Joan Didion, Η χρονιά της μαγικής σκέψης, μετάφραση από τα αγγλικά: Μυρσίνη Γκανά, Ψυχογιός, Αθήνα 2026, 256 σελ.
Η μαγική σκέψη είναι η μη αποδοχή, λειτουργεί ως μια μορφή άμυνας, είναι η ψευδαίσθηση ότι ο θάνατος του συζύγου δεν έχει συμβεί, ότι σε μια άλλη ζώνη ώρας, στο Λος Άντζελες ας πούμε, ο θάνατος θα μπορούσε να ακυρωθεί. Η μαγική σκέψη απαιτεί ακόμα και από την Τζόαν Ντίντιον να περιμένει, κατ’ επιλογήν μόνη στο σπίτι, την επιστροφή του νεκρού. Ένα βιβλίο για το πένθος και το ρήγμα που φέρνει στη ζωή αυτού που επιβίωσε η έκλειψη του ανθρώπου του.
Η ζωή αλλάζει στη στιγμή. Για την Τζόαν Ντίντιον, η ζωή άλλαξε τη στιγμή που ο σύζυγός της, σύντροφος ζωής, κυριολεκτικά το μισό μιας ολότητας που περιείχε και την ίδια ως το άλλο μισό, πεθαίνει. Σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής τους, έχουν μόλις επιστρέψει από τη μονάδα εντατικής θεραπείας όπου νοσηλεύεται εδώ και λίγες μέρες η κόρη τους με σηψαιμία. Δεν είναι συνηθισμένο ζευγάρι η Τζόαν Ντίντιον και ο Τζον Γκρέγκορι Ντιουν. Είναι και οι δύο συγγραφείς, μπορείς να τους πεις και αρθρογράφους, και δημοσιογράφους επίσης. Εργάζονται, χρόνια τώρα, από το σπίτι, ταξιδεύουν μαζί, ανταλλάσσουν χωρίς ατομική ζήλια σχόλια και απόψεις για τα γραπτά του άλλου, βλέπουν με σχεδόν ίδιο τρόπο τον κόσμο. Ακόμη περισσότερο, για την εσωστρεφή Ντίντιον, ο Ντιουν λειτουργούσε εν μέρει και ως ο μεσάζων της με τον υπόλοιπο, τον έξω κόσμο.
Ο θάνατος είναι ένα κενό, η εκκίνηση μιας διαδικασίας που δεν μπορείς να φανταστείς ως αυτός που μένει πίσω: «ούτε είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από πριν [...] την ατελεύτητη απουσία που ακολουθεί, το κενό, το εντελώς αντίθετο του νοήματος, την αδυσώπητη διαδοχή στιγμών όπου θα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την εμπειρία της ολοκληρωτικής απουσίας νοήματος».
Τι εστί πένθος
Αλλά σε ποιον ανήκει το πένθος; Μήπως είναι εγωκεντρική αντίδραση επειδή δεν υπάρχει κάποιος πλέον δίπλα σου με τον οποίον είχες φτιάξει μια βολική ζωή; Δεν είσαι επιζών/ επιζήσασα στο κάτω κάτω; Του άλλου δεν σταμάτησε η ζωή; Η Ντίντιον βρίσκεται μέσα σε αυτή τη σπείρα θλίψης που δεν είναι απλή θλίψη, παγιδευμένη στη λύπη και στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού. Και ως μεθοδικός άνθρωπος, και ως δημοσιογράφος ολκής, καταλήγει να καταγράψει αυτούς τους πρώτους μήνες μετά την απώλεια, κοιτάζοντας τον εαυτό της, αναζητώντας πηγές και βιβλιογραφία, προσπαθώντας να εξηγήσει, ενώ ο κόσμος εκεί έξω συνεχίζει να τρέχει, τα νοσοκομεία δεν θα τελειώσουν, αλλά παράλληλα αυτή η νέα αφάνταστη πραγματικότητα θα πρέπει να ανατείλει και να σβήσει το ίχνος της μαγικής σκέψης:
Αυτή είναι η δική μου απόπειρα να βγάλω άκρη από την περίοδο που ακολούθησε, τις εβδομάδες, και στη συνέχεια τους μήνες που ξεθεμελίωσαν κάθε ακλόνητη ιδέα που μπορεί να είχα ποτέ σχετικά με τον θάνατο, την ασθένεια, τον νόμο των πιθανοτήτων και την τύχη, την καλοτυχία και την κακοτυχία, τον γάμο και τα παιδιά και τη μνήμη, σχετικά με το πένθος, σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι αποδέχονται ή όχι το γεγονός ότι η ζωή τελειώνει, σχετικά με το πόσο ρηχή είναι η λογική, σχετικά με την ίδια τη ζωή.
Η μαγική σκέψη είναι η μη αποδοχή, λειτουργεί ως μια μορφή άμυνας όπως σημειώνει και στο επίμετρο της έκδοσης η μεταφράστρια Μυρσίνη Γκανά, είναι η ψευδαίσθηση ότι ο θάνατος του συζύγου δεν έχει συμβεί, ότι σε μια άλλη ζώνη ώρας, στο Λος Άντζελες ας πούμε, ο θάνατος θα μπορούσε να ακυρωθεί. Η μαγική σκέψη απαιτεί από την Ντίντιον να περιμένει, κατ’ επιλογήν μόνη στο σπίτι, την επιστροφή του νεκρού, εξ ου και αρνείται να διώξει ρούχα και παπούτσια του, κάτι θα χρειαστεί να φορέσει όταν γυρίσει. Αλλά δεν είναι μια θρησκευτική πεποίθηση, αυτή της επιστροφής. Όπως σχολιάζει και ο David Hare στο ντοκιμαντέρ Τζόαν Ντίντιον: Το κέντρο δεν θα αντέξει, είναι η πρώτη ολοκληρωμένη συστηματική καταγραφή τού τι εστί πένθος από ένα άτομο που δεν πιστεύει – που δεν θα πάρει μεταφυσικά μονοπάτια για να ερμηνεύσει. Είναι ένας οδηγός χρήσης για πενθούντες του πραγματιστικού ή κυνικού 21ου αιώνα.
«Αυτό που θυμάμαι από το διαμέρισμα το βράδυ που γύρισα μόνη στο σπίτι από το νοσοκομείο ήταν η σιγή του». Η Ντίντιον καλείται να επαναπροσδιορίσει μια καθημερινότητα η οποία ήταν γεμάτη με αυτοματισμούς κοινούς με το άλλο της μισό. Οι ήχοι του σπιτιού, η πόρτα που (δεν) ανοίγει, η γνώμη για ένα κείμενο ή μια είδηση, η κοινή αγωνία για την κόρη τους, κι ακόμη δεν έχει βγει η Ντίντιον και το πένθος της από το σπίτι – ¨ξυπνώ και νιώθω να πέφτει το σκοτάδι, όχι η μέρα». Όταν βγει, θα συνειδητοποιήσει ότι ο έξω κόσμος είναι γεμάτος από απρόβλεπτους καθημερινούς συνειρμούς που πυροδοτούν δίνη αναμνήσεων και κενού – και δεν μιλάμε μόνο για μέρη που είχαν επισκεφτεί μαζί, αλλά για απλά και παράξενα σήματα. Και συγχρόνως θα κληθεί στον εσωτερικό διάλογο ενοχής με τον εαυτό της: «έκανα κάτι λάθος; θα μπορούσα να τον σώσω; έπρεπε να έχουμε απινιδωτή στο σπίτι; για πόσο έζησε πριν φτάσουμε στο νοσοκομείο, αν έζησε; τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά; μα δεν ξέραμε και δεν διορθώσαμε κάποτε παλιά τα αγγεία της καρδιάς του;» Μόνο το αποτέλεσμα της νεκροτομής, που η ίδια επιμένει να γίνει, θα την απαλλάξει, εν μέρει, από αυτόν τον εσωτερικό διάλογο.
Κι ακόμη περισσότερο, καλείται να χειριστεί μια διαδικασία που είναι απρόβλεπτη, κατακλυσμιαία: «Το πένθος δεν κρατά απόσταση. Το πένθος έρχεται σε κύματα, σε παροξυσμούς, ξαφνικά άγχη που σου κόβουν τα πόδια και θολώνουν την όραση και εκμηδενίζουν την κοινοτοπία της καθημερινότητας». Ο μόνος τρόπος να το εκλογικεύσει είναι να το αποπροσωποποιήσει – είναι μια προσωπική τραγωδία, αλλά ο κόσμος είναι γεμάτος τραγωδίες (τις έχει άλλωστε η ίδια καταγράψει, πολλές από αυτές). Και δεν είναι καν η μόνη με την προσωπική της τραγωδία: κατανοεί πλέον γιατί οι άνθρωποι που έχουν βιώσει μια αντίστοιχη απώλεια, άνθρωποι που συναντά στο δρόμο ή στις κοινωνικές συναναστροφές φαίνονταν ξεγυμνωμένοι, εκτεθειμένοι, εύθραυστοι, ασταθείς. Κατανοεί πλέον, και εξεγείρεται, για τον εξοβελισμό του πένθους από τη δημόσια σφαίρα που έχει επισυμβεί τις τελευταίες δεκαετίες, θαρρείς για να μην ενοχλούνται οι άλλοι, να μην ενοχλείται η παροδική τους ευτυχία.
Και η αποπροσωποποίηση γίνεται, για την ίδια, ευκολότερα, όταν επιχειρηθεί μια ιστορική αναδρομή της: ξεκινά από την Άλκηστη του Ευριπίδη, για να αναρωτηθεί αν έχει νόημα να αναρωτηθεί «ας έπαιρνε εμένα στη θέση του». Διαβάζει τον Φρόυντ που σημειώνει το παράδοξο να θεωρούμε κανονικότητα το πένθος και όχι μια νοσηρή κατάσταση που «δεν θα περάσει με τον χρόνο». Δεν μπορεί παρά να συμβουλευτεί τον αντίστοιχο οδηγό χρήσης πένθους, για πιστούς, την Ανατομία μιας Οδύνης του C. S. Lewis, γραμμένη προσωρινά με ψευδώνυμο, μετά τον πρόωρο θάνατο της Joy Davidman: «νομίζω πως αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί το πένθος μοιάζει με εκκρεμότητα. Οφείλεται στην ματαίωση τόσων παρορμητικών πράξεων που είχαν γίνει συνήθεια». Επιστρέφει συνέχεια στον Φιλίπ Αριές και στο The Hour of Our Death – The Classic History of Western Attitudes Toward Death Over the Last One Thousand Years – το σχόλιό του για το πώς περιγράφεται ο θάνατος στο Άσμα του Ρολάνδου ως κάποιος που πάντα προειδοποιεί, ακόμη κι αν είναι ξαφνικός, αυτό το «σου λέω πως ούτε δυο μέρες ζωής δεν μου απομένουν» του Γκανελόν, επαναλαμβάνεται κατά καιρούς στο βιβλίο ως επωδός, και ως αγωνία. Μήπως δεν είχαν ακούσει τον θάνατο να έρχεται; Και μέσα στο μυαλό της αντηχεί συνέχεια το «σ’ αγαπώ περισσότερο κι από μια μέρα ζωής ακόμα» από Το ρόδο και το βέλος του 1976, την τρυφερή, πικρή κινηματογραφική αναφορά του Ρίτσαρντ Λέστερ σε έναν περασμένων χρόνων Ρομπέν των Δασών (Σον Κόνερι) και τη Μάριαν (Όντρεϊ Χέπμπορν) – έχει και μια ταύτιση σωματική το εύθραυστο της Ντίντιον με τη, σε όλα, λεπτή φιγούρα της Χέπμπορν.
Όλα τα γραπτά της Ντίντιον, λέει ο David Hare, αναφέρονται στον τρόμο της αταξίας. Ξαφνικά αυτή η εξωτερική αταξία απώλεσε τον μεσολαβητή της με την Ντίντιον, τον προστάτη της (όπως η ίδια αποδέχεται στο προαναφερθέν ντοκιμαντέρ, μιλώντας με τον ανιψιό της, σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ και γνωστό ηθοποιό Γκρίφιν Ντιουν). Όπως σημείωνε και ο C. S. Lewis για τη δική του απώλεια: «ξέρεις αγαπημένη πόσα πήρες μαζί σου όταν έφυγες; Με ξεγύμνωσες ακόμη και από το παρελθόν μου, από πράγματα που δεν είχαμε μοιραστεί»[1]. Και προέκυψε μια ακόμη μεγαλύτερη, ενδογενής αταξία. Στην οποία η Ντίντιον προχώρησε, καταφεύγοντας στη μαγική σκέψη του μη θανάτου αλλά κρατώντας σταθερά τον εαυτό της εντός της πεζότητας της πραγματικότητας. Μέχρι η νέα πραγματικότητα να δημιουργήσει κάποιες, έστω στοιχειώδεις συνδέσεις και συνειρμούς – να πάψει το «πέρυσι τέτοια μέρα» να συνδέεται με την κοινή της ζωή με τον Ντιουν, να γίνει κάτι διαφορετικό, έστω και λιγότερο σημαντικό, λιγότερο όμορφο.
Απώλειες
Αργότερα, τo 2013, ο Τζούλιαν Μπαρνς μίλησε για τη δική του αντίστοιχη απώλεια και αταξία στο Levels of Life (στα ελληνικά: Τα τρία επίπεδα της ζωής, Μεταίχμιο):
Αρχικά, συνεχίζεις να κάνεις ό,τι συνήθιζες να κάνεις μαζί της, από εξοικείωση, αγάπη, την ανάγκη μιας κανονικότητας. Σύντομα συνειδητοποιείς την παγίδα στην οποία έπεσες: αιχμάλωτος στο να επαναλαμβάνεις ό,τι έκανες μαζί της, αλλά χωρίς αυτήν, και έτσι να σου λείπει. Ή να κάνεις νέα πράγματα, πράγματα που δεν έκανες ποτέ μαζί της, και έτσι να σου λείπει διαφορετικά. Νιώθεις, έντονα, την απώλεια του κοινού σας λεξιλογίου, των μεταφορών, των πειραγμάτων, των συντομεύσεων, των ιδιωτικών σας ανεκδότων, των ανοησιών, των αυτοεπιπλήξεων, των ερασιτεχνικών υποσημειώσεων – όλων αυτών των δυσνόητων αναφορών με τις οποίες είναι πλούσια η μνήμη αλλά δεν έχουν καμία σημασία για τους έξω, τους άλλους – η χαμένη μας ιδιωτική γλώσσα… Ίσως το πένθος, καταστρέφοντας κάθε κανονικότητα, καταστρέφει κάτι ακόμη περισσότερο: την πεποίθηση ότι είναι εφικτή η όποια κανονικότητα.[2]
Όταν κυκλοφόρησε πλέον η καταγραφή του πένθους της Ντίντιον, η τραγωδία είχε εξελιχθεί ακόμη περισσότερο – το βιβλίο μάς αφήνει με την κόρη σε κέντρο αποκατάστασης, έπειτα από ακόμη μία περιπέτεια υγείας που κόντεψε να την στείλει να συναντήσει τον πατέρα της. Η Ντίντιον χρειάστηκε να επιστρέψει στο Λος Άντζελες (και σε ακόμη περισσότερους αναπόφευκτους συνειρμούς σχετικούς με την καθημερινότητά της με τον Ντιουν, εκεί όπου έζησαν πολλά χρόνια), να εντρυφήσει σε επιστημονικά συγγράμματα και μαρτυρίες για τη νοσηλεία στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, να γίνει η ενοχλητική για τους γιατρούς συγγενής που έχει άποψη. Η Χρονιά της μαγικής σκέψης, όμως, δεν περιέχει αυτό που συνέβη λίγο μετά, τον Αύγουστο του 2005. Δεν περιέχει το θάνατο της κόρης – ο διάλογος της Ντίντιον με τον εαυτό της ως μητέρα θα πάρει αργότερα τη μορφή του Blue Nights (ακυκλοφόρητο στα ελληνικά).
Η Τζόαν Ντίντιον θα αναζητήσει περαιτέρω αποδράσεις: δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με το θέατρο αλλά θα δεχτεί να συνεργαστεί με τον David Hare για τη θεατρική μεταφορά της Χρονιάς της μαγικής σκέψης – ο Hare θα βάλει σε αυτή τη μορφή αρκετά στοιχεία και από το θάνατο της κόρης. Η Βανέσα Ρεντγκρέιβ θα αναλάβει το μονόλογο με ευρύτατη αποδοχή (αργότερα και η Φαννύ Αρντάν). Ειρωνικά, ένα δυο χρόνια μετά, η Ρεντγκρέιβ θα ζήσει τη δική της χρονιά μαγικής σκέψης, όταν ένα παράδοξο δυστύχημα θα στοιχίσει τη ζωή στην κόρη της, τη Νατάσα Ρίτσαρντσον.
ΥΓ. : Η προηγούμενη έκδοση της Χρονιάς της μαγικής σκέψης ήταν από τις εκδόσεις Κέδρος, σε μετάφραση της Ξένιας Μαυρομμάτη.
[1] Μετάφραση του γράφοντος από το αγγλικό πρωτότυπο.
[2] Μετάφραση του γράφοντος από το αγγλικό πρωτότυπο.
Προσθήκη νέου σχολίου