Οι αποσυνάγωγοι της Ιστορίας

Οι αποσυνάγωγοι της Ιστορίας

Πάνος Νιαβής, Δέκα πόντους μαύρο χιόνι. Μυθιστόρημα, Αρμός, Αθήνα 2022, 488 σελ.

Πάνος Νιαβής, Το μαύρο γάλα της ήττας. Μυθιστόρημα, Αρμός, Αθήνα 2025, 488 σελ.

Τι ήταν ο εμφύλιος στις μικρές κοινωνίες που τον έζησαν με μεγάλη ένταση; Ένα τοπίο ηθικής και μνημονικής ερημιάς, λέει ο Πάνος Νιαβής, ένα πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό αδιέξοδο που στηρίζεται στη βία, στον κομματισμό και στον κοινωνικό αυτοματισμό. Με φόντο τη μεγάλη ιδεολογική και πολιτική περιπέτεια του εμφύλιου μίσους της Ελλάδας, ο συγγραφέας στήνει δυο μοναδικά μυθιστορήματα, με ήρωες δυο πρόσωπα που τα καθόρισε η Ιστορία: τη Δασιά, μια Φόνισσα σε ακραίες συνθήκες πόλωσης και μίσους· και τον Γία Λιοκή, που ζει στην Αθήνα χρόνια μετά, αλλά με τη μνήμη του εμφύλιου μίσους να καθορίζει τις επιλογές του. Τα δύο πρώτα βιβλία μιας τριλογίας της μνήμης του Πάνου Νιαβή υποκινούνται από μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη: την ανάγκη της κατανόησης των ιστορικών αδιεξόδων μιας χώρας που, ακόμα, δεν έχει ξεπεράσει τα τραύματά της. [ΤΒJ]

Υπάρχουν λογοτεχνικά έργα που αφηγούνται μια ιστορία. Υπάρχουν και άλλα που αναμετρώνται με την ιστορία που αφηγούνται – και συχνά μέσω της εξιστόρησης, με την Ιστορία, στην οποία τοποθετούνται.

Για τον Πάνο Νιαβή, η μετάβασή του από την ποίηση στη μυθιστορία δεν υπήρξε απλώς αλλαγή εκφραστικού τρόπου και είδους αλλά, ίσως, διεύρυνση ορίζοντα. Μετά τις ποιητικές συλλογές Ο μαύρος κότσυφας στο χιόνι (κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Samizdat του αξέχαστου Δημήτρη Τριανταφυλλίδη) και Η τριγωνομετρία των παθών (από το Μελάνι της Πόπης Γκανά), ο συγγραφέας εισήλθε δυναμικά στο χώρο του ιστορικού μυθιστορήματος με το Δέκα πόντους μαύρο χιόνι, για να συνεχίσει, περίπου τρία χρόνια αργότερα, με Το μαύρο γάλα της ήττας. Είναι τα δύο πρώτα μέρη μιας τριλογίας που εξελίσσεται σε ουσιαστική κατάθεση μνήμης και συνείδησης.

 

Μια Φόνισσα στον Εμφύλιο

Το Δέκα πόντους μαύρο χιόνι δεν λειτουργεί ως απλή αφήγηση μιας εποχής, αλλά είναι μια λογοτεχνική σκαπάνη που ανασκάπτει τον ψυχικό και ιστορικό ορίζοντα της ελληνικής ενδοχώρας στα χρόνια του Εμφυλίου. Ο Νιαβής αποφεύγει επιμελώς τις ιδεολογικές ψιμυθιώσεις. Δεν αναζητά δικαιώσεις ούτε αναπαράγει τα γνωστά στερεότυπα. Αντιθέτως, στήνει ένα τοπίο ηθικής και μνημονικής ερημιάς, όπου η κοινότητα διαλύεται υπό το βάρος της βίας και της καχυποψίας.

Η Δασιά, η ηρωίδα του έργου, δεν είναι μια μορφή που μπορεί να καταταγεί εύκολα στο αντιθετικό σχήμα καλό και κακό. Λειτουργεί ως μαγνήτης του ανήθικου, χωρίς να αποτελεί τη γενεσιουργό του αιτία. Πάνω της συσσωρεύονται οι πιέσεις και τα βάρη μιας μικροκοινωνίας που έχει εσωτερικεύσει τη βία, τον κομματισμό και τον κοινωνικό αυτοματισμό. Οι ακραίες και τραγικές πράξεις της –συχνά αποτρόπαιες– δεν πηγάζουν από μια έμφυτη διαστροφή αλλά από την αγωνιώδη ανάγκη επιβίωσης ενός πλάσματος παγιδευμένου σε ασφυκτικές συνθήκες.

Η συγγένεια της Δασιάς με την ηρωίδα της Φόνισσας του Παπαδιαμάντη είναι προφανής, αλλά όχι μιμητική. Αν η Φραγκογιαννού κινείται σχεδόν μηχανικά προς την καταστροφή, η Δασιά παραμένει μια ύπαρξη αντιφατική, ικανή ακόμη και να γεννήσει ζωή μέσα στο χαλασμό. Η σκηνή της μοναχικής γέννας συνιστά τον υπαρξιακό πυρήνα του μυθιστορήματος. Αυτό ακριβώς είναι μια πράξη δημιουργίας που αντισταθμίζει το μαύρο χιόνι της συλλογικής ενοχής. Εδώ δεν έχουμε άρση της ενοχής, αλλά μεταβολή της σε αφήγηση. Η μνήμη δεν εξαγνίζει... Μετασχηματίζει.

Ο Νιαβής κατορθώνει να αποδώσει τον Εμφύλιο όχι ως ένα ιστορικό ντοκουμέντο αλλά ως τραύμα που επιμένει. Η αφήγηση εκτείνεται πανοραμικά όπως τα βουνά που περιβάλλουν τον τόπο της δράσης και, ταυτόχρονα, διεισδύει στον εσωτερικό κόσμο των προσώπων με ακρίβεια σχεδόν χειρουργική. Το πραγματικό και το φανταστικό συνυφαίνονται σε μια «μυθιστορία τεκμηρίων», όπου η λογοτεχνία αναλαμβάνει ρόλο διάσωσης και κρατά ζωντανή μια μορφή ζωής που παρήλθε για να τη μετατρέψει σε παρακαταθήκη μέσα από σκληρό και συγκλονιστικό τρόπο.

 

Η βαριά σκιά της ήττας

Με Το μαύρο γάλα της ήττας, ο συγγραφέας διευρύνει αποφασιστικά το πεδίο του. Αν στο πρώτο βιβλίο κυριαρχεί η τραγωδία της κοινότητας, στο δεύτερο δεσπόζει η βαριά σκιά της ήττας, όχι μόνο πολιτικής ή ιστορικής ήττας αλλά μιας ήττας που ισοδυναμεί με υπαρξιακή συντριβή. Το νέο μυθιστόρημα διαθέτει πλήρη αυτονομία, ωστόσο συνομιλεί οργανικά με το προηγούμενο, μεταφέροντας το βάρος από τον συλλογικό όλεθρο στη μοναχική απογύμνωση της συνείδησης.

Η αφήγηση ξεκινά ένα βράδυ στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Σκουφά. Εκεί ζει ο Γίας Λιοκής, σύζυγος της Δασιάς, ο οποίος έχει μεταμορφωθεί σε μεγαλοεκδότη που καθορίζει τα λογοτεχνικά πράγματα του τόπου. Ο Γίας παρουσιάζεται τρισυπόστατος: Σέτος, ο αγωνιστής της Μακρονήσου, Λιόσκα, αξιωματικός της KGB με σκοτεινές αποστολές και, τέλος, ο γηραιός Γίας, μεταφερμένος σε γηροκομείο μετά από εγκεφαλικό, στοιχειωμένος από τις μορφές της Δασιάς και της δολοφονημένης κόρης του, Καρίας.

Η τριπλή αυτή υπόσταση δεν είναι απλώς αφηγηματικό εύρημα. Αντανακλά την πολλαπλότητα και τη ρευστότητα της σύγχρονης ταυτότητας. Στις κρύες νύχτες του γηροκομείου, οι τρεις ετεροπροσωπίες του ήρωα διασταυρώνουν τα λεκτικά τους ξίφη, αναπαριστώντας τη σύγκρουση ιδεολογιών και βιωμάτων που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα. Η διαμάχη τους αντανακλά τη δική μας εποχή, όπου η εχθροπάθεια απέναντι στον Άλλο και η αδυναμία αποδοχής της διαφορετικής άποψης συνιστούν καθημερινή εμπειρία.

Καθοριστική είναι η παρουσία της Ντούσκας, της ρωσίδας φυσικοθεραπεύτριας που έρχεται από τα βάθη της Σιβηρίας και από τις φυλακές του Χαρπ. Μέσα από τη δική της οπτική αφηγείται την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, προσθέτοντας ένα ακόμη επίπεδο ιστορικής μνήμης. Στο πρόσωπό της ο Γίας διεκδικεί τα τελευταία ψήγματα έρωτα, σαν να προσπαθεί να ανακτήσει ό,τι του στέρησαν η ιδεολογία, η βία και η ίδια του η ζωή.

Εδώ η ήττα δεν περιορίζεται σε πολιτική διάσταση. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος, αντικρίζοντας τον θάνατο, αδυνατεί πλέον να πει ψέματα στον εαυτό του. Ως κλειδί λειτουργεί η αναφορά στα Γράμματα στη Μιλένα του Κάφκα: τα αποχαιρετιστήρια λόγια λένε πάντα την αλήθεια, γιατί ο θάνατος δεν ανέχεται ψευδαισθήσεις. Ο Νιαβής φαίνεται να σκαλίζει ακριβώς αυτό το σημείο. Τι πραγματικά συμβαίνει όταν οι άνθρωποι ξοδεύονται πολεμώντας για υψηλόφρονες σκοπούς και ανακαλύπτουν πως η ιδεολογία τους καταρρέει μέσα στον εύθραυστο μικρόκοσμο της ψυχής τους.

Η αφήγηση διατηρεί έντονο ποιητικό υπόστρωμα και συνομιλεί μορφολογικά με τον μαγικό ρεαλισμό. Το υπερφυσικό στοιχείο, όπως η επίσκεψη της Δασιάς στον ύπνο του Γία, ή η παρουσία της νεκρής κόρης, δεν λειτουργεί ως εντυπωσιασμός, αλλά ως αναγκαία γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, στη μνήμη και στην ενοχή. Το πραγματικό και το φανταστικό συνυπάρχουν, όπως συνυπάρχουν στην ανθρώπινη συνείδηση το τραύμα και η επιθυμία για λύτρωση.

Στο σύνολό τους, στα δυο πρώτα βιβλία της αναμενόμενης τριλογίας του Πάνου Νιαβή, επιχειρείται κάτι φιλόδοξο: να μετατραπεί η Ιστορία σε ηθικό πεδίο δοκιμασίας. Ο συγγραφέας δεν επιδιώκει να δικαιώσει ή να εξαγνίσει. Αντίθετα, επιμένει στην κατανόηση. Η λογοτεχνία, του συγκεκριμένου συγγραφέα εδώ, δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, απλώς ανοίγει δρόμους προς το φως μέσα από τη βαρυχειμωνιά της μνήμης.

Η σημασία των δύο αυτών μυθιστορημάτων δεν έγκειται μόνο στην αφηγηματική τους αρτιότητα ή στη θεματική τους τόλμη. Έγκειται κυρίως στην επιμονή τους να φωτίσουν το σημείο όπου η ατομική μοίρα συναντά την ιστορική καταστροφή. Εκεί όπου ο άνθρωπος καλείται να αναμετρηθεί με τις επιλογές του, με τις αυταπάτες του, με τη θνητότητά του.

Ο Νιαβής δείχνει πως η θνητότητα δεν είναι απλώς βιολογικό δεδομένο αλλά πηγή αξίας. Η επίγνωση του τέλους καθιστά την αγάπη, τον έρωτα, ακόμη και την ενοχή, ουσιαστικά μεγέθη. Η ήττα, όσο οδυνηρή κι αν είναι, μπορεί να μεταβληθεί σε γνώση. Και η μνήμη, όσο βαριά κι αν μοιάζει, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα προς την κατανόηση.

Σε μια εποχή όπου η Ιστορία συχνά κακοποιείται από ιδεολογικές μονομέρειες ή απονευρώνεται σε άχρωμα σχολικά αφηγήματα, η τριλογία του Πάνου Νιαβή επιμένει να τη μετατρέπει σε ζωντανό σώμα. Ένα σώμα που πονά, θυμάται, ερωτεύεται και τελικά ζητά συγγνώμη. Κι ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο στοίχημα της λογοτεχνίας του, να καλέσει δηλαδή τον αναγνώστη να πάρει στην ευρύχωρη αγκάλη της κατανόησης ακόμη και τους αποσυνάγωγους της Ιστορίας, αναγνωρίζοντας πως πίσω από κάθε πράξη –όσο σκοτεινή κι αν είναι– υπάρχει ένας άνθρωπος που πάλεψε, έσφαλε και πλήρωσε.

Έτσι, μέσα από το μαύρο χιόνι και το πικρό γάλα της ήττας, αναδύεται μια επίμονη πίστη στο φως. Όχι ως ρητορικό σχήμα, αλλά ως βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Και αυτή η πίστη είναι που καθιστά τα μυθιστορήματα του Νιαβή από τις ουσιαστικότερες σύγχρονες λογοτεχνικές καταθέσεις πάνω στη μνήμη, την ενοχή και τη δυνατότητα της κατανόησης.

 

 

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή