Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Πάντα εκ των υστέρων. Συνομιλίες για την ιστορία και τους ιστορικούς, Μελάνι, Αθήνα 2026, 293 σελ.
«Η ιστορική γραφή, ως ενότητα μορφής και περιεχομένου, έχει την άτυπη αλλά πεντακάθαρη ευθύνη της εννοιολόγησης του βίου και του πολιτισμού των Ελλήνων, κάτι που δεν επιδέχεται κανενός είδους αβαρία και δεν επιτρέπει τον παραμικρό εφησυχασμό. Γράψαμε και μιλήσαμε έτσι, γιατί μόνο έτσι μπορούσαν να ειπωθούν αυτά που θέλαμε να πούμε και έτσι μόνον μπορούσαμε να τα πούμε: υπεύθυνα και με ακρίβεια, με γνώση και την ανάλογη πνευματική ευρύτητα, μερικές φορές και με γλαφυρότητα». Με αυτά τα λόγια, ο ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την ιστορία του νεότερου Ελληνισμού, σε ένα βιβλίο που περιέχει 27 κείμενα συνομιλιών ή απαντήσεων σε έρευνες τα οποία δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό Τύπο. Μια πολύτιμη συλλογή. [ΤΒJ]
Οι εκδόσεις Μελάνι κυκλοφόρησαν πρόσφατα το βιβλίο του ιστορικού Βασίλη Παναγιωτόπουλου, Πάντα εκ των υστέρων. Συνομιλίες για την ιστορία και τους ιστορικούς, (Αθήνα 2026, 293 σελ.). Πρόκειται για μια κομψή έκδοση, που περιέχει τον απαραίτητο πρόλογο και 27 κείμενα συνομιλιών, οι έγιναν από το 1977 έως το 2024. Κάποιες από τις συνομιλίες αυτές είναι με συνεργάτες εφημερίδων και περιοδικών· κάποιες άλλες είναι απαντήσεις σε έρευνες, με αντικείμενα από τη νέα ελληνική ιστορία και την επικαιρότητα. Αν και η χρονική απόσταση του πρώτου κειμένου από το τελευταίο καλύπτει σχεδόν μισό αιώνα, η θεματολογία συνεχίζει να είναι σύγχρονη, να μας απασχολεί και να επιδέχεται συνεχείς αναφορές, κάνοντας τις απαντήσεις επίκαιρες και την έκδοση εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη, όχι υποχρεωτικά μόνο για τους ασχολούμενους καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την ιστορία.
Η συνέντευξη, ως «δομημένη προφορική διαδικασία ερωτήσεων και απαντήσεων για την ανταλλαγή πληροφοριών, απόψεων ή την αξιολόγηση προσόντων», έχει καθιερωθεί ως το σημαντικότερο εργαλείο επιλογής προσωπικού, διαδικασία γνωστή ως talent scouting, που έχει στόχο «την ανάδειξη των ικανοτήτων του υποψηφίου και τη διαπίστωση της καταλληλότητάς του για μια θέση εργασίας». Κατά τον Παναγιωτόπουλο, όμως, είναι «είδος μεικτό ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό λόγο», που το εμπιστεύεται, επιλέγοντας βεβαίως τον «διαχειριστή» της συνομιλίας και μη αφήνοντας στην τύχη και στις εκπλήξεις το αποτέλεσμα. Γιατί, όπως σημειώνει, «στις συνεντεύξεις προκύπτουν σκέψεις πάνω σε προβληματισμούς “άλλου”, δηλαδή ενός προσώπου που είναι ξένου από εσένα και έχει τη δική του αίσθηση των πραγμάτων, τα ερωτηματικά και τις πνευματικές ανάγκες». Ως εκ τούτου, η επιλογή της έκδοσης αυτών των συνομιλιών έχει άλλη αφετηρία, λιγότερο πρακτική αλλά πραγματικά χρήσιμη, ως ταμιευτήρας επεξεργασμένων απόψεων για την ιστορία, την ιστοριογραφία και τους ιστορικούς.
Ελεύθερη και πλούσια ζωή
Από τις εμβληματικότερες μορφές της σύγχρονης ιστοριογραφίας στην Ελλάδα, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος είναι διδάκτωρ της Σορβόννης, ιστορικός του νεότερου και σύγχρονου ελληνισμού και εργάστηκε σε ερευνητικά ιδρύματα όπως η École des hautes études στη Γαλλία και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στην Ελλάδα, από το οποίο αφυπηρέτησε ως ομότιμος διευθυντής ερευνών του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών.
Συνεργάστηκε με τον Σπύρο Ασδραχά και τον Φίλιππο Ηλιού στην έκδοση του περιοδικού Τα Ιστορικά του εκδοτικού οίκου Μέλισσα, το οποίο καταξιώθηκε και συνέβαλε στην εδραίωση της νέας Ιστορίας, «μεταφέροντας στο ευρύτερο πεδίο της νεοελληνικής λογιοσύνης ανανεωτικές ιδέες για την ιστορία και την κοινωνία, αλλά και για το έργο και τον ρόλο του ιστορικού, κάτι σαν μια υπερβατική πνευματική αποστολή». Επίσης, μετά τη γνωριμία του με τη Σύρο χάρη στον καθηγητή ιστορίας Χρήστο Λούκο, προώθησε τη διεπιστημονικότητα με τα «Σεμινάρια της Ερμούπολης», δημιουργώντας κάθε καλοκαίρι στο κέντρο του Αιγαίου ένα «βήμα διαλόγου για τις επιστήμες του ανθρώπου, ενισχύοντας την επικοινωνία μεταξύ συγγενών κλάδων».
Οι έρευνες, τα βιβλία, τα μελετήματά του και όλες οι δημόσιες παρεμβάσεις του, εστιάζονται στην οικονομική και κοινωνική ιστορία των θεσμών και του πολιτικού βίου του Νέου Ελληνισμού και ειδικότερα στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, την Ελληνική Επανάσταση, καθώς και σε όψεις της γενικής ιστορίας του 19ου και του 20ού αιώνα. Επιμελήθηκε, με πλήθος συνεργατών, τη δεκάτομη Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000 και, με τον Δημήτρη Δημητρόπουλο και τον Παναγιώτη Μιχαηλάρη, την πεντάτομη έκδοση του Αρχείου του Αλή Πασά της Γενναδείου Βιβλιοθήκης (τόμοι Α΄, Β΄, Γ,΄ Δ΄, συλλογής Ιωάννου Χώτζη, με τον 5ο τόμο να περιέχει έγγραφα των Γενικών Αρχείων του Κράτους και του Μουσείου Μπενάκη). Το 2006 εξέδωσε το δίτομο έργο Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η εποχή του, που θεωρείται η πληρέστερη μέχρι σήμερα βιογραφία του σοσιαλιστή πολιτικού. Παράλληλα, δεν έπαψε ποτέ να παρεμβαίνει σε οποιονδήποτε δημόσιο διάλογο θεώρησε ότι η άποψή του θα συνέβαλλε δημιουργικά και πρωτότυπα, διατυπώνοντας τις απόψεις του με λόγο μεστό χωρίς να φοβάται την απροσδόκητη θεματολογία, τη χρήση «επαγγελματικών» όρων, δύσκολων και δυσνόητων εννοιών, αλλά με τρόπο απολύτως κατανοητό και από εκείνους που δεν έχουν εμβαθύνει στο αντικείμενο.
Από τα γνωστότερα και χρησιμοποιούμενα από πολλούς αποφθέγματά του (που ανευρίσκονται και σε αυτές τις συνεντεύξεις του) – πιο καλά, ο απεσταγμένος λόγος του– είναι (επιλεκτικά):
Η ιστορία είναι ιδρυτική συνιστώσα της ελληνικής εθνότητας και οι παραμικρές διακυμάνσεις στην πρόσληψή της είναι ουσιώδεις για την κοινωνική συνοχή των Ελλήνων.
Η ιστορική γραφή ως ενότητα μορφής και περιεχομένου, έχει την άτυπη αλλά πεντακάθαρη ευθύνη της εννοιολόγησης του βίου και του πολιτισμού των Ελλήνων, κάτι που δεν επιδέχεται κανενός είδους αβαρία και δεν επιτρέπει τον παραμικρό εφησυχασμό.
Η ιστορία είναι πολιτιστική επιστήμη, που διεξάγεται εντός του πεδίου της πολιτικής και κοινωνικής σύγκρουσης. (Είναι) μια ματιά που ρίχνουμε στον εαυτό μας. Κάτω από την λέξη ιστορία, στεγάζονται περισσότερες «καταστάσεις», που επιδέχονται απεριόριστες διευκρινίσεις.
Η ιστορικότητα της παρατήρησης (είναι) ενσωματωμένη μέσα στο έργο του ιστορικού ως διαδικασία αναστοχασμού.
Κανείς ιστορικός δεν έχει την ευθύνη να σώσει τον κόσμο, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να υπερβεί τα όριά του και να υπηρετήσει καταναγκαστικά οποιαδήποτε «Μεγάλη Ιδέα» που ξεκινάει από το κοινωνικό φαντασιακό.
Η ιστορία δεν είναι μόνον μια νοητική κατασκευή, είναι ταυτοχρόνως και ένα πολιτιστικό προϊόν, το οποίο διαμορφώνεται μέσα σε υπερ-ατομικές συνθήκες, όπου η προσωπική ευθύνη είναι ηθική κατηγορία και όχι επαγγελματική υποχρέωση.
Η Ακαδημία Αθηνών αναγνωρίζοντας το σύνολο του έργου του, του απένειμε το 2025 το Αριστείον Κοινωνικών Επιστημών και Ιστορίας.
Ένας ιστορικός σε μόνιμη εγρήγορση
Η έκδοση Πάντα εκ των υστέρων. Συνομιλίες για την ιστορία και τους ιστορικούς περιλαμβάνει τα εξής κείμενα:
Προλογικό σημείωμα.
«Η Ιστορία μας. Μήπως πρέπει να την ξαναγράψουμε;» Τα Νέα, με τον Γιώργο Γάτο, 1977.
«Η Ιστορία, Ο Ιστορικός και η Κοινωνία», Η αριστερά σήμερα, με τη Μαρία Στρατηγάκη, 1985.
«1821:Μύθος, θρύλος και αλήθεια» με τους Γιώργο Έξαρχο - Βασίλη Σφυρόερα - Νίκο Ψυρούκη, Ντέφι, 1987.
«Άλμα δεκαετιών αλλά και λαϊκίστικα παραπατήματα», με τον Δημήτρη Κουμάνταρο, Ελευθεροτυπία, 1989.
«Ποιος θυμάται την 21η Απριλίου του 1967; Αμνησία μετά τη ρητορεία και το εμπόριο», με τη Χριστίνα Κοραή, Ελευθεροτυπία, 1992.
«Από Οθωμανοί Τούρκοι. Το κόστος μιας μεταμόρφωσης για τον ελληνισμό», με τον Σωτήρη Ντάλη, Η Αυγή της Κυριακής, 1992.
«Το τετράκις εξαμαρτείν ουκ… έθνους σοφού», με τον Δημήτρη Κουμάνταρο, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία,1992.
«Η ευρωπαϊκή ώρα των Βαλκανίων. Η “ιστορικότητα” και οι εξελίξεις στην περιοχή», με την Ινώ Αφεντούλη, Η Καθημερινή, 1993.
«Η έρευνα στις κοινωνικές επιστήμες. Το εκδοτικό έργο του ΚΝΕ/ΕΙΕ», με τον Ανδρέα Πανταζόπουλο, Η Αυγή, 1998.
«Η Ιστορία είναι παιδί αλλά ταυτόχρονα και μητέρα ανωμαλιών», με τον Γιώργο Καράμπελα, Ελευθερία, Καλαμάτα 2005.
«Γιατί “πυροβολούν” το βιβλίο της Ιστορίας», απάντηση στην έρευνα του περιοδικού Μεταρρύθμιση, 2007.
«Η επανάσταση του 1821: Αυθορμητισμός ή επαναστατικό σχέδιο;», με τον Στάθη Κουτρουβίδη, Η Εποχή, 2008.
«Τα μυστικά του Αλή πασά Ιωαννίνων», με την Όλγα Σελλά, Η Καθημερινή, 2010.
«Αλή πασάς: ένας Αλβανός-Οθωμανός πασάς», με τον Κώστα Σπαθαράκη, Η Αυγή, 2010.
«Ελλάδα 2012 - Όψεις της κρίσης», Απαντήσεις σε έρευνα. Συλλογικός τόμος έρευνας του ΕΚΚΕ, 2012.
«Ο σύγχρονος μύθος είναι ότι “εμείς δεν φταίμε”», στη Μαρία Κατσουνάκη, Η Καθημερινή, 2012.
«Μια προσωπική διαδρομή στην ιστορική έρευνα» στους Κατερίνα Δέδε, Δημήτρη Δημητρόπουλο, Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, Ανδρομάχη Μαρούδα, Βάλια Ράπτη, The Books’ Journal, 2012.
«Ο Ρήγας, τα αδιέξοδα και οι Φιλικοί», στον Αντώνη Παγκράτη, Η Καθημερινή, 2016.
«Υπάρχει κίνδυνος εθνικιστικής εκτροπής;», στη Μικέλα Χαρτουλάρη, Εφημερίδα των Συντακτών, 2016.
«Η ιστορία ούτε διδάσκει ούτε επαναλαμβάνεται. Ο ρόλος της είναι θεραπευτικός», στον Γιάννη Πανταζόπουλο, Lifo, 2017.
«Υπερκατανάλωση ιστορίας», στην Έφη Φαλίδα, Τα Νέα, 2019.
«Να μην υποτιμούμε το λαϊκό αίσθημα. Μια συζήτηση για την Ελληνική Επανάσταση και τη νεωτερικότητα», στον Γρηγόρη Μπέκο, Το Βήμα, 2020
«Πώς χρηματοδοτήθηκε ο Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία», στη Μάρνυ Παπαματθαίου, Τα Νέα, 2021.
«Το 1821 περάσαμε από την κοινότητα στην κοινωνία. Απολογισμός για την επετειακή χρονιά, αλλά και για τη σύγχρονη ιστοριογραφία», στον Δημήτρη Δουλγερίδη, Τα Νέα 2021.
«Μελετώντας το 1821 την προσωπική διαδρομή του Βασίλη Παναγιωτόπουλου», στον Βαγγέλη Καραμανωλάκη και την Πόπη Πολέμη, Αρχειοτάξιο, 2021.
«Η ανεύρετη εθνική ενότητα», απάντηση σε έρευνα της εφ. Το Βήμα, 2023.
«Ο Αλή πασάς, οι Έλληνες και η Επανάσταση», στον Βασίλη Μηνακάκη, Η Καθημερινή, 2014.
Κρίσιμη για την ανάγνωση των κειμένων αποτελεί η τοποθέτηση του Βασίλη Παναγιωτόπουλου στον πρόλογο:
Στη δική μου διαπαιδαγώγηση και την κατοπινή επιστημονική διαδρομή η ιστοριογραφία, από την πρωτογενή χρονογραφία ώς την κατά περίπτωση καταγραφή (αφήγηση και ενδοτέρα ερμηνεία) του ιστορικού συμβάντος ή του ιστορικού προβλήματος, εμπεριέχεται, ή πρέπει να εμπεριέχεται, στην κατοπινή αναμόχλευσή του και αυτό περισσότερο από άλλα πολλά, κάνει το έργο του ιστορικού συναρπαστικό. Η ιστοριογραφία ως ιστορία και η ιστορία ως ιστοριογραφία, αξεδιάλυτα.
Δάσκαλος για πολλούς από τους νεότερους ιστορικούς, κι ας μην παρακολούθησαν συστηματικά παραδόσεις του, κυρίως για εκείνους που προέρχονται από άλλα γνωστικά αντικείμενα, διαβάζεται και γίνονται παραπομπές στο έργο του συχνά και από όλους. Συνεχίζει να κάνει τομές, να μεταλαμπαδεύει γνώσεις, κριτικές τοποθετήσεις και κυρίως να υποδεικνύει, ως πολύτιμα για κάθε ιστορικό στοιχεία του χαρακτήρα, το ήθος και το ύφος. Διαρκής και ακούραστος ερευνητής, που δεν τον ξαφνιάζει, αντιθέτως τον ενθουσιάζει, το νέο και το διαφορετικό, υπερασπιστής της διεπιστημονικότητας, σεμνός και αξιοπρεπής, δοτικός και ευπροσήγορος, θαυμάσιος συνομιλητής, κοσμεί την εποχή μας με την αθόρυβη παρουσία του.
Κι όμως, όταν η πάντα προσεκτική για το πότε και πώς το πραγματοποιεί Μαρία Κατσουνάκη (Καθημερινή, 2012) θέλησε να κάνει αποτίμηση του έργου του, της είχε πει:
Τα παραλέτε… πρόκειται για πενιχρή δραστηριότητα. Ας πούμε ότι βρίσκομαι σε καθημερινή εγρήγορση, σε κατάσταση περισσότερο πρόσληψης παρά ανταπόκρισης.
Προσθήκη νέου σχολίου