχει απόλυτα δίκιο ο Παναγιώτης Δημητράς. Είναι αδιανόητο να γίνεται συζήτηση σήμερα πια για τη Συνθήκη της λωζάννης και το δικαίωμα που δίνει στη μειονότητα της Θράκης στη γλώσσα της και την ίδια στιγμή να απαγορεύεται σε ένα μέλος της να κάνει χρήση της σε ένα επιστημονικό συνέδριο.
Το «δράμα» της μικρής Μαρίας που βρέθηκε σε καταυλισμό στα Φάρσαλα, χωρίς να είναι το βιολογικό παιδί της οικογένειας με την οποία ζούσε, συγκίνησε το πανελλήνιο και κινητοποίησε την ταύτιση εκατοντάδων γονιών διεθνώς που ψάχνουν τα χαμένα τους παιδιά. Η συγκίνηση για το ενδεχόμενο να επρόκειτο για το αποτρόπαιο έγκλημα εμπορίας παιδιού ή απαγωγής του, στάθηκε κίνητρο δημοσιογραφικό και η είδηση κυριάρχησε σε όλα τα μέσα ενημέρωσης, σε βαθμό που για λίγες μέρες τα προβλήματα με την Τρόϊκα, οι διαξηφισμοί των κομμάτων, οι δυσοίωνες προοπτικές..., όλα μπήκαν σε παρένθεση. Μέχρι και ο πρωθυπουργός, σε επίσημο ταξείδι του στην Ιταλία, θεώρησε τον εαυτό του υποχρεωμένο να κάνει δηλώσεις: «Προσπαθούμε να κάνουμε το καλύτερο γι’ αυτό το κοριτσάκι να του προσφέρουμε μια ωραία, άνετη και υγιή ζωή για το εναπομείναν μέρος της τραγωδίας που περνάει».
H Κεντροαριστερά και η στροφή στον ριζικό πραγματισμό
Η πολιτική και τα παράγωγά της (η διακυβέρνηση, το lobbying, οι προεκλογικές εκστρατείες, οι διεκδικήσεις και οι υπηρεσίες) δεν είναι ιδιωτικές μαζώξεις αλληλοσυμπαθούντων φίλων και γνωστών. Είναι αναγκαίες συγκλίσεις αντιπαρατιθέμενων ατόμων, επιθυμιών και συμφερόντων. Όποιος οραματίζεται ένα νέο πολιτικό φορέα όπου όλοι θα είναι αρεστοί σε όλους και κανένας δε θα μπορεί να κριθεί δεν έχει καταλάβει τι σημαίνει πολιτική.