
O Χατζιδάκις, o Κουνάδης και η «liedesque» εκδοχή του έντεχνου λαϊκού
No item found!

No item found!
Οι ιδέες και οι σκέψεις που θα παρουσιάσω βασίζονται περισσότερο σε γενικές παρατηρήσεις «από πλάγια οπτική γωνία» και την εμπειρία μιας ζωής μοιρασμένης ανάμεσα στην Ελλάδα και τη μη-Ελλάδα, παρά σε «σκληρά» εμπειρικά δεδομένα. Δεν περιμένω να συμφωνήσετε λοιπόν με αυτά που θα γράψω, αλλά και δεν επιδέχονται άμεσης διάψευσης – γιατί έχουν να κάνουν με αυτό που ίσως ένας καντιανός κοινωνιολόγος θα ονόμαζε το «πράγμα καθ’ εαυτό» της ελληνικής πραγματικότητας.
Αρχίζω με τρία αξιώματα:
Από αυτά τα τρία αξιώματα προκύπτουν πέντε συνέπειες που χαρακτηρίζουν την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα:
Στη μεταπολεμική και κυρίως στην μετεμφυλιακή Ελλάδα, για λόγους που δεν μπορούν να αναπτυχθούν εδώ, επικράτησαν συνθήκες που ευνόησαν την ενίσχυση και την επικράτηση μιας πληθυσμιακής πλειοψηφίας με αυτοαντίληψη πληβείου. Αυτή η εξέλιξη ανάγκασε την πολιτεία να οργανώσει μεγάλο μέρος των οικονομικών δομών έτσι ώστε να απορροφήσει αυτή την ομάδα του πληθυσμού και να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της.
Από την άλλη μεριά, αυτό ευνόησε την ομάδα των πατρικίων και της έδωσε τη δυνατότητα να επιδιώξει τους δικούς της σκοπούς με σχετικά μικρό οικονομικό και πολιτικό τίμημα, αποκομίζοντας σχετικά μεγάλο όφελος από το σχετικά χαμηλό κόστος της εργασίας των πληβείων και της επίσης σχετικής ευκολίας της ικανοποίησης των επιθυμιών της:
Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει
στα καφενεία μπιλιάρδο, καλαμπούρι και χαρτί
Στέκει στο περίπτερο διαβάζει
φυλλάδες με μιάμιση δραχμή.
(Διονύσης Σαββόπουλος, «Παράγκα»)
Η ενσωμάτωση και σταθεροποίηση αυτού του σχετικά μεγάλου αριθμού πληβείων απαίτησε την εγκατάσταση δυνατοτήτων απασχόλησης σχετικά χαμηλής τεχνολογικής πολυπλοκότητας και σχετικά μεγάλων απαιτήσεων σε εργατικό προσωπικό χαμηλής τεχνικής και τεχνολογικής εκπαίδευσης. Γι’ αυτό το λόγο η τεχνολογική εξέλιξη της χώρας έπρεπε να περιέλθει σε όσο το δυνατόν πιο στενό κρατικό έλεγχο, ο οποίος θα την οργάνωνε με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφευχθούν απότομες και ριζικές αλλαγές που θα είχαν συνέπεια τη μαζική διαγραφή θέσεων εργασίας χαμηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης. Στο βάθος του ιστορικού χρόνου δύο ήταν οι τομείς όπου το μοντέλο έγινε δυνατό να αναπτυχθεί και να επιβιώσει, επιτυγχάνοντας από τη μια μεριά τη δέσμευση του εργατικού δυναμικού των πληβείων και αποφεύγοντας από την άλλη μεριά να γίνει τροχοπέδη της γενικής τεχνολογικής και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και να εμποδίσει (υπερβολικά) την επίτευξη των στόχων των πατρικίων: οι υποδομές παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή η ΔΕΗ και οι σιδηρόδρομοι.
Σε ό,τι αφορά την ενέργεια, η οικονομική και τεχνολογική εξέλιξη οδήγησε τελικά στην εγκατάλειψη του πληβειοκεντρικού μοντέλου λειτουργίας της ΔΕΗ και το άνοιγμα και τη σταδιακή αποκέντρωση της αγοράς παραγωγής ενέργειας, μια διαδικασία που ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί και συνοδεύεται από κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις.
Ο τομέας που όπως φαίνεται έδειξε τις μεγαλύτερες αντοχές στην ενσωμάτωσή του στην «πατρικιοκεντρική» στάση της πολιτείας που αναπτύχθηκε με την αυγή του 21oυ αιώνα και στηρίχθηκε nolens volens από όλες τις κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης και αυτής της «πρώτης φοράς αριστερά», είναι οι σιδηρόδρομοι.
Οι λόγοι που συνέβη αυτό είναι η ανομοιογενής οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας αλλά και η ιστορική συνέχεια του φαινομένου ότι η εσωτερική συγκοινωνιακή σύνδεση των γεωγραφικών μερών της είναι ασθενέστερη και οικονομικά λιγότερο σημαντική από τη συγκοινωνία τους με το εξωτερικό. Με άλλα λόγια, από οικονομική και οικονομικοσυγκοινωνιακή σκοπιά, η Ελλάδα δεν αποτελεί έναν ενιαίο χώρο, όπως αυτό συμβαίνει σε άλλες χώρες, όπως π.χ. στη Γερμανία ή σε μεγάλες περιοχές της Γαλλίας και της Ιταλίας. Το μεγαλύτερο μέρος του συγκοινωνιακού φόρτου ανάμεσα στα γεωγραφικά μέρη της χώρας αφορά τις προσωπικές ανάγκες των πολιτών, και αυτό κυρίως για κοινωνικούς λόγους. Φυσικά, υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι ταξιδεύουν συχνά ανάμεσα στον τόπο της διαμονής των οικογενειών τους και τον απομακρυσμένο τόπο εργασίας τους, αλλά αυτοί σε σχέση με την πλειονότητα των πολιτών είναι μια μικρή μειοψηφία. Οι περισσότεροι πολίτες κινούνται μαζικά μόνο τις περιόδους των εορτών και των διακοπών και ίσως τις μέρες που λαμβάνουν χώρα εκλογές. Γι’ αυτό και τις τελευταίες τρεις δεκαετίες η συγκοινωνιακή ανάπτυξη της χώρας επικεντρώθηκε στην αναβάθμιση και εξέλιξη του οδικού δικτύου και στην ανάπτυξη του ιδιωτικού συνεταιριστικού δικτύου της μαζικής μεταφοράς προσώπων των υπεραστικών λεωφορείων – των ΚΤΕΛ. Το δίκτυο αυτό είναι υπεραρκετό για να καλύψει τη σχετικά μικρή εσωτερική διακίνηση αγαθών και εμπορευμάτων μέσω φορτηγών.
Επειδή το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών συναλλαγών κάθε γεωγραφικής περιοχής γίνεται με το εξωτερικό, το βάρος της ανάπτυξης των συγκοινωνιακών πόρων δόθηκε στα λιμάνια και στα αεροδρόμια, ενώ οι σιδηρόδρομοι με την πάροδο του χρόνου επικεντρώθηκαν στη διακίνηση εμπορευμάτων από τα λιμάνια προς το εξωτερικό. Αυτή η «εξειδίκευση» ήταν ο παράγοντας που ενίσχυσε το ρόλο των σιδηροδρόμων ως σύγχρονο πυρήνα της απασχόλησης πληβείων, επειδή:
Όμως η ανάπτυξη των ενδοσυγκοινωνιών ανάμεσα σε μερικές γεωγραφικές περιοχές και η δημιουργίας «συγκοινωνιακών διαδρόμων» (κυρίως οι διάδρομοι Αττική-βόρεια Πελοπόννησος και ανατολική Θεσσαλία-κεντρική Μακεδονία) και η αύξηση της κινητικότητας ανάμεσα σε αναπτυσσόμενα περιφερειακά αστικά κέντρα, η οποία εμφανίστηκε κυρίως τις δυο τελευταίες δεκαετίες, έφερε αυτό το σύστημα στα όρια της ασφαλούς λειτουργίας του. Η πολιτεία, δηλαδή οι κυβερνήσεις, δεν είδαν όμως αυτή την εξέλιξη ως ευκαιρία να μεταρρυθμίσουν τους σιδηροδρόμους από ένα καταφύγιο της πληβειακής στάσης απέναντι στη ζωή σε έναν οργανισμό που θα ενισχύσει τη μετεξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας σε μια κοινωνία πατρικίων, δηλαδή ανθρώπων που θεωρούν τη ζωή τους μέρος μιας συλλογικής προσπάθειας να υπηρετηθεί μια διαχρονική υπερβατική προσπάθεια.
Έτσι οι σιδηρόδρομοι, αντί να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κοινωνικοοικονομικής εξέλιξης της χώρας, δεν κατάφεραν τις τελευταίες δεκαετίες ούτε καν να ακολουθήσουν το βηματισμό της μετεξέλιξης των υπόλοιπων υποδομών της και σταδιακά ξέπεσαν στο ρόλο του συγκοινωνιακού παραδίτου. Η συνέπεια για την ικανότητά τους να διασφαλίσουν την ασφάλεια της κυκλοφορίας στις ράγες ήταν να αποκτήσει αυτή το χαρακτήρα ενός τυχερού παιχνιδιού όπου οι παίκτες ποντάρουν στην πιθανότητα να αποφύγουν την καταστροφή, όπως στο γνωστό παιχνίδι Σεμέν-ντε-φερ.
Στα τυχερά παιχνίδια, όμως, στο βάθος του χρόνου, χάνουν όλοι οι παίκτες και κερδίζει μόνο η καταστροφή.
Προσθήκη νέου σχολίου