
O Χατζιδάκις, o Κουνάδης και η «liedesque» εκδοχή του έντεχνου λαϊκού
No item found!

No item found!
Τον τελευταίο καιρό πληθαίνουν οι αντιδράσεις κατά των μέσων ενημέρωσης και των πολιτικών θέσεων που αυτά εκφράζουν. Λέγοντας τελευταίο καιρό, δεν εννοώ μόνο την πρόσφατη απόφαση της Νέας Δημοκρατίας να μποϋκοτάρει την κρατική τηλεόραση με αφορμή υβριστικό και άστοχο χαρακτηρισμό συνεργαζόμενου δημοσιογράφου κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Τελευταίο καιρό εννοώ όλη αυτήν την περίοδο της κρίσεως, όπου η δημοσιογραφία ετέθη στο επίκεντρο πολιτικής αντιπαραθέσεως. Η κραυγαλέα κομματικοποίηση ορισμένων δημοσιογράφων και η απροκάλυπτη πολιτική στράτευση ορισμένων ΜΜΕ κατέστησαν τον Τύπο βασικό και αναντικατάστατο πολιτικό παίχτη στο σύστημα εξουσίας.
Ασφαλώς και όλες οι περιπτώσεις δεν είναι ίδιες. Άλλες αξιώσεις για πλουραλιστική ενημέρωση έχουμε από την Δημόσια τηλεόραση άλλες από μια ιδιωτική εφημερίδα. Παρότι οι κανόνες δεοντολογίας που διέπουν την δημοσιογραφική έκφραση είναι ίδιοι για όλους, οι περιστάσεις μεταβάλλονται. Ο χώρος, ο χρόνος, το μέσο συγκαθορίζουν αποφασιστικά το επικοινωνιακό πλαίσιο. Άλλωστε αυτό είναι και κοινή πείρα, όλοι ξέρουμε ότι υιοθετούμε αντίστοιχο γλωσσικό ύφος με το περιβάλλον στο οποίο δρούμε. Περίπτωση από περίπτωση διαφέρει ακόμα και στην ουσία. Δεν είναι όλες τις φορές δίκαιη η διαμαρτυρία. Πολλές φορές οι πολιτικοί επιλέγουν να στοχοποιούν ένα κανάλι ή έναν δημοσιογράφο για να ρίξουν στην αρένα της δημόσιας χλεύης τον «ισχυρό με το μικρόφωνο» και να ικανοποιήσουν τα ταπεινά ένστικτα μιας διαρκώς οργισμένης κοινωνίας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πολιτικά κόμματα ήρθαν στο προσκήνιο με το «ρουφιάνοι, αλήτες, δημοσιογράφοι» και πολιτικοί έχτισαν καριέρα με το «αυτά που δεν λέει κανένα τσοντοκάναλο». Από κάποιο παράθυρο όλα αυτά σε οφθαλμοφανή αντίφαση, με το παράπονο της δήθεν τηλεοπτικής εξορίας.
Φυσικά ο Τύπος φέρει ακέραιες τις ευθύνες για τον διασυρμό του κύρους του. Όταν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι συχνά ενεργούν ως όργανα προπαγανδισμού κομματικών θέσεων, συσκοτίζοντας το ρόλο τους, είναι φανερό ότι δεν νοιάζονται για το εύγε του κοινού τους, αλλά επιδιώκουν τον έπαινο του κομματάρχη στον οποίο πρόσκεινται.
Παρά τις όποιες διαφορές ωστόσο, μια σύγκριση ως προς τον τρόπο αντίδρασης απέναντι στην ενοχλητική ή ακόμα και παρασιτική δημοσιογραφία μπορεί να γίνει. Πρόκειται για την «δικονομία» της διαμαρτυρίας των κομμάτων απέναντι σε μη φιλικά μέσα ενημέρωσης. Εξάλλου, η σύγκριση είναι μια μορφής σχέσεως που δεν εξομοιώνει τα συγκρινόμενα περιστατικά, αλλά αναδεικνύει τις διαφορές και υπογραμμίζει τις επιμέρους ομοιότητες. Δεν πρέπει να βλέπουμε συνεπώς το μπαράζ των διαδοχικών μποϋκοτάζ σε κανάλια ως πολλά μεμονωμένα περιστατικά που δεν επικοινωνούν μεταξύ του. Αντιθέτως, η επανάληψη του φαινομένου δείχνει να κανονικοποιεί αυτή της μορφή διαμαρτυρίας. Διαπλάστηκε μια οξείας βαρύτητας αντίδραση κατά της μεροληπτικής δημοσιογραφίας. Στη θέση της απειλής «θα αποχωρήσω από το πάνελ» με μικρόφωνα να εκσφενδονίζονται στον αέρα, φαίνεται να θεσμοθετείται η συμπαγής κομματική αποχώρηση από την εκπροσώπηση σε όλο το κανάλι. Ένα αντίποινο μαζικής αφωνίας.
Επ’ αυτού νομίζω ότι υπάρχουν δύο ισχυρά επιχειρήματα κατά της υιοθέτησης αυτών των μέτρων.
Σε ένα περιβάλλον όπου τα κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας είναι ελάχιστα, αν ριζώσει η τακτική του εμπάργκο, το αποτέλεσμα θα είναι τα στρατόπεδα να καταστούν πλήρως διαχωρισμένα. Δύο κόμματα, δύο ομάδες καναλικής υποστήριξης τους, δύο λεγεώνες δημοσιογράφων, δύο γκρουπ επιχειρηματιών και πάει λέγοντας. Δύο παράλληλοι, μετωπικά εχθρικοί κόσμοι που στρατολογούν όλο και περισσότερες κατηγορίες παιχτών στο άρμα της κομματικής εξουσίας.
Προσθήκη νέου σχολίου