Η πολιτική χρήση του Κάφκα

Η πολιτική χρήση του Κάφκα

Λυκούργος Κουρκουβέλας, Φραντς Κάφκα. Πολιτική και κουλτούρα στη μεταπολεμική εποχή, Πεδίο, Αθήνα 2024, 304 σελ.

Μερικές αναφορές στον Φραντς Κάφκα είναι αναμφισβήτητες. Υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες του 20ού αιώνα. Είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της γερμανικής λογοτεχνίας της Πράγας. Δικαίως θεωρείται ο σπουδαιότερος μοντερνιστής γερμανόφωνος πεζογράφος. Από εκεί και πέρα, λέει ο Λυκούργος Κουρκουβέλας, ο Κάφκα στον οποίο σήμερα αναφερόμαστε είναι και προϊόν όχι μόνο της θεωρίας της λογοτεχνίας αλλά και ιδεολογικών και πολιτικών διαξιφισμών. Γι’ αυτό αναδείχτηκε σε σύμβολο της καλλιτεχνικής ελευθερίας και της αυτονομίας της τέχνης στη Δύση απέναντι στην ιδεολογική χειραγώγηση. Ο μοντερνισμός τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου ταυτίστηκε με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Γι’ αυτό ο Κάφκα έγινε ένας ιδανικός «πρεσβευτής» της δυτικής πολιτισμικής υπεροχής.

Η συμπλήρωση ενός αιώνα από τον θάνατο του Φραντς Κάφκα, πριν από δύο χρόνια, δεν ήταν απλώς μια φιλολογική αφορμή. Υπήρξε ένα είδος καθρέφτη, μέσα στον οποίο η ευρωπαϊκή –και ευρύτερα η δυτική– διανόηση κοίταξε ξανά τον εαυτό της. Σε αυτό το επετειακό, ενίοτε πληθωριστικό, εκδοτικό περιβάλλον, το βιβλίο Φραντς Κάφκα. Πολιτική και κουλτούρα στη μεταπολεμική εποχή, του Λυκούργου Κουρκουβέλα δεν περιορίζεται στην ανακύκλωση της μυθολογίας γύρω από τον συγγραφέα, ή καλύτερα της ιδιοσυγκρασίας του. Αντιθέτως, επιχειρεί μια μετατόπιση του βλέμματος: από τον Κάφκα ως συγγραφέα, στον Κάφκα ως πεδίο ιδεολογικής διαμάχης· από το έργο, στην ιστορία της πρόσληψής του· από την ερμηνεία, στη χρήση.

Η μετατόπιση αυτή δεν είναι τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική. Ο Κουρκουβέλας, ιστορικός των διεθνών σχέσεων και της πολιτικής σκέψης του 20ού αιώνα, προσεγγίζει τον Κάφκα όχι ως λογοτεχνικό «μυστήριο» που ζητά ερμηνευτικό κλειδί, αλλά ως κόμβο μέσα σε ένα πλέγμα θεσμών, ιδεών, πολιτισμικών στρατηγικών και ιδεολογικών ανταγωνισμών. Το ερώτημα που τον απασχολεί δεν είναι τι «πραγματικά» σημαίνουν η Δίκη ή ο Πύργος, αλλά πώς αυτά τα έργα επιστρατεύτηκαν σε ένα μεταπολεμικό σκηνικό όπου η κουλτούρα έγινε πεδίο ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης.

Η κεντρική θέση του βιβλίου του Λυκούργου Κουρκουβέλα μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ο μεταπολεμικός κόσμος δεν κληρονόμησε απλώς τον Κάφκα· τον ανακατασκεύασε. Μετά το 1945, η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν αντιμέτωπες με ένα διπλό τραύμα: αφενός τη βιομηχανική κτηνωδία των ολοκληρωτικών καθεστώτων, αφετέρου την αίσθηση ότι οι μεγάλες αφηγήσεις της προόδου και του ορθολογισμού είχαν ραγίσει ανεπανόρθωτα. Η ανάγκη για μια γλώσσα ικανή να αποδώσει το αίσθημα της αόρατης, απρόσωπης εξουσίας –της διαδικασίας χωρίς πρόσωπο, της ενοχής χωρίς σαφές αδίκημα– οδήγησε πολλούς να στραφούν στον Κάφκα.

Ο Κουρκουβέλας επιμένει, ωστόσο, ότι αυτή η στροφή δεν ήταν αθώα ούτε ουδέτερη. Στη Δύση, ο Κάφκα αναδείχθηκε σε σύμβολο της καλλιτεχνικής ελευθερίας και της αυτονομίας της τέχνης απέναντι στην ιδεολογική χειραγώγηση. Ο μοντερνισμός, ως αισθητικό ρεύμα, ταυτίστηκε με τη φιλελεύθερη δημοκρατία: η πολυσημία, η μορφική καινοτομία, η άρνηση της διδακτικότητας προβάλλονταν ως ενδείξεις ελευθερίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Κάφκα έγινε ένας ιδανικός «πρεσβευτής» της δυτικής πολιτισμικής υπεροχής.

Απέναντι σε αυτή την προβολή, ο ανατολικός κόσμος, ιδίως τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, αντιμετώπισε τον Κάφκα με καχυποψία. Ο κόσμος αυτός κινούνταν στο ρυθμό της κυρίαρχης αισθητικής τάσης που ενθάρρυναν και επέτρεπαν τα καθεστώτα, του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός απαιτούσε σαφήνεια, ταξική τοποθέτηση, προσανατολισμό προς το μέλλον. Ο καφκικός κόσμος, με την αμφισημία και τη μεταφυσική του σκίαση, δεν ταίριαζε εύκολα σε αυτό το σχήμα.

Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα δεν είναι μονοσήμαντη. Ιδίως μετά τη σταλινική περίοδο, σε ορισμένα περιβάλλοντα της ανατολικής Ευρώπης επιχειρήθηκαν νέες αναγνώσεις που έβλεπαν στον Κάφκα έναν κριτικό της αλλοτρίωσης και της γραφειοκρατικής αποξένωσης – στοιχεία που μπορούσαν να ενταχθούν σε μια πιο σύνθετη σοσιαλιστική αυτοκριτική.

Το βιβλίο δεν μένει στις γενικές διαπιστώσεις. Αναλύει τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους ο Κάφκα ενσωματώθηκε σε διαφορετικά ιδεολογικά στρατόπεδα: τις εκδοτικές επιλογές, τις μεταφράσεις, τα πανεπιστημιακά προγράμματα, τα συνέδρια, τις κριτικές σε περιοδικά, τις διανοητικές συμμαχίες. Η κουλτούρα παρουσιάζεται ως πεδίο θεσμικής δράσης, όχι ως αφηρημένη «ατμόσφαιρα». Εδώ διακρίνεται καθαρά η ιστορική παιδεία του συγγραφέα: η έννοια της ήπιας ισχύος, της πολιτισμικής διπλωματίας, της διαμόρφωσης ηγεμονικών αφηγημάτων λειτουργεί ως υπόστρωμα της ανάλυσης.

 

Η λογοτεχνία ως ιστορικό γεγονός

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η διάκριση που ο Κουρκουβέλας  εισάγει ανάμεσα στον «ιστορικό» και στον «μεταπολεμικό» Κάφκα. Ο πρώτος είναι ο συγγραφέας της Πράγας, εβραϊκής καταγωγής, γερμανόφωνος μέσα σε μια τσεχική πλειοψηφία, υπάλληλος ασφαλιστικής εταιρείας, ενταγμένος σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Ο δεύτερος είναι το σύμβολο που αναδύεται μετά το 1945: ο προφήτης της γραφειοκρατικής φρίκης, ο ποιητής της υπαρξιακής ενοχής, ο άγιος της αποξένωσης. Το βιβλίο δεν αρνείται ότι το έργο του Κάφκα ευνοεί τέτοιες αναγνώσεις· επιμένει όμως ότι η ιστορική συγκυρία ήταν εκείνη που τις επέλεξε, τις ενίσχυσε και τις σταθεροποίησε.

Ένα από τα πιο γόνιμα στοιχεία της μελέτης είναι η διερεύνηση της έννοιας της αυτονομίας της τέχνης. Στη δυτική μεταπολεμική σκέψη, η ιδέα ότι το έργο τέχνης πρέπει να είναι απαλλαγμένο από πολιτική καθοδήγηση αποτέλεσε θεμέλιο της πολιτισμικής ταυτότητας. Ο Κουρκουβέλας δείχνει ότι αυτή η επίκληση της αυτονομίας δεν ήταν ουδέτερη· λειτούργησε ως πολιτικό επιχείρημα, ως μέσο διάκρισης από τα «στρατευμένα» καθεστώτα. Η τέχνη ως ελεύθερη μορφή έγινε σύμβολο της ελεύθερης κοινωνίας. Ο Κάφκα, με τη μορφική του ιδιαιτερότητα και την άρνηση ρητής ιδεολογικής δήλωσης, ταίριαζε ιδανικά σε αυτό το σχήμα.

Στον πυρήνα του βιβλίου διακρίνεται μια ευρύτερη προβληματική: Πώς συγκροτείται ο λογοτεχνικός κανόνας; Πώς ένα έργο μετατρέπεται σε «κλασικό»; Ποιος αποφασίζει ποιες αναγνώσεις θα επικρατήσουν; Ο Κουρκουβέλας δεν δίνει απλές απαντήσεις, αλλά αναδεικνύει τη διαδικασία. Ο κανόνας δεν είναι αποτέλεσμα αμιγώς αισθητικής κρίσης· είναι και προϊόν θεσμικών επιλογών, πολιτισμικών συγκρούσεων, ιδεολογικών επενδύσεων.

Από αυτή την άποψη, το βιβλίο συμμετέχει έμμεσα στη συζήτηση για την ιστορία των ιδεών – όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα. Σε ένα πνευματικό περιβάλλον όπου η λογοτεχνία συχνά αντιμετωπίζεται είτε ως αυτάρκης αισθητική περιοχή είτε ως άμεσο πολιτικό εργαλείο, η προσέγγιση του Κουρκουβέλα προσφέρει μια τρίτη οδό: τη μελέτη της λογοτεχνίας ως ιστορικού γεγονότος. Όχι ως αντανάκλαση της πολιτικής, αλλά ως μέρος της πολιτικής.

Το ύφος του βιβλίου παραμένει σταθερά νηφάλιο. Δεν επιδίδεται σε εντυπωσιασμούς ούτε σε ρητορικές εξάρσεις. Η επιχειρηματολογία είναι προσεκτικά δομημένη, με σαφή διάρθρωση και τεκμηρίωση. Αυτό, βεβαίως, έχει και ένα τίμημα: σε ορισμένα σημεία, η έμφαση στη θεσμική και ιδεολογική διάσταση αφήνει σε δεύτερο πλάνο την αισθητική εμπειρία της ανάγνωσης. Ο αναγνώστης που θα αναζητήσει μια βαθιά εσωτερική ανάλυση των καφκικών κειμένων ίσως νιώσει ότι το βιβλίο κινείται σε άλλο επίπεδο.

Ωστόσο, η επιλογή αυτή είναι συνειδητή και συνεπής με το στόχο της μελέτης. Ο Κουρκουβέλας δεν φιλοδοξεί να προσθέσει μια ακόμη «ερμηνεία» του Κάφκα· επιδιώκει να αποκαλύψει πώς συγκροτούνται οι ερμηνείες, πώς αποκτούν κύρος, πώς μετατρέπονται σε κοινότοπες διαπιστώσεις. Και αυτό είναι ίσως το πιο καίριο σημείο του βιβλίου: μας αναγκάζει να αναστοχαστούμε τη δική μας αναγνωστική στάση.

Όταν σήμερα χρησιμοποιούμε τον όρο «καφκικός» για να περιγράψουμε μια διοικητική ταλαιπωρία, αναπαράγουμε –συνήθως ασυνείδητα– μια μεταπολεμική πολιτισμική κατασκευή. Το βιβλίο μάς καλεί να δούμε πίσω από τη λέξη, να εντοπίσουμε τις ιστορικές της ρίζες. Να κατανοήσουμε ότι ο Κάφκα, πριν γίνει συνώνυμο του παραλόγου, υπήρξε αντικείμενο ιδεολογικής διαμάχης.

 

Η πολιτιστική διάσταση του Ψυχρού Πολέμου

Η σημασία της μελέτης, ιδίως για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, είναι ότι εισάγει με συστηματικό τρόπο τη συζήτηση για την πολιτισμική διάσταση του Ψυχρού Πολέμου. Σε μια χώρα όπου ο δημόσιος διάλογος για τον 20ό αιώνα παραμένει συχνά εγκλωβισμένος σε εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις, το βιβλίο ανοίγει το βλέμμα προς τη διεθνή σκηνή. Μας θυμίζει ότι οι ιδέες ταξιδεύουν, ότι οι μεταφράσεις και τα πανεπιστημιακά προγράμματα λειτουργούν ως δίκτυα ισχύος, ότι η λογοτεχνία μπορεί να γίνει μέρος μιας παγκόσμιας ιδεολογικής σύγκρουσης.

Η φετινή βράβευση του έργου με το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής 2025, δεν πρέπει, επομένως, να ιδωθεί απλώς ως επιβράβευση μιας επιτυχημένης μελέτης. Είναι αναγνώριση μιας οπτικής που συνδέει τη λογοτεχνία με την ιστορία, την αισθητική με την πολιτική, το κείμενο με το πλαίσιο. Ο Κουρκουβέλας μας δείχνει ότι ο Κάφκα δεν ανήκει μόνο στα ράφια των φιλολόγων, αλλά και στα αρχεία της πολιτισμικής ιστορίας.

Στο τέλος της ανάγνωσης, μένει μια διπλή επίγνωση. Πρώτον, ότι ο Κάφκα δεν μπορεί να αποσπαστεί από τις ερμηνείες που τον περιβάλλουν· και δεύτερον, ότι αυτές οι ερμηνείες είναι προϊόντα συγκεκριμένων ιστορικών συγκυριών. Η μεταπολεμική εποχή κατασκεύασε τον δικό της Κάφκα. Η δική μας εποχή ίσως κατασκευάζει έναν άλλον.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται η βαθύτερη συμβολή του βιβλίου: μας υπενθυμίζει ότι η λογοτεχνία δεν είναι μόνο αισθητική εμπειρία, αλλά και ιστορικό συμβάν. Ότι οι μεγάλοι συγγραφείς δεν ζουν μόνο μέσα στα κείμενά τους, αλλά και μέσα στις μάχες που δίνονται για την ερμηνεία τους. Και ότι η «δίκη» της λογοτεχνίας, για να παραφράσουμε τον ίδιο τον Κάφκα, δεν τελειώνει ποτέ· απλώς αλλάζει το δικαστήριο. 

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή