Ο Κώστας Καραμανλής αποφάσισε ξανά να μιλήσει. Και όπως συμβαίνει συνήθως τα τελευταία χρόνια, η δημόσια παρέμβασή του συνοδεύτηκε από προειδοποιήσεις για την πορεία της χώρας, αιχμές για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης και υπαινιγμούς για τα περίφημα «ήρεμα νερά» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Κάθε πρώην πρωθυπουργός έχει ασφαλώς το δικαίωμα να τοποθετείται. Κάθε πολίτης οφείλει να ακούει με προσοχή έναν άνθρωπο που βρέθηκε επί χρόνια στο ύπατο αξίωμα της χώρας. Υπάρχει όμως μια μικρή προϋπόθεση για να αποκτούν βάρος οι παραινέσεις: να αντέχουν στη δοκιμασία της μνήμης.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Διότι ο σημερινός επικριτής των «ήρεμων νερών» υπήρξε ο ίδιος ένας από τους βασικούς εκφραστές της πολιτικής προσέγγισης με την Τουρκία. Επί των ημερών του η Ελλάδα στήριξε την ευρωπαϊκή προοπτική της Άγκυρας. Επί των ημερών του συνεχίστηκαν οι διερευνητικές επαφές. Επί των ημερών του η Αθήνα επένδυσε στη λογική ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών.
Κανένα από αυτά δεν ήταν κατ’ ανάγκην λανθασμένο. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι πεδίο συνθημάτων ούτε διαγωνισμός εθνικών κραυγών. Εκείνο που προκαλεί απορία είναι η ευκολία με την οποία ένας πολιτικός εμφανίζεται σήμερα ως πολέμιος μιας στρατηγικής που ο ίδιος υπηρέτησε επί χρόνια.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη αν αναλογιστεί κανείς τη στάση του κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.
Η Ελλάδα έζησε τότε το δημοψήφισμα, τα capital controls, την απειλή εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Συμφωνία των Πρεσπών, τη μεταναστευτική κρίση και μια σειρά γεγονότων που προκάλεσαν βαθιές πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις. Τότε η φωνή του πρώην πρωθυπουργού ακουγόταν ελάχιστα. Σχεδόν ψιθυριστά. Σήμερα η σιωπή μετατράπηκε σε δημόσια ανησυχία.
Και ο πολίτης δικαιούται να αναρωτηθεί γιατί οι αυστηρές προειδοποιήσεις περισσεύουν όταν κυβερνά η Νέα Δημοκρατία και σπανίζουν όταν κυβερνούν οι πολιτικοί της αντίπαλοι.
Υπάρχει όμως ένα ακόμη σοβαρότερο ζήτημα.
Ο Κώστας Καραμανλής μιλά συχνά σαν να βρίσκεται έξω από την ιστορία των τελευταίων είκοσι ετών. Σαν να υπήρξε παρατηρητής και όχι πρωταγωνιστής. Σαν να μην κυβέρνησε τη χώρα επί πεντέμισι χρόνια. Σαν να μη συνδέθηκε το όνομά του με μια από τις πιο προβληματικές περιόδους της μεταπολιτευτικής διακυβέρνησης.
Η κυβέρνηση Καραμανλή δεν εκπροσώπησε κάποια μεγάλη μεταρρυθμιστική τομή. Αντιθέτως, υπήρξε η τελευταία μεγάλη έκφραση ενός μοντέλου εξουσίας που στηριζόταν στον κρατισμό, στις πελατειακές ισορροπίες, στις κομματικές διευθετήσεις και στην ψευδαίσθηση ότι η πραγματικότητα μπορεί να αναβάλλεται επ’ αόριστον.
Η περίφημη «επανίδρυση του κράτους» κατέληξε σε ένα από τα πιο αποτυχημένα πολιτικά συνθήματα της μεταπολίτευσης.
Το πελατειακό κράτος παρέμεινε ανέπαφο.
Οι μεταρρυθμίσεις έμειναν ημιτελείς.
Οι δημοσιονομικές ανισορροπίες διογκώθηκαν.
Η χώρα συνέχισε να δανείζεται σαν να μην υπήρχε αύριο.
Και όταν η πραγματικότητα έφτασε τελικά στην πόρτα της Ελλάδας, ο λογαριασμός μεταφέρθηκε στους επόμενους. Για χρόνια καλλιεργήθηκε γύρω από τον Κώστα Καραμανλή ένας μύθος πολιτικής σοφίας που στηριζόταν κυρίως στη σιωπή του. Η αδράνεια παρουσιάστηκε ως περίσκεψη. Η απουσία ως πολιτικό βάθος. Η αποχώρηση ως δικαίωση.
Η Ιστορία όμως έχει μια δυσάρεστη συνήθεια: εξετάζει τα αποτελέσματα. Και τα αποτελέσματα εκείνης της περιόδου ήταν αμείλικτα. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της μεταπολεμικής της ιστορίας. Τα ελλείμματα εκτροχιάστηκαν. Το χρέος διογκώθηκε. Η αξιοπιστία της χώρας κατέρρευσε.
Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί διαπίστωσαν ότι η πραγματική εικόνα της ελληνικής οικονομίας απείχε επικίνδυνα από εκείνη που παρουσιαζόταν επί χρόνια. Γι’ αυτό και προκαλεί εντύπωση ο τόνος του αδέκαστου κριτή που υιοθετεί σήμερα ο πρώην πρωθυπουργός. Ιδιαίτερα όταν η κριτική του στρέφεται εναντίον μιας κυβέρνησης που, ανεξαρτήτως των λαθών και των αστοχιών της, ενίσχυσε την αποτρεπτική ισχύ της χώρας με Rafale, Belharra και F-35, αναβάθμισε τις στρατηγικές της συμμαχίες και βελτίωσε αισθητά τη διεθνή θέση της Ελλάδας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα έγιναν σωστά. Σημαίνει όμως ότι η Ελλάδα του σήμερα απέχει πολύ από την Ελλάδα που παραδόθηκε το 2009. Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη διάσταση στην υπόθεση.
Η Ελλάδα γνώρισε πολλές μορφές πατριωτισμού. Γνώρισε όμως και μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων: τους εμπόρους του πατριωτισμού. Εκείνους που επικαλούνται διαρκώς το εθνικό συμφέρον, αλλά χρησιμοποιούν την πατρίδα ως εργαλείο πολιτικής επιβίωσης. Εκείνους που ανακαλύπτουν ξαφνικά εθνικούς κινδύνους όταν χρειάζονται ακροατήριο. Εκείνους που οικοδομούν δημόσια παρουσία πάνω στην καλλιέργεια φόβου, ανησυχίας και μόνιμης καταστροφολογίας. Η ελληνική πολιτική ζωή γνώρισε πολλούς τέτοιους ανθρώπους.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ειρωνεία.
Στα χρόνια της μεγάλης κρίσης, όταν η Ελλάδα βρέθηκε στο χείλος της οικονομικής και εθνικής περιπέτειας, ένας από τους πιο σταθερούς υποστηρικτές της χώρας δεν ήταν Έλληνας. Ήταν ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Δεν ζητούσε ελληνικές ψήφους. Δεν διεκδικούσε κομματικά οφέλη. Δεν φιλοδοξούσε να επηρεάσει εσωκομματικούς συσχετισμούς. Δεν έχτιζε πολιτική καριέρα πάνω στην εθνική ανησυχία. Υπήρχε στη στάση του κάτι σπάνιο. Μια ανιδιοτελής καλοσύνη.
Η καλοσύνη ενός ανθρώπου που πίστευε ειλικρινά ότι η Ελλάδα έπρεπε να παραμείνει στον πυρήνα της Ευρώπης. Που συγκρούστηκε με προκαταλήψεις, αντιστάσεις και πολιτικές σκοπιμότητες για να κρατηθεί η χώρα όρθια. Που πολλές φορές υπερασπίστηκε την Ελλάδα με μεγαλύτερη επιμονή από εκείνους που επικαλούνταν καθημερινά το όνομά της.
Και ακριβώς γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερο βάρος η απογοήτευση που εξέφρασε αργότερα για την περίοδο που προηγήθηκε της κρίσης. Γιατί προερχόταν από έναν πραγματικό φίλο της χώρας και όχι από έναν πολιτικό αντίπαλο. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι έμποροι της εθνικής ανησυχίας. Οι επαγγελματίες της καταστροφολογίας. Οι πολιτικοί που ανακαλύπτουν την πατρίδα όταν χρειάζονται ακροατήριο.
Οι πατριδοκάπηλοι που μετρούν τον πατριωτισμό με δηλώσεις, ομιλίες και δραματικές προειδοποιήσεις. Από την άλλη βρίσκεται η ήσυχη αξιοπρέπεια ανθρώπων που απέδειξαν τη φιλία τους προς την Ελλάδα με πράξεις και όχι με θεατρικές παραστάσεις.
Η Ιστορία έχει τον δικό της τρόπο να ξεχωρίζει τις δύο κατηγορίες. Γιατί η αγάπη προς την πατρίδα δεν αποδεικνύεται από το πόσο συχνά προφέρεις τη λέξη «πατρίδα». Αποδεικνύεται από το τι έκανες όταν η πατρίδα σε χρειάστηκε. Και σε αυτή τη δοκιμασία, η καλοσύνη ενός ξένου αποδείχθηκε πολλές φορές πιο πολύτιμη από τον θόρυβο πολλών επαγγελματιών πατριωτών.
Προσθήκη νέου σχολίου