Νίκος Καχτίτσης, Ο εξώστης, σχέδια: Εύη Τσακνιά, επιμέλεια: Γιώτα Κριτσέλη, Βίκτωρ Καμχής, επίμετρο: Γιάννης Δημητρακάκης, Γ. Κριτσέλη, Β. Καμχής, Κίχλη, Αθήνα 2012, 226 σελ.
Παρωδώντας τις παλαιότερες λογοτεχνικές μορφές σε μια σύνθεση η οποία δεν κρατάει ούτε έναν στέρεο λίθο για τον εαυτό της, και παρακάμπτοντας ταυτοχρόνως το οποιοδήποτε στυλιζάρισμα της φόρμας, ο Νίκος Καχτίτσης θα επιχειρήσει μια θεαματική βουτιά στο κενό της ύπαρξης και της γλώσσας, με ένα κείμενο που αποτελεί την επιτομή της μεταμοντέρνας διάλυσης και απορρύθμισης. Αναδημοσίευση από το Books’ Journal, τχ. 24, Oκτώβριος 2012, ως μνημόσυνο στον σημαντικό συγγραφέα (26 Φεβρουαρίου 1926 - 25 Μαΐου 1970).
Ο Εξώστης θα αντικρίσει για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας στα μέσα της δεκαετίας του 1960, σε μια εποχή κατά την οποία η μεταπολεμική πεζογραφία θα ξεκινήσει να αφομοιώνει εις βάθος τις αρχές του μοντερνισμού (στο πεδίο όχι μόνο της τεχνοτροπίας, αλλά και της οπτικής υπό την οποία συλλαμβάνεται η πραγματικότητα), αφήνοντας για πάντα πίσω της τα διστακτικά πρώτα βήματα ή τις σποραδικές αναλαμπές των μεσοπολεμικών προκατόχων της. Ενταγμένος σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, ο Εξώστης δεν θα φανερώσει ευθύς εξ αρχής τον εγγενώς μεταμοντέρνο προσανατολισμό του, που θα του προσδώσει κι έναν σαφώς πρωτοποριακό χαρακτήρα: έναν χαρακτήρα ο οποίος θα παραμείνει εν πολλοίς άτρωτος μέχρι και τις ημέρες μας, μια και ο Καχτίτσης θα αποφύγει συστηματικά το οποιοδήποτε εύκολο ή κραυγαλέο σχήμα, φροντίζοντας να αποκαλύψει μόνο με πολύ έμμεσο τρόπο τους αληθινούς στόχους του.
Τι είναι σε μια αρχική προσέγγιση ο Εξώστης; Μα, τίποτε παραπάνω από το ξετύλιγμα της ψυχικής διαδρομής ενός μοναχικού, μονίμως ενοχικού και ελαφρώς διαταραγμένου ανθρώπου, ο οποίος ζει σε μιαν αποικία της Αφρικής (το Κονγκό λίγο μετά τον τερματισμό του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως προκύπτει και από τον κατοπινό Ήρωα της Γάνδης, που θα κυκλοφορήσει το 1967), προσπαθώντας να εξοικειωθεί επί ματαίω με τις φοβίες και τις σκιές του. Μολονότι η αφήγηση γίνεται εξ ολοκλήρου στο πρώτο ενικό πρόσωπο (με σταθερή εσωτερική εστίαση), ο πρωταγωνιστής θα αγωνιστεί πολλές φορές να ποδηγετήσει την απροσμέτρητη ορμή των συναισθημάτων του και να σπάσει τον υποκειμενικό του κλοιό: σκοπός του, να κατανοήσει αντικειμενικότερα όσα συμβαίνουν (ή όσα νομίζει ότι συμβαίνουν) στον περίγυρό του.
Από το φανταστικό στην ιστορία μυστηρίου
Στην κεντρική σκηνή του τρίτου κεφαλαίου, η οποία θα δώσει στο αφήγημα και τον τίτλο του, ο ήρωας θα υποστεί, καθισμένος στον εξώστη ενός ξενοδοχείου, επίθεση ψιθύρων και αγγιγμάτων από μια οντότητα που μοιάζει με αερικό. Η οντότητα αυτή δεν θα ενεργήσει στη συνείδησή του σαν ζωντανός εφιάλτης ή σαν προβολή του ακατάσχετου άγχους στα δίχτυα του οποίου είναι πιασμένος από την πρώτη στιγμή. θα μετατραπεί, αντιθέτως, σε μια ιδιαιτέρως απτή και απειλητική παρουσία, η αίσθηση της οποίας θα τον καταδιώξει σε όλο το μήκος της δράσης. Εκείνο το οποίο κυριαρχεί σίγουρα εν προκειμένω είναι το στοιχείο του φανταστικού, που βγαίνει από τους κόλπους μιας μακράς λογοτεχνικής παράδοσης. Ο πρωταγωνιστής δεν θα φτάσει να πιστέψει πως έχει έρθει σε επαφή με μια μεταφυσική υπόσταση, διαισθάνεται, ωστόσο, πως κάτι παράξενο και ανοίκειο τον έχει εγκλωβίσει στην επικράτειά του και πως πολύ δύσκολα θα καταφέρει να ξεφύγει από την επήρειά του.
Μια δεύτερη σκηνή, τοποθετημένη στο μέσον περίπου του Εξώστη, θα μας μεταφέρει σε ένα άλλο αφηγηματικό είδος, με επίσης μακρά λογοτεχνική προϊστορία. Ο στρατιωτικός διοικητής της αποικίας, ένας συνταγματάρχης ο οποίος είναι παλιός φίλος του κεντρικού ήρωα, θα του διεκτραγωδήσει, σε μια ιδιαιτέρως φορτισμένη ατμόσφαιρα, τους κινδύνους που διέτρεξε στην ζούγκλα, παλεύοντας σώμα με σώμα με ένα λιοντάρι: ένα λιοντάρι που παρά την ψωραλέα του εμφάνιση λίγο έλειψε να τον καταβροχθίσει. Ο Καχτίτσης θα οικειοποιηθεί τώρα τα μοτίβα της εξωτικής περιπέτειας, για να οδηγήσει τον ήρωά του στα όρια του σοκ: τόση είναι η κατάπληξη που θα του προκαλέσει η αναμέτρηση του συνταγματάρχη με το λιοντάρι, εντείνοντας την ενδιάθετη ροπή του προς το παραλήρημα και τον παροξυσμό.
Το παραλήρημα, όμως, και ο παροξυσμός θα πάρουν μεγαλύτερες διαστάσεις όταν ο πρωταγωνιστής του Εξώστη θα απαλλαγεί εκών-άκων από τον εξωτερικό του περίγυρο, αδυνατώντας πλέον να στριμώξει την υποκειμενικότητά του κάτω από το αντικειμενικό της περίβλημα (ένα περίβλημα σωτήριο για την εσωτερική του πολυδιάσπαση). Γονατισμένος από το βάρος κάποιων ακατονόμαστων πράξεων του παρελθόντος, που έλαβαν χώρα στον τόπο της καταγωγής του, ο ήρωας του Καχτίτση θα αποπειραθεί να ανασύρει ξανά και ξανά στην επιφάνεια το μνημονικό του τραύμα και να εξομολογηθεί τις ενοχές του (ως προς τον τόπο της καταγωγής του, θα πρέπει, και πάλι με τη συνδρομή του Ήρωα της Γάνδης, να εικάσουμε το Βέλγιο στα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου, μετά τη λήξη του οποίου θα αναζητηθεί το καταφύγιο στην αφρικανική αποικία). Η αποκάλυψη δεν θα είναι αυτονόητη: θα μετατεθεί βασανιστικά από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, τραβώντας στα άκρα την αγωνία για το τι ακριβώς μπορεί να μας επιφυλάξει το οδυνηρό της περιεχόμενο. Ο Καχτίτσης θα ακουμπήσει εδώ σε μιαν ακόμα μακραίωνη λογοτεχνική παράδοση: την ιστορία μυστηρίου, που βασίζεται σ’ έναν σοφά μελετημένο μηχανισμό καθυστέρησης – έναν μηχανισμό τον οποίο ο συγγραφέας θα λαδώσει κατ’ επανάληψη, ανεβάζοντας στα ύψη την όρεξη του αναγνώστη για τη διερεύνηση του περίτεχνου αινίγματος με το οποίο έχουν ταυτιστεί ο βίος και η πολιτεία του ήρωά του.
Τριπλή ανατροπή
Ο ερεθισμός της όρεξης του αναγνώστη αποτελεί στόχο και των τριών λογοτεχνικών ειδών στα οποία θα παραπέμψει ο Καχτίτσης με τον Εξώστη. Και τα τρία, ωστόσο, είδη θα παραμείνουν στο βιβλίο αλυσιτελή. ως προς το στοιχείο του φανταστικού, δεν θα δοθεί καμία απάντηση ικανή να διευκρινίσει τη φύση της οντότητας που θα περικυκλώσει τον ήρωα στο ξενοδοχείο. Η ανοίκεια συμπεριφορά της θα μείνει πεισματικά σκοτεινή και εκκρεμής μέχρι και την τελευταία σελίδα. Ένα παρατεταμένο τρέμουλο χωρίς σάρκα και οστά; Ένας επικίνδυνος εχθρός οχυρωμένος πίσω από το αόρατο περίγραμμά του; Μια Ερινύα άγνωστης προέλευσης έτοιμη να ζητήσει την πιο σκληρή εκδίκηση; Κανείς δεν μπορεί να το πει και κανένας δεν θα είναι ποτέ σε θέση να μας το εξηγήσει.
Ως προς την εξωτική περιπέτεια, έχει μεν λύση και κατάληξη, και μάλιστα αίσια (όπως ξέρουμε, ο συνταγματάρχης θα γλιτώσει από το λιοντάρι), αλλά ο Καχτίτσης θα φροντίσει να τη θεμελιώσει σε μιαν ανισόρροπη, σχεδόν τυφλή προοπτική: ο συνταγματάρχης θα διαψεύσει την ιστορία του αμέσως μετά την ολοκλήρωσή της κι όταν ο εμβρόντητος ακροατής του θα αρχίσει να διαμαρτύρεται οργισμένος για την εξαπάτησή του, θα σπεύσει να διαψεύσει και τη διάψευσή του, για να ρίξει το μυαλό του εξαπατηθέντος σ’ ένα εξωφρενικό, απόλυτο χάος, από τα βάθη του οποίου δεν θα καταφέρει, όσο κι αν το παλέψει, ούτε να επανέλθει ούτε να διασωθεί (βλ. και τα σχετικά σχόλια του Γιάννη Δημητρακάκη στο επίμετρο της ανά χείρας, τρίτης κατά σειράν έκδοσης του Εξώστη, που επιμελήθηκαν υποδειγματικά η Γιώτα Κριτσέλη και ο Βίκτωρ Καμχής).
Ανάλογη τύχη θα έχει κι η ιστορία μυστηρίου. Παρά τις πυκνές νύξεις για κάποια ασυγχώρητη προδοσία, το μυστικό με το οποίο θα επιβαρυνθεί αφόρητα το παρελθόν θα κλειδωθεί επτασφράγιστα, πολλαπλασιάζοντας τα ερωτηματικά για τα γεγονότα που το κατέκλυσαν. Τι συνέβη στη μακρινή χώρα του ευρωπαϊκού Βορρά; Ποδοπατήθηκαν έρωτες και χάθηκαν φίλοι εξαιτίας μιας καταστροφικής αβελτηρίας; Στήθηκε στον τοίχο η πατρίδα για να υπηρετηθούν στυγνά και θηριώδη συμφέροντα; ξεπουλήθηκαν συνειδήσεις και κομματιάστηκαν ευαισθησίες; Όλα αυτά μαζί και πιθανόν και ορισμένα ακόμα, που δεν μπορεί να τα αναλογιστεί ανθρώπινος νους. Μίτος για την ανεύρεση της αλήθειας (της οιασδήποτε αλήθειας) δεν υπάρχει και η πλήρης σύγχυση θα είναι εκ νέου η μοναδική έγκυρη απάντηση.
Η μέθοδος της ναρκοθέτησης
Το μεταμοντέρνο πνεύμα και κλίμα του Εξώστη είναι πια ολοφάνερο. Ο Καχτίτσης στήνει κατ’ αρχάς ένα δαιμονικό, υψηλής ειρωνείας παιχνίδι με τα λογοτεχνικά είδη: πρώτα στραμπουλάει, ύστερα παραμορφώνει και εξαρθρώνει και στο τέλος καταστρατηγεί όλες τις νόρμες τους. Παρωδώντας τις παλαιότερες λογοτεχνικές μορφές σε μια σύνθεση που δεν κρατάει ούτε έναν στέρεο λίθο για τον εαυτό της και παρακάμπτοντας ταυτοχρόνως το οποιοδήποτε στυλιζάρισμα της φόρμας, ο Καχτίτσης θα εγκαταλείψει τη στρατηγική της ακατανοησίας, με την οποία συνδέθηκε οργανικά ο μοντερνισμός, για να οργανώσει τον μύθο του μέσα από μια μάλλον απρόσκοπτη και εύληπτη αφήγηση: μια αφήγηση που θα κάνει τον Εξώστη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα εξωτερικά δεδομένα της πλοκής, ένα σχεδόν συναρπαστικό αφήγημα. Ένα αφήγημα, ωστόσο, που θα μας συναρπάσει περισσότερο με κάτι άλλο: με την έκταση στην οποία απλώνεται το ναρκοθετημένο του έδαφος, αλλά και με την ένταση την οποία παράγουν οι εσωτερικές του παγίδες. Πέρα από το παιχνίδι με τα είδη, οι καταστάσεις που αποδεσμεύει ο λόγος του ήρωα του Εξώστη διαγράφουν, όπως το έχουμε δει, μια θεαματική βουτιά στο κενό, αποτελώντας την επιτομή της μεταμοντέρνας διάλυσης και απορρύθμισης. Τίποτε απ’ όσα φτάνουν στη γλώσσα του αφηγητή δεν ισχύει: ο εχθρός του στον εξώστη του ξενοδοχείου θα εξατμιστεί μέσα στη ρευστότητα της μορφής του, η αναδιήγηση της περιπέτειας του συνταγματάρχη στη ζούγκλα θα ακυρωθεί καθ’ ολοκληρίαν και η ενοχική ταυτότητα από την οδυνηρή περίοδο του πολέμου στην Ευρώπη θα χαθεί πίσω από ένα αδιαπέραστο τείχος ομίχλης.
Όλο το μεταμοντέρνο, όπως θα το ορίσουν οι θεωρητικοί του αρκετά χρόνια μετά τη δημοσίευση του Εξώστη, βιάζεται να δηλώσει το παρών: υπαρξιακή απροσδιοριστία και χλεύη, φαντασιώσεις καταστροφής, άρνηση της εκφραστικής περιπλοκότητας, οριστική κατάρρευση και χρεοκοπία της αλήθειας, καθολική αναξιοπιστία της γλώσσας, αλλά και διαρκής διολίσθηση του νοήματος ή αποθέωση της παραδοξότητας. Δεν μπορώ να μη σκεφτώ εδώ τον Στρατή Τσίρκα, που θα προλάβει σε ανύποπτο χρόνο τη γραμμή των μεταμοντέρνων με μια κριτική την οποία θα γράψει εν έτει 1965 στο περιοδικό Ταχυδρόμος για τον Εξώστη, κεφαλαιοποιώντας ένα προς ένα τα σημεία αιχμής του (κόντρα στον μύθο για την ανικανότητα θεωρητικού προσανατολισμού της νεοελληνικής κριτικής): δυσπιστία, έμφυτη καχυποψία και περίσκεψη, εξοντωτική λεπτολογία, μίσος για τις δυσανάγνωστες υπογραφές, νευρωτική ιδιοσυγκρασία, περίεργες αποκλίσεις από το πραγματικό, επιδεικτική αυτομείωση, αντιήρωες στη θέση των ηρώων.
Η εικόνα ολοκληρώνεται αν στα προηγούμενα συμπεριλάβουμε και τη γενικότερη αποδιοργάνωση της τάξης την οποία συνεπάγεται η ρωμαλέα προφορικότητα με την οποία λειτουργεί η αφήγηση του Καχτίτση (βλ. αναλυτικότερα τον εκδοτικό επίλογο της Γιώτας Κριτσέλη). Συνδυασμένη με το χάρισμα του Καχτίτση να διατηρεί άγρυπνο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μιας διήγησης υπερεκατό σελίδων, όπου οι ασάφειες είναι πολλές και ηθελημένες, η δράση ξετυλίγεται μαιανδρικά κι ο διάλογος είναι σχεδόν ανύπαρκτος (σχολιάζει και πάλι ο Τσίρκας), μια τέτοια προφορικότητα θα προσφέρει στον Εξώστη τα διαπιστευτήρια για μιαν άκοπη (αν όχι και θριαμβευτική) είσοδο στην εποχή μας.
Ο Καχτίτσης αξίζει όχι γιατί μυρίστηκε στον αέρα το μεταμοντέρνο (αυτό είναι μια φιλοσοφική επιτυχία), αλλά γιατί κατόρθωσε να το περάσει με την ενορατική του διαίσθηση στο πετσί της λογοτεχνίας του, απελευθερώνοντας άφοβα τις χαοτικές του δυνάμεις.
Προσθήκη νέου σχολίου