Γιάννης Βούλγαρης, Στην άκρη του γκρεμού. Ελλάδα 2007-2019, Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, 359 σελ.
Το βιβλίο του Γιάννη Βούλγαρη Στην άκρη του γκρεμού. Ελλάδα 2007-2019 είναι απαραίτητο ανάγνωσμα για όσους θέλουν να κατανοήσουν την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας πέρα από απλοϊκές ερμηνείες. Είτε κάποιος είναι ακαδημαϊκός, είτε πολιτικός αναλυτής, είτε απλός πολίτης, το βιβλίο προσφέρει μια σφαιρική και τεκμηριωμένη αφήγηση που ρίχνει φως στις σκοτεινές πλευρές αυτής της περιόδου συμβάλλοντας ουσιαστικά στο διάλογο για το μέλλον της ελληνικής πολιτικής και οικονομίας.
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι, αναμφίβολα, ένας από τους πιο γνωστούς και επιδραστικούς πολιτικούς επιστήμονες στην Ελλάδα. Αν και το πρώτο του πτυχίο είναι αυτό του πολιτικού μηχανικού από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στράφηκε στην πολιτική επιστήμη στη διάρκεια των μεταπτυχιακών και διδακτορικών του σπουδών. Έχει μακρά πορεία στον πανεπιστημιακό χώρο και, εδώ και μερικά χρόνια, είναι ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται, κυρίως, στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης.
Ο Βούλγαρης είναι ενεργός πολίτης. Ήταν γραμματέας του Ρήγα Φεραίου τους τελευταίους μήνες της δικτατορίας και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, κατόπιν στέλεχος του ΚΚΕ εσωτερικού και αργότερα δραστήριο στέλεχος κινήσεων για την ενότητα της Κεντροαριστεράς – ιδίως της «κίνησης των 58». Θα μπορούσε να θεωρηθεί «οργανικός διανοούμενος» με την γκραμσιανή έννοια του όρου. Δεν δίνει απλώς διαλέξεις σε πανεπιστημιακά αμφιθέατρα αλλά αρθρογραφεί συστηματικά με κείμενα υψηλής ποιότητας, παλαιότερα στα «Ενθέματα» της Αυγής και τα τελευταία χρόνια στα Νέα. Νομίζω ότι πολλοί μάθαμε πολλά από τις διεισδυτικές του αναλύσεις.
Τα βιβλία του Βούλγαρη –και έχει γράψει αρκετά– δεν είναι ακριβώς ευκολοδιάβαστα. Τα περισσότερα είναι γραμμένα σε ακαδημαϊκό ύφος με έννοιες που μπορεί να μην είναι άμεσα κατανοητές από τον μη εξειδικευμένο αναγνώστη. Όμως, η Άκρη του γκρεμού δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Χωρίς να κάνει εκπτώσεις σε ζητήματα αναλυτικής επάρκειας, το βιβλίο είναι πολύ καλογραμμένο, χωρίς ιδιαίτερα εξειδικευμένη ορολογία, στοχεύει στην ευρεία κατηγορία των ενημερωμένων πολιτών και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Όπως δηλώνει και ο τίτλος του, πραγματεύεται τις εξελίξεις στη χώρα μας κατά την περίοδο των Μνημονίων (και λίγο πριν απ’ αυτά), 2007-2019.
Το βιβλίο εστιάζει στις πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές της περιόδου. Χαρτογραφεί τα γεγονότα που οδήγησαν στην οικονομική κατάρρευση, την επιβολή των Μνημονίων και τις διαδοχικές πολιτικές κρίσεις που τα συνόδευσαν. Ο συγγραφέας προσφέρει μια συνολική αφήγηση των γεγονότων, δίνοντας έμφαση στις πολιτικές αποφάσεις και τις κοινωνικές μεταβολές, χωρίς να αγνοεί τη διεθνή διάσταση της κρίσης. Δεν καταγράφει απλώς τα γεγονότα, αλλά προσφέρει μια συνεκτική ερμηνεία των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων, διαμορφώνοντας ένα αφήγημα που γεφυρώνει την ιστορική ανάλυση με την πολιτική επιστήμη. Ο Βούλγαρης προσεγγίζει την κρίση όχι απλώς ως ένα οικονομικό γεγονός, αλλά και ως μια βαθιά πολιτική και κοινωνική κρίση, η οποία ανέδειξε αδυναμίες του ελληνικού κράτους και του πολιτικού συστήματος.
Κρίση, χαμένες ευκαιρίες, λαϊκισμός
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δέκα κεφάλαια. Τα δύο πρώτα καλύπτουν την περίοδο πριν από την κρίση (2007-2009) και τις οικονομικές και πολιτικές επιλογές που οδήγησαν στη χρεοκοπία. Τα τρία επόμενα αναφέρονται στο Πρώτο Μνημόνιο, τις οικονομικές πολιτικές που υιοθετήθηκαν, τις κοινωνικοπολιτικές τους επιπτώσεις και τον διεθνή αντίκτυπο. Το έκτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον διπλό εκλογικό σεισμό του 2012 και το έβδομο στη «ματαιωμένη σταθεροποίηση» του Δεύτερου Μνημονίου κατά την περίοδο 2012-2014. Τα τρία τελευταία κεφάλαια καλύπτουν την περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και του Τρίτου Μνημονίου, με έμφαση στα γεγονότα του 2015 όπου η χώρα μας έφτασε, κυριολεκτικά, στην άκρη του γκρεμού, τόσο από οικονομική όσο και από πολιτική σκοπιά. Τέλος, ένα ενδιαφέρον επίμετρο αναφέρεται στην κανονικότητα μετά το 2019, αναλύοντας τι έχει αλλάξει και τι έχει μείνει ίδιο στην ελληνική πολιτική σκηνή.
Τέσσερις είναι οι βασικές διαπιστώσεις του βιβλίου:
- Η κρίση δεν ήταν αναπόφευκτη στην έκταση που τελικά έλαβε. Υπήρξαν στιγμές και πολιτικές αποφάσεις που επιδείνωσαν την κατάσταση.
- Η Ελλάδα, περισσότερο από άλλες χώρες, πλήρωσε υψηλό τίμημα λόγω των θεσμικών και διοικητικών αδυναμιών της.
- Ο λαϊκισμός και η έντονη πόλωση που χαρακτήρισαν την περίοδο της κρίσης δυσκόλεψαν την εφαρμογή αποτελεσματικών πολιτικών.
- Οι δημοκρατικοί θεσμοί της χώρας αποδείχθηκαν αναπάντεχα ισχυροί.
Και άλλες μελέτες για την ελληνική κρίση καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα – είτε εν μέρει είτε εν συνόλω. Η πρωτοτυπία του βιβλίου έγκειται κυρίως στη συνάρθρωση των αντιστοίχων αφηγημάτων. Ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην απλή καταγραφή γεγονότων αλλά επιχειρεί μια συνολική ερμηνεία της κρίσης μέσα από τη σχέση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την επίδραση της παγκοσμιοποίησης και τις εσωτερικές αντιφάσεις του ελληνικού κράτους. Παράλληλα, ασκεί κριτική στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν την κρίση τόσο οι εγχώριες κυβερνήσεις όσο και οι διεθνείς θεσμοί. Το βιβλίο διακρίνεται για τη σαφήνεια και τη δομημένη προσέγγισή του, συνδυάζοντας πολιτική επιστήμη, ιστορική ανάλυση και δημοσιογραφική ευκρίνεια. Η γραφή του Βούλγαρη είναι νηφάλια και τεκμηριωμένη, αποφεύγοντας τις εύκολες καταγγελίες ή τις υπεραπλουστευμένες ερμηνείες.
Η ελληνική κρίση ήταν η βαθύτερη που έχει καταγραφεί σε αναπτυγμένη χώρα κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Ουσιαστικά, μόνο με την κρίση των ΗΠΑ κατά τη μεσοπολεμική περίοδο μπορεί να συγκριθεί από άποψη βάθους. Όχι, όμως, από άποψη διάρκειας. Ακόμα και σήμερα, 18 χρόνια μετά το 2007 –τελευταία προ κρίσης χρονιά με θετικό ρυθμό ανάπτυξης– ή 15 χρόνια μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα.
Γιατί η κρίση στη χώρα μας ήταν τόσο βαθιά; Καταρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι το «σημείο εκκίνησης» της ελληνικής οικονομίας ήταν πολύ χειρότερο από εκείνο των άλλων χωρών που μπήκαν σε Μνημόνια. Τα «δίδυμα ελλείμματα» (προϋπολογισμού και ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών) της χώρας μας ήταν πραγματικά θεόρατα – γύρω στο 15% του ΑΕΠ το καθένα απ’ αυτά. Σπάνια συναντώνται τόσο μεγάλα ελλείμματα σε καιρό ειρήνης. Για παράδειγμα, τα μέτρα λιτότητας του σταθεροποιητικού προγράμματος του ΠΑΣΟΚ στα μέσα της δεκαετίας του 1980 υιοθετήθηκαν όταν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ξεπέρασε το 6,5% του ΑΕΠ - ένα ποσοστό ασύγκριτα χαμηλότερο από τα αντίστοιχα ποσοστά των τελευταίων ετών πριν από τα Μνημόνια.
Για να κλείσει το (πρωτογενές) έλλειμμα του προϋπολογισμού και να αρχίσει να μειώνεται το υπέρογκο δημόσιο χρέος δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές, παρά μόνο αύξηση φόρων και περικοπές δαπανών. Και τα δύο οδηγούν σε ύφεση. Αν το έλλειμμα του προϋπολογισμού είναι μεγάλο, απαιτούνται μεγάλη αύξηση φόρων και μεγάλη περικοπή δαπανών, κάτι που με τη σειρά του οδηγεί σε μεγάλη ύφεση. Για τη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών απαιτούνται διαρθρωτικά μέτρα, τα οποία, όμως, συνήθως αποδίδουν σε βάθος χρόνου. Βραχυχρονίως, οι χώρες που έχουν πρόβλημα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών καταφεύγουν σε υποτίμηση του νομίσματός τους (συχνά –και εσφαλμένα– και σαν υποκατάστατο της υλοποίησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων). Υποτίμηση του νομίσματος για μια χώρα που είναι μέλος της ευρωζώνης σημαίνει έξοδο από το ευρώ. Τόσο για οικονομικούς όσο και για πολιτικούς λόγους, η χώρα μας αποφάσισε να παραμείνει εντός της ευρωζώνης. Επομένως, αντί της εξωτερικής έπρεπε να γίνει «εσωτερική υποτίμηση» για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Σειρά μελετών δείχνουν ότι η «εσωτερική υποτίμηση» πετυχαίνει κυρίως όταν συντρέχουν δύο προϋποθέσεις: εύκαμπτες (flexible) αγορές και υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης και κοινωνικού κεφαλαίου (social trust). Οι εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ κατά την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας κατέτασσαν τόσο την αγορά εργασίας όσο και την αγορά προϊόντος της Ελλάδας ανάμεσα στις πλέον δύσκαμπτες μεταξύ των κρατών-μελών του Οργανισμού, ενώ σειρά εμπειρικών κοινωνιολογικών και οικονομικών μελετών συστηματικά ταξινομούσαν την Ελλάδα –και, δυστυχώς, εξακολουθούν να την ταξινομούν– σε μια από τις τελευταίες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ ως προς το απόθεμα του κοινωνικού της κεφαλαίου. Με βάση αυτά τα δεδομένα, μια βαθιά ύφεση φαίνεται να ήταν αναπόφευκτη. Όμως, τόσο βαθιά και με τόσο μεγάλη διάρκεια;
Οικονομικές μελέτες χρησιμοποιώντας διαφορετικές μεθοδολογίες δείχνουν ότι, με βάση τα μέτρα που ελήφθησαν κατά την περίοδο των Μνημονίων, η μείωση του ΑΕΠ θα έπρεπε να ήταν μεταξύ του μισού και των δύο τρίτων από τη μείωση που καταγράφηκε τελικά, ενώ η διαδικασία ανάκαμψης θα έπρεπε να είναι πολύ ταχύτερη. Η διαφορά ανάμεσα στις εκτιμήσεις και την καταγεγραμμένη μείωση –και τη συνακόλουθη υπέρμετρη αύξηση της ανεργίας και τις λοιπές σοβαρές κοινωνικοοικονομικές συνέπειες– πρέπει να αποδοθεί σε άλλους παράγοντες.
Λάθη σχεδιασμού και πολιτικά λάθη
Κάποιες μελέτες εστιάζονται στα λάθη σχεδιασμού των Μνημονίων και ιδίως του Πρώτου Μνημονίου το οποίο δεν προέβλεπε αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους, υπέθετε πολύ σύντομη περίοδο προσαρμογής δεδομένου του μεγέθους των ανισορροπιών της οικονομίας, βασιζόταν σε υψηλά επιτόκια δανεισμού και, γενικότερα, αντιμετώπιζε το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας σαν πρόβλημα ρευστότητας και όχι πρόβλημα φερεγγυότητας. Όμως, η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι η εμπροσθοβαρής περικοπή του δημόσιου χρέους συχνά αποδυναμώνει τη διάθεση για υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που είναι απαραίτητες για την επαναφορά σε μονοπάτι διατηρήσιμης ανάπτυξης.
Άλλες μελέτες επικεντρώνονται σε λάθη στην υλοποίηση των μέτρων των Μνημονίων. Οι περισσότερες σχετικές μελέτες διαφόρων χωρών δείχνουν ότι οι περικοπές δαπανών είναι πιο αποτελεσματικές από την αύξηση φόρων για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Όμως, στην περίπτωση της Ελλάδας, μόνο το Δεύτερο Μνημόνιο βασίστηκε κυρίως σε περικοπές δαπανών, ενώ η δημοσιονομική προσαρμογή τόσο του Πρώτου όσο και του Τρίτου Μνημονίου βασίστηκε κυρίως σε αυξήσεις φόρων. Όμως, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι περικοπές δημοσίων δαπανών είναι κοινωνικά πολύ πιο επώδυνες από τις αυξήσεις φόρων.
Μια άλλη κατηγορία μελετών επικεντρώνεται στο χρονισμό των μεταρρυθμίσεων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το βάρος των μεταρρυθμίσεων έπεσε πρώτα και κύρια στην απελευθέρωση (liberalization) της αγοράς εργασίας και λιγότερο στην απελευθέρωση της αγοράς προϊόντος. Η λογική πίσω από αυτή την επιλογή ήταν ότι η απελευθέρωση της αγοράς εργασίας θα οδηγούσε σε μείωση του εργατικού κόστους, βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, αύξηση των εξαγωγών και ταχύτερη οικονομική ανάκαμψη. Όμως, η μείωση του εργατικού κόστους μειώνει και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Επομένως, μειώνει τη ζήτηση και βαθαίνει ακόμα περισσότερο την κρίση. Αντίθετα, η απελευθέρωση της αγοράς προϊόντος αυξάνει τον ανταγωνισμό, μειώνει τις τιμές εντός της οικονομίας και μειώνει το κοινωνικοοικονομικό κόστος της κρίσης. Όμως, αντίθετα από τις αρχικές προβλέψεις, η απελευθέρωση της αγοράς προϊόντος αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, συνάντησε σθεναρότατη αντίσταση από μεγάλο αριθμό ομάδων παραγωγών και, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ολοκληρώθηκε.
Last but not least, μελέτες κυρίως πολιτικών επιστημόνων τονίζουν το βάρος πολιτικών παραγόντων και, ιδιαίτερα του αχαλίνωτου λαϊκισμού, της οξείας πόλωσης και της συνακόλουθης έλλειψης συναινετικών διαδικασιών που χαρακτηρίζει το ελληνικό πολιτικό σύστημα στην επιδείνωση των συνεπειών της κρίσης. Τα φαινόμενα αυτά έφτασαν στην κορύφωσή τους το 2015 και, πραγματικά, έφεραν τη χώρα μας στο χείλος του γκρεμού. Συνέπειά τους ήταν το εντελώς αχρείαστο Τρίτο Μνημόνιο, το κόστος του οποίου ήταν σημαντικά υψηλότερο από τις εκτιμήσεις που παραθέτει ο Βούλγαρης στο βιβλίο.
Μάθαμε κάτι από την κρίση για το κόστος των λαϊκιστικών πολιτκών; Μια αισιόδοξη ανάγνωση θα έδινε θετική απάντηση. Στις δύο μεταμνημονιακές εκλογικές αναμετρήσεις κέρδισε με διαφορά το κόμμα που υποσχέθηκε τα λιγότερα. Από την άλλη πλευρά, πρόσφατα δημοσκοπικά ευρήματα που καταγράφουν σημαντική άνοδο ακραίων λαϊκιστικών κομμάτων οδηγούν σε πολύ λιγότερο αισιόδοξα συμπεράσματα. Οψόμεθα!
Προσθήκη νέου σχολίου