Κωνσταντίνα Ζηροπούλου, Ψυχή μου προς τα επάνω! Για το θέατρο της Χρύσας Σπηλιώτη, Παπαζήση, Αθήνα 2025, 446 σελ.
Η Κωνσταντίνα Ζηροπούλου αφιερώνει το τελευταίο βιβλίο της σε μια σημαντική ηθοποιό του θεάτρου που βρήκε τραγικό θάνατο στη μεγάλη πυρκαγιά του Ματιού, το καλοκαίρι του 2018: τη Χρύσα Σπηλιώτη. Επρόκειτο για μια ηθοποιό που εργάστηκε συστηματικά σε πλειάδα, διαφορετικών ειδών και απαιτήσεων, ρόλων του παγκόσμιου θεατρικού (και δικού της) ρεπερτορίου. Πρόκειται για μια θεατρολογική προσωπογραφία με πολλαπλές εστιάσεις, για μια ηθοποιό και θεατρική συγγραφέα που χάθηκε νωρίς – αλλά και για μια πολύ ζωντανή περίοδο του ελληνικού θεάτρου. [ΤΒJ]
Όπως και στις προηγούμενες εκτεταμένες μελέτες της (Γιώργος Σεβαστίκογλου. Αγωνιστής του θεάτρου και της ζωής, Μεταίχμιο 2016, Το θέατρο του Ανδρέα Στάικου. Στοιχεία ποιητικής, Σοκόλη 2019), για να μείνω μόνο σε αυτές και όχι στην υπόλοιπη πλούσια αρθρογραφία της, που διακατέχεται ωστόσο από αντίστοιχη τάση και στάση, η Κωνσταντίνα Ζηροπούλου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών, εστιάζει σε καλλιτεχνικά –σημαντικά με διαφορετικούς τρόπους– πρόσωπα της νεότερης και της σύγχρονης θεατρικής και πολιτιστικής σκηνής, τα οποία η ίδια γνωρίζει, θαυμάζει και εκτιμά σε πλάτος και βάθος: είτε άμεσα, όπως στην περίπτωση του Ανδρέα Στάικου, είτε έμμεσα, όπως στην περίπτωση του αείμνηστου Γιώργου Σεβαστίκογλου, στη σφαιρική ανάδειξη του έργου του οποίου συνέβαλε η μακρόχρονη προσωπική σχέση της συγγραφέως με την αείμνηστη επίσης Άλκη Ζέη, που παρείχε, με γενναιοδωρία και πλήρη εμπιστοσύνη, αρχειακό υλικό και πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο τού διά βίου συντρόφου της. Αυτή η εκ βάθους και εκ του σύνεγγυς γνωριμία με το αντικείμενο/υποκείμενο της μελέτης της, σε συνδυασμό με ένα πολύ πλούσιο πρόσθετο υλικό μαρτυριών και συνεντεύξεων, που συγκεντρώνει, αξιοποιεί και ενσωματώνει κριτικά στις μελέτες της κάθε φορά η Ζηροπούλου, προσδίδει στα γραπτά της –παράλληλα με την προφανή ακαδημαϊκή στιβαρότητα, που απορρέει από αυτή τη βέβαιη (διασταυρωμένη με πολλαπλούς τρόπους και χαλκευμένη μέσα από την αντίστοιχη βιβλιογραφική υποστήριξη) γνώση– μια υπόρρητη όσο και διάχυτη εκφραστική τρυφερότητα και υφολογική αμεσότητα, που δεν είναι σύνηθες ίδιον της ακαδημαϊκής γραφής. Μια τρυφερότητα και μια αμεσότητα που κορυφώνονται, αλίμονο, στο συγκεκριμένο βιβλίο, το οποίο η Ζηροπούλου ξεκίνησε να γράφει, όπως μας λέει η ίδια στον πρόλογό της, ένα χρόνο μετά τον αιφνίδιο και τραγικό θάνατο της «φίλης» Χρύσας Σπηλιώτη στο αδυσώπητο Μάτι, τον Ιούλιο του 2018, με «αφετηρία και κίνητρο» τη «βαθιά εκτίμησή της για το πολύπλευρο έργο της» (σ. 13).
Μια γυναίκα που όριζε το τοπίο
Με τη μονογραφία της για τη Χρύσα Σπηλιώτη –και διαφορετικά από τα άλλα πρόσωπα που έθρεψαν τα προηγούμενα βιβλία της– η Ζηροπούλου βρίσκει την ευκαιρία να μελετήσει μία, μεταξύ άλλων λειτουργημάτων της, καταρχήν ηθοποιό, η οποία δοκιμάστηκε σε πλειάδα, διαφορετικών ειδών και απαιτήσεων, ρόλων του παγκόσμιου θεατρικού (και δικού της) ρεπερτορίου. Μια «κατηγορία» καλλιτεχνών, την οποία η Ζηροπούλου εκτιμά και γνωρίζει πολύ καλά, μέσα από την πολύχρονη εκπαιδευτική θητεία της στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, θητεία η οποία έχει επιτρέψει στη θεωρητικό και ιστορικό του θεάτρου τη ζωτική επαφή με την εν τη γενέσει και εν εξελίξει θεατρική πράξη και τους εν τη γενέσει και εν εξελίξει νέους θεράποντές της. Με αυτή την –και πάλι εμπειρική και βιωματικά σμιλεμένη μέσα στο χρόνο– προσέγγιση του υποκριτικού λειτουργήματος, η Ζηροπούλου μάς προσφέρει, έτσι, μια από τις σπάνιες σφαιρικές προσεγγίσεις πάνω στην πολυεπίπεδη κατάθεση μιας συγκεκριμένης ηθοποιού, αξιοποιώντας την προσωπική αντιληπτική της εμπειρία ως ειδικευμένης θεατή, ποικίλα θεατρολογικά τεκμήρια (δημοσιεύματα Τύπου, μαρτυρίες, συνεντεύξεις, φωτογραφικό υλικό, κυρίως κριτικογραφία, ευρύτερη θεατρολογική βιβλιογραφία) και προτείνοντας ένα πολύ χρήσιμο (και ζητούμενο) στις θεατρικές σπουδές «μοντέλο» μελέτης γενικότερα της υποκριτικής.
Με άξονα την ανάλυση του έργου της Χρύσας Σπηλιώτη, το βιβλίο της Ζηροπούλου προσφέρει, επιπρόσθετα, μια πανοραμική χαρτογράφηση όλου του νεότερου και σύγχρονου θεατρικού τοπίου. Ένα τοπίο το οποίο θεμελιώθηκε από (και θεμελίωσε) την πρώιμη και όψιμη μεταπολεμική «Γενιά της Αφθονίας» των Baby Boomers (1946-1964), συνδιαμορφώθηκε από και συνδιαμόρφωσε την «ξεχασμένη γενιά» Χ (1965-1980), κληροδοτήθηκε (με πολλές ανακατατάξεις και νέες εισόδους εντός του) στη Γενιά των «ψηφιακών πρωτοπόρων» Y ή Millennials (1981 – 1996/2000), αφήνει τον απόηχό του στη Γενιά των «Zoomers σε δράση» ή Gen Z (1997/2000 – 2010/2015) –αν σκεφτεί κανείς ότι η τελευταία παράσταση στην οποία έπαιξε η Σπηλιώτη ήταν το 2018 αλλά και ότι πολλές παραστάσεις θεατρικών έργων της έγιναν την τελευταία πενταετία– και Κύριος οίδε τι από όλα όσα δημιουργικά, διαλογικά, συγκρουσιακά έγιναν σε όλο αυτό το σύνθετο, πρώιμο και όψιμο μεταπολιτευτικό τοπίο, θα μείνουν ως (αχνά ή έντονα ή ανύπαρκτα) αποτυπώματα στη «Γενιά της τεχνητής νοημοσύνης» Gen Alpha (2010/2015 και εξής): Θέατρο της Άνοιξης, Ελεύθερη Σκηνή, Θέατρο Αεικίνητο, Ανοιχτό Θέατρο, Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, Θέατρο του Νότου, για να αναφέρουμε μόνο ορισμένους από τους «κεντρικούς» αθηναϊκούς οργανισμούς με τους οποίους συνεργάστηκε ως ηθοποιός η Χρύσα Σπηλιώτη, στους οποίους προστίθενται ένα πλήθος άλλων αθηναϊκών και μη-αθηναϊκών, αστικών και περιφερειακών, ηπειρωτικών και νησιωτικών, κρατικών, δημοτικών και ιδιωτικών, επαγγελματικών και ερασιτεχνικών, θεατρικών οργανισμών (για να μην αναφερθούμε στους οργανισμούς του εξωτερικού), που ανέβασαν θεατρικά έργα της Σπηλιώτη και συνθέτουν έναν εξαιρετικά ευρύτερο (και πολύ σπάνιο ως προς τη χρονική πυκνότητα και τη χωρική εμβέλειά του) ανθρωπογεωγραφικό χάρτη, πολύ πρόσφορο για γόνιμους (κοινωνιολογικά και θεατρολογικά) προβληματισμούς και στοχασμούς πάνω στις πολιτικές ρεπερτορίου του κέντρου και της περιφέρειας. Πέραν του μεταπολιτευτικού και σύγχρονου θεατρικού τοπίου, που εμπεριέχεται στη ζωή της Σπηλιώτη και αντανακλάται στο βιβλίο της Ζηροπούλου, και στα δύο αυτά πεδία εγγράφεται εξίσου ένας πολύ ευρύτερος πολιτιστικός ορίζοντας, στον οποίο κινήθηκε και τον οποίο κίνησε η Σπηλιώτη με την υποκριτική, συγγραφική, σκηνοθετική δυναμική της: πεζογραφικό έργο, συμμετοχή σε τηλεοπτικές σειρές, σε κινηματογραφικές, ταινίες, συγγραφή παραμυθιών για το ραδιόφωνο, σεμινάρια θεατρικής γραφής και εργαστήρια υποκριτικής που παρείχε η ίδια, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, διοικητικό έργο σε θεατρικούς οργανισμούς.
Κοινωνικό θέατρο
Το βιβλίο της Ζηροπούλου δεν είναι όμως μόνο μια πολύ τεκμηριωμένη «ιστορικά» μονογραφία πάνω στην εργοβιογραφία της Σπηλιώτη και στο ευρύτερο θεατρικό και πολιτιστικό πεδίο στο οποίο αυτή εντάχθηκε. Μαζί με και πέρα από τα παραπάνω, το βιβλίο προχωρά σε μεγάλο μέρος του στη δραματολογική ανάλυση και ανάδειξη της δυναμικής καθαυτού του θεατρικού έργου της Σπηλιώτη, με βάση συγκεκριμένους θεματικούς άξονες αλλά και με βάση συγκεκριμένα θεωρητικά-μεθοδολογικά εργαλεία, που η συγγραφέας κρίνει σε κάθε περίπτωση πιο πρόσφορα για την προσέγγιση ενός συγκεκριμένου δείγματος ή μιας ομάδας δειγμάτων. Σ’ αυτή την παραδειγματική δραματολογική ανάλυση αφιερώνεται το τρίτο (και εκτενέστερο) κεφάλαιο Γ΄ του βιβλίου. Έπειτα από ένα πρώτο εισαγωγικό μέρος («Α. Το πλαίσιο αναφοράς», σ. 119-126), όπου συνοψίζεται καταρχάς το «ιστορικό» των –πολυσυζητημένων στη θεωρία της λογοτεχνίας, στη φεμινιστική θεωρία και ευρύτερα στις σπουδές φύλου– όρων «γυναικεία γραφή», «γυναικοκριτική» και «γυναικοκεντρική δραματουργία», και έπειτα από ένα δεύτερο εισαγωγικό μέρος όπου συνοψίζεται το «ιστορικό» της παρουσίας και των δραματουργικών διαφοροποιήσεων των γυναικών θεατρικών συγγραφέων στη νεότερη Ελλάδα, τη σκυτάλη παίρνει στη συνέχεια η εκ του σύνεγγυς («close reading», σ. 132) δραματολογική ανάλυση τής σε μεγάλο (ποσοτικό και ποιοτικό βαθμό) γυναικοκεντρικής (αν και όχι ριζοσπαστικά και ακτιβιστικά φεμινιστικής, όπως επισημαίνει εύστοχα η συγγραφέας, σ. 129) θεατρικής γραφής της Σπηλιώτη («Β. Η γυναικοκεντρική δραματουργία της Χρύσας Σπηλιώτη: Γυναίκες σε αναζήτηση ταυτότητας»). Εδώ, με θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία αντλημένα από τη φεμινιστική κυρίως κριτική («του δευτέρου και του τρίτου κύματος», σ. 130) αλλά και τη (συχνά συμπορευόμενη) ψυχαναλυτική θεωρία (στην περίπτωση των έργων Ποιος ανακάλυψε την Αμερική και Πόρτες), η Ζηροπούλου ανατέμνει κατά ομάδες την κατάθεση της Σπηλιώτη με βάση τους θεματικούς άξονες «Μητρότητα» (έργα: Πόρτες, Με διαφορά στήθους, Ποιος ανακάλυψε την Αμερική; Ο γιος μου, Νικόλαος Μάντζαρος, Το μάτι της τίγρης, Ποιος κοιμάται απόψε;), «Εργασία» (έργα: Ποιος κοιμάται απόψε;, Το μάτι της τίγρης, Σκοτσέζικο ντους) και «Προσωπικές σχέσεις» (έργα: Πόρτες, Αγκά... σφί... και φί..., Ποιος ανακάλυψε την Αμερική;), που, κατά τη θεατρολόγο συγγραφέα, «αποτελούν πεδία όπου όχι μόνο αναπαράγονται αλλά και αμφισβητούνται οι έμφυλοι ρόλοι και τα κοινωνικά στερεότυπα» (σ. 132) σχετικά με τη γυναικεία ταυτότητα.
Η «οριζόντια» και όχι κάθετη ανάλυση (καθώς διαφορετικοί θεματικοί άξονες διατρέχουν εξίσου περισσότερα από τα παραπάνω έργα αναφοράς) διανοίγεται στο αμέσως επόμενο υποκεφάλαιο Γ΄ προς την «κοινωνικοπολιτική διάσταση του θεάτρου της Χρύσας Σπηλιώτη», όπου ο αναλυτικός φακός συμπεριλαμβάνει και πάλι (με τη χρήση της μετα-αποικιακής κυρίως εδώ θεωρίας, που αναδεικνύει «τον χώρο του θεάτρου ως χώρο αποδόμησης κυρίαρχων αφηγήσεων και ανασύστασης περιθωριακών φωνών», σ. 221) το Ποιος κοιμάται απόψε; (όπου η θεματική της «μητρότητας» συναντά τη θεματική της πολλαπλής έμφυλης, κοινωνικής και οικονομικής περιθωριοποίησης) αλλά και εστιάζει διεξοδικά στο βαθιά επίσης πολιτικό Φωτιά και Νερό. Δύο έργα «θεάτρου-διαμαρτυρίας» (σ. 216), που αντικατοπτρίζουν «τις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις της Ελλάδας την περίοδο της οικονομικής κρίσης (2009-2018)», φέρνουν «στο προσκήνιο ζητήματα όπως είναι το μεταναστευτικό, η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών, η εργασιακή επισφάλεια και η κρίση αξιών» (σ. 215) και, παράλληλα, διερευνούν «τη σύνθεση σχέση ανάμεσα στο φύλο και την εξουσία» (σ. 216), καθώς και «ζητήματα ετερότητας και πολιτισμικής σύγκρουσης» (σ. 217): ζητήματα τα τελευταία που εντάσσονται από τη Ζηροπούλου –στο εισαγωγικό μέρος της Γ΄ αυτής ενότητας του Γ΄ Κεφαλαίου– στο «ευρύτερο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας (σ. 217-220) αλλά και σε ένα διαχωροχρονικό ορίζοντα πολιτικής λειτουργίας του θεάτρου, που ανάγει τις απαρχές του στην αρχαία τραγωδία, περνά από το Θέατρο του Καταπιεσμένου του Augusto Boal (σ. 229) και συναντά το «Θέατρο του Πραγματικού» (σ. 232).
Το σκοτεινό έως ζοφερό (προσωπικό, οικογενειακό, κοινωνικό, πολιτικό, εργασιακό) θεματικά κλίμα που ανατέμνει δραματουργικά η Σπηλιώτη και δραματολογικά η Ζηροπούλου αποφορτίζεται στην τέταρτη ενότητα του Γ΄ Κεφαλαίου («Δ. Δραματουργική φόρμα. Δραματικές τεχνικές. Χιούμορ και στοιχεία κωμωδίας»), η οποία διαπερνά όλα τα παραπάνω έργα της Σπηλιώτη –από το πρώτο της έργο Ποιος ανακάλυψε την Αμερική; (1997) έως το τελευταίο Ο γιος μου, Νικόλαος Μάντζαρος (2018)– εντοπίζοντας και αναδεικνύοντας τις δραματικές τεχνικές με τις οποίες το χιούμορ και η κωμική αίσθηση συμπορεύονται με τη δραματικότητα (της πλοκής και των θεμάτων), λειτουργώντας αντιστικτικά, τόσο σε φιλοσοφικό και οντολογικό επίπεδο («παρουσιάζοντας τη ζωή στην πολλαπλότητά της», σ. 245), όσο και σε δραματουργικό και δυνάμει σκηνοθετικό επίπεδο, αποφορτίζοντας εντάσεις, δημιουργώντας διαφορετικές τονικότητες και, ενδεχομένως, προτείνοντας αισιόδοξες θυρίδες αντίστασης στην περιρρέουσα οδύνη: Κωμικές (αμήχανες, αδέξιες, αδιέξοδες) καταστάσεις· παρεξηγήσεις, απρόβλεπτες συμπτώσεις και αναπάντεχες εξελίξεις· χρήση ειρωνείας, σάτιρας, αυτοσαρκασμού, υπερβολής, γκροτέσκ, μαύρου χιούμορ και παρωδίας· γλωσσικό χιούμορ (λογοπαίγνια, ευφυολογήματα, στοιχεία αργκό, ιδιωματική γλώσσα, πολυγλωσσία, γλωσσικές παρεκκλίσεις)· κωμικές ανατροπές των προσδοκιών των (ενδοδραματικών και εξωδραματικών) θεατών· θέατρο εν θεάτρω, μεταθεατρικότητα και κατάφωρη προβολή της επιτελεστικότητας έναντι της αναπαραστατικότητας· εναλλαγές και αντιστροφές ρόλων, μεταμορφώσεις και ταυτοτική ρευστότητα των δραματικών προσώπων· στοιχεία σωματικής κωμωδίας (gags, slapsticks) και φαρσικές καταστάσεις, μηχανιστικές επαναλήψεις και αυτοματοποιημένες συμπεριφορές· ακραίες αναπαραγωγές κοινωνικών στερεοτύπων και ακραία στερεοτυπικοί χαρακτήρες.
Το Γ΄ Κεφάλαιο θα κλείσει με μια Πέμπτη Ενότητα και με την αναφορά στο έργο Αληθινή σου ιστορία; (Ε. Θέατρο για εφήβους. Από την Αληθινή ιστορία του Λουκιανού στην Αληθινή σου ιστορία; της Χρύσας Σπηλιώτη»), με το οποίο αφενός η θεατρική γραφή της Σπηλιώτη εκτείνεται δυναμικά προς την κατεύθυνση του εφηβικού θεάτρου, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά τη δραματουργική προσαρμοστική δεινότητά της, και αφετέρου η ανάλυση της Ζηροπούλου ισορροπεί επιτυχώς σε αυτό το επικίνδυνο σταυροδρόμι, όπου το ιδιαίτερα απαιτητικό εφηβικό θέατρο –καθώς ο/η συγγραφέας του «καλείται να ανταποκριθεί στις ψυχοκοινωνικές ανάγκες ενός κοινού που συγκροτεί την ταυτότητά του σε συνθήκες ρευστότητας και εσωτερικής αναζήτησης» (σ. 296)– συναντά την ιδιαίτερα απαιτητική θεατροποίηση ενός λογοτεχνικού-αφηγηματικού-φιλοσοφικού έργου, του Η αληθής ιστορία του Λουκιανού (2ος αι. μ.Χ.), ενός «από τα πιο πρώιμα δείγματα ειρωνικής ουτοπικής γραφής», με πολλές φιλοσοφικές προεκτάσεις και προδρομικά όσο και εντελή χαρακτηριστικά του «φανταστικού» και του υπερρεαλιστικού.
Αισιοδοξία
Πέρα από τους πολύ χρήσιμους παρεμβαλλόμενους Καταλόγους των υποκριτικών εμφανίσεων της Σπηλιώτη, των παραστάσεων των έργων της στην Ελλάδα και το εξωτερικό, της κριτικής πρόσληψης της ίδιας ως ηθοποιού και των έργων της ως συγγραφέως, πέρα από την εκτενή τελική βιβλιογραφία (σ. 329-353), πέρα από τα τελικά Ευρετήρια, πέρα από τις πολύτιμες και πολλές (33) «Μαρτυρίες φίλων και συνεργατών της» Χρύσας Σπηλιώτη, που υποκαθιστούν –πολύ εύστοχα, ανθρώπινα και πολυφωνικά– έναν οποιονδήποτε «τυπικό», ακαδημαϊκό και μονοφωνικό επίλογο, πέρα από τις πολλές φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, πέρα από όλα τα παραπάνω, άλλο πλεονέκτημα (και όφελος-δώρο) του βιβλίου είναι το πρόσθετο εποπτικό υλικό που παρέχεται μέσω δύο QR codes (νομίζω, μια πρωτοφανής ενσωμάτωση σε ελληνικό ακαδημαϊκό βιβλίο στις ανθρωπιστικές σπουδές): Φωτογραφίες Εκδόσεων – Επαγγελματικές Φωτογραφίες – Προσωπικές Φωτογραφίες και ένα εξαιρετικό βίντεο ντοκιμαντέρ (από την ηθοποιό-σκηνοθέτη και εγκάρδια φίλη της Χρύσας Σπηλιώτη, Αννέτα Παπαθανασίου) με ανεκτίμητο θεατρικό και θεατρολογικό υλικό. Το –ούτως ή άλλως εμποτισμένο στη θεατρική πράξη εξαρχής μέχρι τέλους– βιβλίο της Ζηροπούλου, αποκτά, χάρη (και) στο ενσωματωμένο αυτό μαγνητοσκοπημένο και φωτογραφικό υλικό, μια πρόσθετη πολύ σημαντική «εμβυθιστική» διάσταση, με τα θεατρικά αποσπάσματα να υποστηρίζουν τη θεατρολογική ανάλυσή τους και τη θεατρολογική ανάλυση να δικαιώνεται από την οπτικοακουστική αντιστοιχία των αρχειακών τεκμηρίων.
Τέλος, το βιβλίο της Ζηροπούλου αποπνέει μια αίσθηση μεγάλης αισιοδοξίας, που όλοι και όλες νομίζω ότι χρειαζόμαστε: Μια αισιοδοξία που πηγάζει από τη διαπίστωση ότι η εκδοτική παραγωγή μπορεί να εκβάλλει ενεργά και ουσιαστικά στον δημόσιο χώρο· ότι ο ακαδημαϊκός λόγος μπορεί να είναι –όχι μόνο βιβλιογραφικά, θεωρητικά και μεθοδολογικά υποστηριγμένος αλλά και– βιωματικός, άμεσος και συνυφασμένος με την εμπειρία και την πράξη· ότι η πρόσφατη θεατρική ιστορία στην Ελλάδα είναι πλήρης από άξιους θεατρικούς οργανισμούς και συντελεστές· ότι οι γυναίκες θεατρικές δημιουργοί έχουν όλο και μεγαλύτερο εκτόπισμα ως ηθοποιοί, σκηνοθέτες, συγγραφείς· το σημαντικότερο ίσως: ότι ο βιολογικός θάνατος μπορεί να μην καταργεί καθόλου τη μνημονική και νοερή επιβίωση του υποκειμένου μέσα στον χρόνο και στις βιολογικές ζωές των άλλων, ότι η ψυχή μπορεί να μην ταυτίζεται με τη ζωή, ότι η ψυχή μπορεί να είναι «προς το φως φτερανέβασμα» όταν η ζωή είναι «παραστράτισμα ή μαράζι», να ανέρχεται «προς τα πάνω» όταν η ζωή είναι «καταγής» και «σπρώχνεται σε βράχο για συντριμμιό» – για να δανειστώ κι εγώ εδώ λίγους στίχους από τα «Δεκατετράστιχα» του Κωστή Παλαμά, που ενέπνευσαν τη Σπηλιώτη για να κλείσει το θεατρικό έργο της Ποιος κοιμάται απόψε; και μεταστοιχειώθηκαν εύστοχα στον τίτλο του βιβλίου της Ζηροπούλου – που είναι το ίδιο μια μεγάλη ζεστή αγκαλιά σε μια «ψυχή προς τα επάνω».
Στην επιστημονική δωρεά που κάνουν οι εκδόσεις Παπαζήση με τη σειρά «Θεατρικοί Τόποι» και ο ακαταπόνητος διευθυντής της Γιώργος Πεφάνης, από το 2006 έως σήμερα (20 ολόκληρα χρόνια ήδη), η πρισματική κατάθεση της Ζηροπούλου έρχεται να ανοίξει την έβδομη δεκάδα θεατρολογικών μελετών και να προηγηθεί ακόμη μίας (υπό έκδοση) δεκάδας, όπως φαίνεται από τον τελικό κατάλογο που παρατίθεται στο βιβλίο: ένας πολύ ευρύς θεατρολογικός ορίζοντας (στα πεδία της ιστορίας, της θεωρίας, της θεατροφιλοσοφίας και της παιδαγωγικής του θεάτρου, του ελληνικού και του παγκόσμιου), στον οποίο το βιβλίο της Ζηροπούλου εντάσσεται επάξια, για να αφήσει το δικό του ιδιαίτερο, δυνατό και διαρκές αποτύπωμα.
Προσθήκη νέου σχολίου