Ο Τάσος Γιαννίτσης είναι γνωστός κυρίως από τη θητεία του στην πολιτική. Άτομο μετριοπαθές, χαμηλών τόνων, που πάντα επιδίωκε το διάλογο με την αντίθετη άποψη, με έμφαση στοn μακροχρόνιο ορίζοντα, αλλά και με επιμονή στην τεκμηρίωση των προτεινόμενων προτάσεων πολιτικής, κόσμησε τον δημόσιο βίο της χώρας μας. Ταυτόχρονα ο Γιαννίτσης είναι και καθηγητής (ομότιμος πλέον) του Οικονομικού Τμήματός του. Ο συνδυασμός των δύο αυτών ιδιοτήτων τού επιτρέπει να συνδυάζει την επιστημονική ανάλυση με την εμπειρία της πράξης. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που καλύπτει εβδομήντα χρόνια –από το 1953 μέχρι σήμερα–, που μας προκαλεί να δούμε καθαρά τόσο τις επιτυχίες όσο και τις αποτυχίες της πορείας μας. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν είναι απλώς μια συμβολή στην οικονομική ιστορία της χώρας μας. Είναι ταυτόχρονα μια μαρτυρία, μια αποτίμηση αλλά και μια προειδοποίηση.
Το όνομα του Τάσου Γιαννίτση έχει συνδεθεί άρρηκτα με την τεράστια κρίση που βίωσε η χώρα μας την προηγούμενη δεκαετία. Και μάλιστα, και με τα δύο σκέλη των «διδύμων ελλειμμάτων» –προϋπολογισμού δηλαδή και ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών– που μας οδήγησαν στα Μνημόνια. Συνηθίζω να λέω στους φοιτητές μου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο ότι το πιστοποιητικό γέννησης της τελευταίας ελληνικής κρίσης δεν έχει χρονολογία το 2010, όταν η χώρα μας μπήκε στα Μνημόνια, αλλά το 2001, όταν η τότε κυβέρνηση απέσυρε το σχέδιο νόμου της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης που είχε ετοιμάσει ο Τάσος Γιαννίτσης. Σαν αποτέλεσμα, τα ελλείμματα του συνταξιοδοτικού συστήματος συνέχισαν να αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς –μάλιστα, πριν αρχίσουν να φαίνονται οι συνέπειες της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού στην αγορά εργασίας– συμβάλλοντας καθοριστικά στη διόγκωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ενώ ταυτόχρονα επιβραδύνθηκε απογοητευτικά το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που είχε ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, γεγονός που συνέβαλε στην πτώση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και στη διόγκωση των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Όμως, η μετριοφροσύνη του Γιαννίτση δεν του επιτρέπει –κακώς κατά τη γνώμη μου– να κάνει εκτενή αναφορά σε αυτά τα γεγονότα στο βιβλίο του. Η αποτυχία της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης του 2001 καλύπτεται σε λιγότερο από μισή σελίδα σε ένα βιβλίο 400 σελίδων και υπάρχουν και κάποιες ακόμα φευγαλέες αναφορές σε αυτήν σε άλλα σημεία.
Η ερευνητική ειδίκευση του Γιαννίτση είναι η Βιομηχανική Οργάνωση. Αυτό είναι κάτι που είναι εμφανές και στο βιβλίο. Ένα μεγάλο μέρος του, αλλά και ο πυρήνας των επιχειρημάτων του, στρέφεται σε ζητήματα που αφορούν στην ανάπτυξη (αλλά και στη συρρίκνωση) της βιομηχανίας στη χώρα μας και στη σημασία της για την οικονομική ανάπτυξη. Αυτό δεν είναι πρωτόγνωρο. Στα πρώτα στάδια της βιβλιογραφίας του κλάδου της Οικονομικής Ανάπτυξης πολύ συχνά η εκβιομηχάνιση σχεδόν ταυτιζόταν με την έννοια της ανάπτυξης. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό. Η βιομηχανία είναι τομέας υψηλής παραγωγικότητας, συνήθως με ισχυρές διασυνδέσεις με την υπόλοιπη οικονομία και συχνά σε άμεση σύνδεση με έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη, δηλαδή με τομείς που έχουν ισχυρότατη συμβολή στον δομικό μετασχηματισμό της οικονομίας.
Η οικονομική πορεία της Ελλάδας
Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μεγάλα μέρη. Στο πρώτο μέρος, ο Γιαννίτσης μας οδηγεί μέσα από τις μεγάλες φάσεις της οικονομικής πορείας της Ελλάδας. Παρακολουθούμε τη μετάβαση από την αγροτική οικονομία στη βιομηχανία, την αποβιομηχάνιση, την επικράτηση των υπηρεσιών, την περίοδο της ΟΝΕ και, τέλος, τη μεγάλη κρίση του 2009. Στο δεύτερο μέρος, αναλύει τους καθοριστικούς παράγοντες που σφράγισαν αυτές τις εξελίξεις: την κρατική πολιτική και τις αντιφάσεις της, τις εισροές ξένων κεφαλαίων –τόσο με τη μορφή των ξένων άμεσων επενδύσεων όσο και με τη μορφή του δανεισμού– αλλά και οικονομικής βοήθειας, με τη μορφή των κοινοτικών πόρων, τη μεγάλη υστέρηση της ελληνικής οικονομίας στην τεχνολογική συσσώρευση· και, τέλος, την «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης», μια κουλτούρα που άφησε βαθύ αποτύπωμα όχι μόνο στην πολιτική αλλά και στην καθημερινή συμπεριφορά μας και, προφανώς είχε σημαντικές συνέπειες στην αναπτυξιακή διαδικασία. Ο Γιαννίτσης δίνει μεγάλη έμφαση στην έννοια της «πραγματικής οικονομίας». Θεωρεί πως δεν αρκεί να κοιτάμε μόνο ελλείμματα και πλεονάσματα. Πρέπει να δούμε την καρδιά της παραγωγής, την ανταγωνιστικότητα, την ικανότητα για καινοτομία και εξωστρέφεια. Γιατί, μακροχρονίως, από αυτά εξαρτώνται τα εισοδήματα, οι θέσεις εργασίας, αλλά και η κοινωνική συνοχή.
Ο Γιαννίτσης χωρίζει την υπό εξέταση περίοδο σε τέσσερις μεγάλες φάσεις.
Η πρώτη φάση (1953–1973), είναι η περίοδος της εκβιομηχάνισης. Η Ελλάδα, μια χώρα που βγήκε κατεστραμμένη από τον πόλεμο και τον εμφύλιο, μπαίνει σε τροχιά ανάπτυξης. Δημιουργούνται βιομηχανικές μονάδες, αναπτύσσονται οι υποδομές, διαμορφώνεται μια νέα μεσαία τάξη. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακούς ρυθμούς μεγέθυνσης. Όμως, όπως επισημαίνει ο Γιαννίτσης, η ανάπτυξη δεν ήταν χωρίς αντιφάσεις: οι ανισότητες παρέμεναν έντονες, ενώ τα τελευταία χρόνια αυτής της φάσης η πολιτική αστάθεια κορυφώθηκε και οδηγηθήκαμε στη δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967.
Κατά τη δεύτερη φάση (1974–1994) η δημοκρατία επανέρχεται στη χώρα, αλλά η οικονομική πορεία είναι μάλλον προβληματική. Η ένταξη στην ΕΟΚ το 1981 άνοιξε νέες δυνατότητες, με εισροές κοινοτικών πόρων και πρόσβαση σε νέες αγορές. Όμως η βιομηχανία συρρικνώνεται σαν αποτέλεσμα κυρίως της εξάλειψης της υψηλής δασμολογικής της προστασίας που απολάμβανε ώς τότε, ενώ το μερίδιο των υπηρεσιών στο ΑΕΠ αυξάνεται σημαντικά. Η αξιοποίησή των κοινοτικών πόρων δεν κρίνεται αποτελεσματική. Συχνά οι πόροι κατευθύνονταν σε κατανάλωση ή σε πελατειακές πολιτικές, με αποτέλεσμα το αποτύπωμά τους στην οικονομική ανάπτυξη να είναι περιορισμένο. Το κράτος διογκώθηκε, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε, ενώ η ανταγωνιστικότητα υποχωρούσε.
Η τρίτη φάση (1995–2007) είναι η περίοδος της εισόδου στην ΟΝΕ. Επικράτησε τότε η αίσθηση ότι η Ελλάδα μπαίνει στον «πυρήνα της Ευρώπης». Ο πληθωρισμός μειώθηκε, το (νέο) νόμισμα σταθεροποιήθηκε, ο δανεισμός έγινε φθηνός. Υπήρξαν επιτυχίες: βελτίωση υποδομών, άνοδος του βιοτικού επιπέδου, επιτυχής διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Αλλά κάτω από την επιφάνεια, η χώρα κατανάλωνε περισσότερα απ’ όσα παρήγαγε. Η παραγωγικότητα παρέμενε χαμηλή, η τεχνολογική καινοτομία ήταν ανεπαρκής και το δημόσιο χρέος διογκώθηκε σημαντικά στα τελευταία χρόνια αυτής της φάσης.
Η τέταρτη φάση (από το 2009 και μετά) είναι η περίοδος της κρίσης – η στιγμή της αλήθειας κατά τον Γιαννίτση. Το οικονομικό υπόδειγμα κατέρρευσε. Το ΑΕΠ γνώρισε πρωτόγνωρη μείωση όχι μόνο για τα ελληνικά αλλά και για τα διεθνή δεδομένα για περίοδο ειρήνης, η ανεργία εκτινάχθηκε, το βιοτικό επίπεδο μειώθηκε δραματικά. Μια ολόκληρη δεκαετία χαρακτηρίστηκε από ύφεση, κοινωνική αναταραχή και πολιτική αστάθεια. Και όπως τονίζει ο Γιαννίτσης, αυτή η κατάρρευση δεν ήταν τυχαίο γεγονός· ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα των συσσωρευμένων επιλογών δεκαετιών.
Η κρίση και οι επιπτώσεις της
Μέσα από αυτήν την αφήγηση του βιβλίου, αναδεικνύονται τρία κεντρικά επιχειρήματα.
Πρώτον: Η Ελλάδα απέτυχε να οικοδομήσει μια συνεκτική και ανθεκτική στρατηγική ανάπτυξης. Οι βιομηχανικές πολιτικές υπήρξαν αποσπασματικές, η τεχνολογική συσσώρευση –τομέας στον οποίο ο Γιαννίτσης δικαιολογημένα δίνει πολύ μεγάλη σημασία– έμεινε πίσω και οι ευκαιρίες της ευρωπαϊκής ένταξης δεν αξιοποιήθηκαν όσο μπορούσαν και έπρεπε.
Δεύτερον: Ο ρόλος του κράτους ήταν αντιφατικός. Άλλοτε εμφανιζόταν ισχυρό και παρεμβατικό, άλλοτε αδύναμο και πελατειακό. Πολύ συχνά, η πολιτική προσανατολίστηκε όχι στην ενίσχυση της παραγωγής, αλλά στη διανομή προσόδων –άλλος ένας όρος που κατέχει κεντρική θέση στην ανάλυση του Γιαννίτση- σε βραχυπρόθεσμο κέρδος, σε αναβολή δύσκολων αποφάσεων.
Τρίτον: Η κρίση του 2009 ήταν το αποτέλεσμα όλων αυτών των παραγόντων. Δεν ήταν «κεραυνός εν αιθρία». Ήταν η φυσική κατάληξη μιας πορείας όπου η χώρα στηρίχθηκε υπερβολικά στον δανεισμό, όπου η παραγωγικότητα υστέρησε, όπου οι θεσμοί δεν ενίσχυσαν την καινοτομία και τη γνώση.
Σε διάφορα σημεία του βιβλίου, ο Γιαννίτσης επισημαίνει τέσσερις παράγοντες που μας οδήγησαν στην κρίση αλλά και εμποδίζουν την ανάκαμψη της οικονομίας μας – δύο οικονομικούς και δύο πολιτικούς
Οικονομικοί:
1. Το υψηλότατο ποσοστό της ιδιωτικής κατανάλωσης στο ΑΕΠ και, συνακόλουθα, το χαμηλό ποσοστό των αποταμιεύσεων. Χωρίς επαρκείς αποταμιεύσεις είναι δύσκολο να χρηματοδοτηθούν οι επενδύσεις που είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη της οικονομίας.
2. Ο μικρός αριθμός μεγάλων επιχειρήσεων. Είναι αυτές οι επιχειρήσεις που επιτυγχάνουν οικονομίες κλίμακος και σκοπού, συνήθως έχουν κατάλληλη κεφαλαιακή δομή και εξαγωγική δραστηριότητα αλλά και δραστηριότητες Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης. Κατά συνέπεια, έχουν υψηλότερη παραγωγικότητα από τις μικρότερες επιχειρήσεις και δίνουν καλύτερους μισθούς. Κατά μέσο όρο, αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για επιχειρήσεις με αλλοδαπή συμμετοχή στο κεφάλαιό τους.
Πολιτικοί:
1. Η βραχυπρόθεσμη οπτική (short-termism) που θεοποιεί την έννοια του βραχυπρόθεσμου πολιτικού κόστους εις βάρος των μακροχρόνιων προοπτικών.
2. Η, πολύ συχνά, οξύτατη πόλωση που εμποδίζει τον ουσιαστικό διάλογο, τη σύγκλιση απόψεων και τελικά τη συναίνεση που είναι αναγκαία σε πολλά πεδία πολιτικής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ανάλυση του βιβλίου για την κουλτούρα –με την έννοια της «νοοτροπίας»– που διαμορφώθηκε κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Παρά τις προοδευτικές κορόνες, η ελληνική κοινωνία αποδείχθηκε βαθιά συντηρητική –με την έννοια ότι δείχνει σχεδόν αλλεργία στις αλλαγές– και έχει έντονα ατομικιστικά χαρακτηριστικά. Ο Γιαννίτσης μιλά για μια κουλτούρα «εύκολης ανάπτυξης». Μια κουλτούρα που βασίστηκε σε δανεικά, σε εύκολες προσόδους, σε πελατειακές σχέσεις. Μια κουλτούρα που συχνά απέφευγε τον ειλικρινή απολογισμό, που προτιμούσε τον εξωραϊσμό από την αυτοκριτική. Σημαντική επίσης είναι η παρατήρηση ότι αυτή η κουλτούρα οδήγησε στην απαξίωση του δημόσιου χώρου (όχι με τη γεωγραφική, αλλά με την ευρύτερη έννοια του όρου) και στην καχυποψία απέναντι στη συναίνεση. Η δυσκολία μας να βρούμε κοινό έδαφος σε μεγάλα θέματα –από την εκπαίδευση μέχρι το ασφαλιστικό– έχει τις ρίζες της σε αυτό το κλίμα. Ουσιαστικά, μόνο στα εθνικά θέματα υπάρχει συναίνεση και εκεί ακόμα όχι πάντα.
Τι να κάνουμε
Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο στο «τι δέον γενέσθαι». Ο Γιαννίτσης επιλέγει τέσσερις στόχους και πολιτικές κατευθύνσεις:
1. Ισχυροποίηση του παραγωγικού συστήματος και της οικονομίας συνολικότερα – είναι πολύ κοντά σε αυτό που συχνά αποκαλούμε «αλλαγή παραγωγικού μοντέλου»
2. Αλλαγή στο μοντέλο διακυβέρνησης και ενσωμάτωση της λεγόμενης «αρχής της προνοητικότητας» στις επιλεγόμενες πολιτικές.
3. Αναπτυξιακή βιομηχανική πολιτική.
4. Προστασία της δημοκρατίας.
Δύσκολα θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς με αυτούς τους στόχους. Όμως, το ερώτημα είναι πως επιτυγχάνονται αυτοί. Στο σημείο αυτό οι προτάσεις του Γιαννίτση είναι περισσότερο γενικές παρά συγκεκριμένες (σωστά κατά τη γνώμη μου, εφόσον το βιβλίο δεν είναι κομματικό ή άλλου τύπου μανιφέστο).
Σε γενικές γραμμές, διαβάζοντας το βιβλίο, μου έμεινε μία αίσθηση απαισιοδοξίας. Δεν θα ισχυρισθώ ότι τα πράγματα είναι ρόδινα, αλλά θα προτιμούσα να έβλεπα το ποτήρι μισογεμάτο παρά μισοάδειο, τουλάχιστον για τον μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Αναμφίβολα, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η οικονομία μας –και η χώρα μας, γενικότερα– είναι πολλές. Η Ελλάδα πέρασε μια βαθύτατη κρίση. Οι περισσότεροι δείκτες είναι ακόμα κάτω από τα επίπεδα του 2008. Όμως, η οικονομία σταδιακά ανακάμπτει και η θέση της χώρας βελτιώνεται τόσο σε απόλυτους όσο και, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, σε σχετικούς όρους, κάτι που γίνεται εμφανές και από τα στοιχεία που παρατίθενται στο βιβλίο. Το ζητούμενο –και σε αυτό συμφωνώ απολύτως με τον Γιαννίτση– είναι να παραμείνει η χώρα στο μονοπάτι των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (όχι μόνο οικονομικών) αλλά και να επιταχύνει το ρυθμό της. Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο.
Εν κατακλείδι, κατά την άποψή μου, το βιβλίο του Τάσου Γιαννίτση είναι ιδιαίτερα χρήσιμο όχι μόνο για οικονομολόγους ή ιστορικούς, αλλά για κάθε πολίτη που θέλει να κατανοήσει πώς φτάσαμε ώς εδώ και τι διακυβεύεται για το μέλλον μας. Είναι ένα κάλεσμα σε ειλικρίνεια, σε αυτογνωσία, σε δράση.