Των φρονίμων ολίγα

Των φρονίμων ολίγα

Ο συγγραφέας και αρθρογράφος (και συνεργάτης μας) Δημήτρης Φύσσας δημοσίευσε στην Athens Voice ένα κείμενο με αφορμή την εξοντωτική σχέση των ιδιωτών ασφαλισμένων με τον ΟΑΕΕ, τις κακές υπηρεσίες που προσφέρει ο συγκεκριμένος οργανισμός και την οργουελική διάσταση των επιπτώσεών του σε κάθε εργαζόμενο, σε κάθε ασφαλισμένο που αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα – στις μέρες μας, πρακτικά, σε όλους. Το κείμενο που ακολουθεί επικρίνει τη γενικευτική αποστροφή του εναντίον, συλλήβδην, του δημοσίου τομέα. [ΤΒJ]

Οι ψυχολόγοι κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στον «εσωτερικό» και τον «εξωτερικό» έλεγχο. Σε «εσωτερικό έλεγχο» προβαίνει το άτομο, το οποίο για το καθετί ελέγχει πρώτα τον εαυτό του και μετράει το προσωπικό μερίδιο ευθύνης. Σε «εξωτερικό έλεγχο» ολισθαίνει, αντιθέτως, εκείνος, ο οποίος αποδίδει εξ ολοκλήρου το βάρος στους άλλους, διασώζοντας ες αεί εαυτόν ως άμοιρο ευθυνών. Για την ψυχολογία, καμία από τις δύο περιπτώσεις στην υπερβολή τους δεν είναι υγιής, τόσο για το άτομο όσο και για την κοινωνική ομάδα.

Η φράση των ημερών «Το κράτος (σας) με νίκησε» του συγγραφέα Φημήτρη Φύσσα[1] ελέγχεται, κατ’ αρχάς, ως προς την παρένθεση. Το ελληνικό κράτος είναι όλων των άλλων, στον ίδιο δεν ανήκει ούτε το απώτατο, ελάχιστο τεμάχιο. Συνεπώς, δεν του αναλογεί για τη σημερινή χαλεπή κατάσταση η παραμικρή ευθύνη. Δηλώνοντας, όμως, πάντοτε αθώος,  δηλώνεις ουδέποτε ικανός.

Ο συντάκτης αποκλείει τον εαυτό του από κάθε τι αγελαίο. Απέναντι στο νοσηρό αγεληδόν, εκείνος αντιπαραθέτει και προτάσσει τον εαυτό του ως σπάνιο και ακριβό Δον Κιχωτικό υπόδειγμα. Ο Αριστοτέλης έχε βέβαια λύσει προ πολλού το θέμα, άπαξ διά παντός. Δεν υφίσταται μονάδα εκτός κοινωνικού ιστού και κρατικής, πολιτικής οργάνωσης, δεν υφίσταται η φαντασίωση του αμόλυντου, αειπάρθενου αν-αρχικού.

Στην συνέχεια ακολουθεί αγενής γενίκευση εις βάρος των δημοσίων υπαλλήλων –καμία γενίκευση δεν φημίζεται για τους καλούς της τρόπους ή για την αγχίνοια εκείνου που αβίαστα την εκφέρει–, τους οποίους  σέρνει γενεές δεκατέσσερις. Κυρίως, τους ταυτίζει με τρία σημεία, την ανικανότητα, την πολιτική συνδιαλλαγή και την παχυλή αμοιβή. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά σαφώς και απαντώνται στον δημόσιο τομέα, όμως θα ήταν τουλάχιστον βαρβαρότητα, αν όχι μικρόνοια, να κατακρίνει κανείς συλλήβδην και χωρίς καμία διάκριση ανθρώπους που εργάζονται για το κράτος. Ενίοτε για το δημόσιο συμφέρον. Εξάλλου, τα τρία αυτά στοιχεία δεν αποτελούν μονοπώλιο κανενός χώρου, μια χαρά ζουν και βασιλεύουν και στην εργασία και στις συναλλαγές των «ιδιωτών».

Θα πρέπει να είναι κανείς εξωγήινος, αθεράπευτα νάρκισσος ή εξοργιστικά νέος στην ηλικία για να μην έχει πέσει ουδέποτε την αντίληψή του μήτε ένας εργατικός, μήτε ένας τίμιος δημόσιος υπάλληλος. Εκείνος που παρά τα πτυχία του έχασε χρόνια από τη ζωή του για να δώσει αδιάβλητες εξετάσεις προκειμένου να εργαστεί σε δημόσια θέση. Εκείνος που εργάζεται σκληρά και ευσυνείδητα υπό αντίξοες συνθήκες θέτοντας σε δεύτερη μοίρα την οικογενειακή ζωή και ενδεχομένως σε κίνδυνο την δική του. Ο δημόσιος υπάλληλος τις περισσότερες φορές ζει μετρημένα και αθόρυβα, με ένα μισθό που οι περισσότεροι ελεύθεροι επαγγελματίες  μέχρι πριν λίγο καιρό χλεύαζαν και απαξιούσαν. 

Το μεγαλύτερο ατόπημα του κειμένου αποτελεί η διαιρετική συλλογιστική, ανάμεσα σε αξιοπρεπείς ιδιώτες  και δημοσίους υπανθρώπους. Όχι τα δύο μέρη της διάζευξης, αλλά η ίδια η διάζευξη. Η σημερινή διεθνής οικονομική, κοινωνική, πολιτική κατάσταση δεν έχει χώρο για καμία διαίρεση, δεν σηκώνει κανέναν διαχωρισμό. Για παρόμοιες τακτικές και ιδεοληψίες σαν χώρα και ως πολίτες του κόσμου έχουμε πληρώσει ακριβό τίμημα.

Η δημοσιογραφία αποτελεί άσκηση λόγου για τα δημόσια θέματα, αλλά με τρόπο που αρμόζει στο δημόσιο ήθος. Δημοσιογραφία σημαίνει ασκώ κριτική πρώτα στον εαυτό μου, μετά στον πλησίον μου, εν συνεχεία στον απέναντί μου, και πάντα, μα πάντα, σε εκείνον που ασκεί την εξουσία. Δεν γράφει κανείς για να ευλογήσει τα γένια του, μήτε να ρωτήσει επιτακτικά τον καθρέφτη: καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, είναι κανένας πιο άξιος, πιο αξιοπρεπής, πιο ακέραιος από εμένα;

Λέγεται ότι αυτό που καταγγέλλουμε αποτελεί αντικείμενο συγκαλυμμένης λατρείας. Σε πιο ήπια διατύπωση, ότι θέλει πολύ μυαλό για να μη μοιάσεις σε αυτό που κοροϊδεύεις. Εκείνοι που από την ηλικία των δέκα ετών έκαναν κάθε δυνατή δουλειά του ποδαριού, διότι δεν είχαν ουδέποτε την πολυτέλεια στην ζωή τους να εργαστούν για το παντεσπάνι, αλλά δούλευαν εξ αρχής για το ψωμί όλης της οικογένειας, έλεγαν πάντοτε την πιο σοφή κουβέντα. Των φρονίμων ολίγα.

Την επόμενη φορά που κάποιος από εμάς εκφέρει άποψη για τον δάσκαλο ο οποίος στις κενές ώρες του εβδομαδιαίου προγράμματος κάνει μάθημα στους μαθητές που χρειάζονται βοήθεια, χωρίς να αμείβεται για αυτό, την επόμενη φορά που θα κρίνουμε τους αξιωματικούς της τροχαίας που ξεκινάνε –ορισμένοι εξ αυτών χωρίς να βρίσκονται καν σε υπηρεσία, απλώς ως ένδειξη αλληλεγγύης στους συναδέλφους– μέσα σε θανατερή ομίχλη ή θηριώδη χιονιά να προσεγγίσουν αποκλεισμένους ή τραυματισμένους, ας είμαστε πιο φειδωλοί στα λόγια, και πιο μεγαλόθυμοι στην καρδιά. Όπου γενικότης, εκεί και επιπολαιότης.


Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή

Τεύχη

Τις συναλλαγές με το Books' Journal διασφαλίζει η Alpha Bank

Image