John Dunn, Δημοκρατία, μετάφραση από τα αγγλικά: Νίκος Λίγγρης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2025, 228 σελ.
«Τα πολιτεύματα που οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι αποκαλούν δημοκρατίες, δεν αποπνέουν σήμερα αγαθή αύρα [...] ωστόσο διασώζουν πολλά πολιτικά πλεονεκτήματα. Όπου δεν έχουν καταντήσει παρωδία, εξακολουθούν να προσφέρουν στους πολίτες δύο ανεκτίμητες πολιτικές ευχέρειες: τη δυνατότητα να σκέφτονται και από κοινού να εκφράζονται ελεύθερα για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και για τον βέλτιστο τρόπο διαχείρισής τους, καθώς και την εγγύηση να μπορούν, με εύλογη ετοιμότητα, να αντικαθιστούν τους κυβερνώντες που έφτασαν σε σημείο να αντιπαθούν και να έχουν πάψει να εμπιστεύονται, με εναλλακτικές επιλογές, διατηρώντας την ελπίδα ότι αυτές θα επιτελέσουν καλύτερα το έργο της διακυβέρνησης». Ένα βιβλίο που μας ξαναμαθαίνει τι είναι η Δημοκρατία.
Πώς ορίζουμε την δημοκρατία; Γιατί είναι πολύτιμη αυτή η λέξη; Ως κοινωνικοπολιτική πρακτική μέσα στην οποία κινούμαστε; Ως πλέγμα αξιών μέσα στο οποίο επιθυμούμε να κινείται η εξουσία την οποία εμείς επιλέγουμε; «Τόσο μια μορφή διακυβέρνησης όσο και μια πολιτική αξία»; Πόσες δημοκρατίες υπάρχουν; Πόση σχέση έχει η σημερινή δημοκρατία με αυτή της αρχαίας Αθήνας; Γιατί μια ελληνική σύνθετη λέξη, ξεχασμένη ή και συκοφαντημένη στο χρόνο, αποτελεί περιζήτητο παράσημο όλων σήμερα; Ποιοι είναι δημοκρατικοί πολίτες; Μέχρι πού φτάνει η εφαρμογή της δημοκρατίας και πόσο βιώσιμη είναι; Είναι ευκολότερο εντέλει να ορίσουμε τη δημοκρατία λέγοντας τι ΔΕΝ είναι δημοκρατία;
Ο Τζον Νταν, σε μια επικαιροποίηση του στοχασμού του για τη Δημοκρατία, θέτει εκατοντάδες ερωτήματα, δίνει σχηματοποιημένες απαντήσεις, σε βοηθά όμως να κατανοήσεις πώς ορίζεις εσύ, ο αναγνώστης, τη δημοκρατία, πώς την εννοούν ή πώς την καπηλεύονται οι γύρω σου και πόσος πραγματισμός χωρά στην έννοιά της. Ταξιδεύει στον χρόνο και δείχνει πώς έγινε αντιληπτή η δημοκρατία από στοχαστές και πολιτικούς, αναγνωρίζει τους σταθμούς της αποδοχής και της μορφοποίησής της και, γράφοντας αμέσως μετά το Brexit και την πρώτη εκλογή Τραμπ τον επίλογο αυτής της πολύτιμης έκδοσης, αναρωτιέται πώς θα μακροημερεύσει, και με ποιο ένδυμα. «Αφηγείται μια ιστορία για το παρελθόν και διατυπώνει […] ένα επιχείρημα για το παρόν και το μέλλον».
Γρηγορούσα δημόσια κρίση
Μια «συνεχιζόμενη άσκηση γρηγορούσας δημόσιας κρίσης» υπήρξε για την Αθήνα η Δημοκρατία. Στο νήμα που συνδέει την εποχή της με το σήμερα, αυτό που μεταδόθηκε δεν είναι μια συγκεκριμένη θεσμική πρακτική αλλά οι «αντιλήψεις για το τι πρέπει να εκτιμά και να επιδιώκει κανείς, καθώς και το γιατί και το πώς πρέπει να ενεργεί βάσει αυτών των αντιλήψεων». Η δημοκρατία άνοιξε ορίζοντες – έδωσε τη δυνατότητα στους πολλούς να συζητούν για τις δυνατότητες που είχαν, τις προοπτικές και τους κινδύνους, τις ανταμοιβές και το τίμημα των επιδιώξεών τους. Κι όμως, η εισαγωγή της ως μορφή διακυβέρνησης από τον Κλεισθένη δεν ήταν, κατά τον Ηρόδοτο, μια «διανοητική ή ηθική πεποίθηση» αλλά μια προσαρμοστική πολιτική κίνηση ενάντια στην αντίπαλή του αριστοκρατία.
Τρεις πηγές είναι αυτές που διαχρονικά σχηματοποίησαν την έννοια της Αθηναϊκής Δημοκρατίας: ο Θουκυδίδης και ειδικά ο Επιτάφιος του Περικλή, η Πολιτεία του Πλάτωνα και η Αθηναίων Πολιτεία του Αριστοτέλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, έμμεσα, τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης απορρίπτουν τη δημοκρατία – ακόμη κι αν ο Πλάτων πραγματεύεται τη δικαιοσύνη ή την «δέουσα συμπεριφορά», εξακολουθεί να πιστεύει στη διακυβέρνηση των φιλοσόφων, ενδέχεται δε κατά τον Νταν να διαμορφώνει άποψη και από την τύχη του Σωκράτη. Τον Πλάτωνα τον ενοχλεί η έννοια της ισότητας της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, τη θεωρεί ισοπεδωτική και επαγωγέα αστάθειας, αταξίας. Ο Αριστοτέλης πάλι κατανοεί τη λογική της Δημοκρατίας αλλά συνθέτει την έννοια της Πολιτείας, όπου η ισότητα σημαίνει ίση ευκαιρία στην ανάδειξη των άξιων και την κατανομή των εξουσιών αντίστοιχα σε άξιους – με τελικό γνώμονα το κοινό καλό μέσα από μια κοινή δέσμευση. Μέσα από τον ύμνο στη δημοκρατία, την απόρριψή της και τη διαλεκτική εξέτασή της αντίστοιχα, η έννοια προχώρησε στο χρόνο.
Όταν ήρθε το πλήρωμά του, χρησιμοποιήθηκε αυτή, η ελληνική λέξη, και όχι κάποιο λατινικό αντίστοιχο. Γιατί; αναρωτιέται ο Νταν. Επειδή η ρωμαϊκή παράδοση δεν κληρονόμησε διαρκές δημοκρατικό πλαίσιο, αλλά και επειδή τα επιδραστικά γραπτά της εποχής όπως οι ιστορίες του Πολύβιου, ταύτιζαν την έννοια της δημοκρατίας με την οχλοκρατία. Έπρεπε να φτάσουμε στον 17ο αιώνα, στη μετάφραση της Πολιτείας του Αριστοτέλη από τον Γουλιέλμο του Μέρμπεκε, για να εισέλθει η λέξη demokratia και τα αντίστοιχά της στην εκάστοτε καθομιλουμένη των ευρωπαϊκών χωρών. Ο Τόμας Χομπς θα χρησιμοποιήσει λίγο αργότερα τον όρο για να περιγράψει τους κακούς του Αγγλικού Εμφυλίου, αυτούς τους παραζαλισμένους «από τις δημοκρατικές απερισκεψίες του αρχαίου κόσμου». Ήταν όμως αυτός που σημείωσε παράλληλα ότι η δημοκρατία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως η τυρρανία των ρητόρων, ότι ο πλάνος λόγος και η ευγλωττία θα μπορούσαν να παρασύρουν. Και λίγα χρόνια μετά, ο Σπινόζα ήρθε να διαμορφώσει το πλαίσιο του επιθυμητού της κοινωνικής ζωής:
Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να σκέφτονται ελεύθερα και να εκφράζουν τις σκέψεις τους χωρίς φόβο. Έχουν επίσης ανάγκη από ένα σαφές και αποτελεσματικό πλαίσιο εξουσίας για την προστασία των ζωών που ζουν μαζί.
Ουσιαστικά, ο Σπινόζα γίνεται ο πρώτος που κατανοεί ότι η δημοκρατία ως έννοια είναι διττή: είναι ηθικό πλαίσιο αρχών αλλά και κοινωνικό πλαίσιο σταθερότητας. Κατά πόσον αυτή η σταθερότητα επιτυγχάνεται με τη δημοκρατία περισσότερο από άλλες μορφές πολιτεύματος είναι όμως ακόμη ασαφές τότε. Ο Σπινόζα αναγνωρίζει ότι η δημοκρατία ασκείται και εφαρμόζεται ευκολότερα σε καιρούς ειρήνης και οι καιροί της εποχής του μόνο ειρηνικοί δεν υπήρξαν. Για τον Σπινόζα, όμως, η δημοκρατία είναι η μόνη φυσική μορφή διακυβέρνησης επειδή (οφείλει να) εμπεριέχει την καθολική συμφωνία αυτών που κυβερνώνται.
Τους επόμενους αιώνες, η έννοια του δημοκρατικού πολιτεύματος ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με τη μορφή διακυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών και με τον τρόπο που, όπως περιέγραψε ο Αλεξίς ντε Τοκβίλ, η δημοκρατία ως πολίτευμα δρα προστατευτικά «σε κάθε πτυχή της ζωής και της γρηγορούσας συνείδησης των Αμερικανών». Το καίριο στην εφαρμογή ενός δημοκρατικού πολιτεύματος στις ΗΠΑ, όμως, ήταν η εξειδίκευση του πλαισίου της αρχαίας αθηναϊκής ισηγορίας και ισονομίας σε ένα σύστημα αντιπροσωπευτικό, κατάλληλο να εφαρμοστεί πέρα από τα όρια μιας περιορισμένης πληθυσμιακά πόλης-κράτους. Μείζονες διαμορφωτές αυτού του πλαισίου ήταν ο Τζέιμς Μάντισον (μετέπειτα τέταρτος Πρόεδρος των ΗΠΑ και θεωρούμενος πατέρας του συντάγματος), ο Τζον Τζέι και ο Αλεξάντερ Χάμιλτον, συγγραφείς των «κειμένων του Φεντεραλιστή», δημόσιων άρθρων ουσιαστικής διαβούλευσης πάνω στην έννοια της Πολιτείας. Περνάμε πλέον μέσω των κειμένων του Φεντεραλιστή στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία – ονομάζοντάς τη Ρεπουμπλικανική (ενώνοντας έναν λατινικό όρο με έναν ελληνικό), στην ανάγκη εξισορρόπησης αρχών ισότητας και ισχυρού κράτους ικανού να εγγυηθεί σταθερότητα.
Μια ανεφάρμοστη ιδέα
Σχεδόν ταυτόχρονα, στην Ευρώπη η Γαλλική Επανάσταση θα δώσει γλαφυρά παραδείγματα των ορίων της δημοκρατίας, των μηχανισμών που οδηγούν στην επιδίωξή της, αλλά και του τι δεν είναι δημοκρατία. Η δημοκρατία λοιπόν αντιτίθεται στα προνόμια, είναι αυτά «πέρα από τα όρια του κοινού δικαίου» όπως με επίταση διακήρυσσε προεπαναστατικά ο Αββάς Σεγιές. Στην προεπαναστατική Γαλλία, αριστοκρατία και κλήρος κατείχαν πολλά και δεν επιθυμούσαν καν να απεκδυθούν αυτών στο πλαίσιο ελάφρυνσης του χρέους – η άρνηση έγινε ιδεολογικός διχασμός που παρέσυρε και τη μοναρχία. Ο Αββάς Σεγιές σχηματοποίησε το διχασμό αυτόν διερωτώμενος «τι είναι η Τρίτη Τάξη» και απαντώντας πως «είναι το Παν, και όχι το Τίποτε», όπως αριστοκρατία και κλήρος και βασιλείς είχαν καθορίσει (ο Μαρξ κρατούσε σημειώσεις διαβάζοντάς τον). Κάθε επανάσταση όμως, ακόμη κι αν έχει δημοκρατική επιδίωξη, εμπεριέχει ντε φάκτο έναν σπόρο απολυταρχίας, εχθρού της ίδιας της δημοκρατίας, από καιροσκόπους που ομνύουν στο όνομά της ή απλούς καθαρόαιμους τρομοκράτες. Η Γαλλική Επανάσταση δεν μας κληροδότησε μόνο συνθήματα περί Ελευθερίας, Ισότητας, Αδελφότητας, αλλά και έναν μηχανισμό, ένα εγχειρίδιο, του Ροβεσπιέρου (για τον οποίο ο Νταν αμφιταλαντεύεται για το πόσο αγνός, ακτιβιστής δημοκράτης υπήρξε ή αν απλώς υποσχόταν δημοκρατία σε καιρό ειρήνης και τρόμο σε καιρό αναταραχής, καιρό που ο ίδιος έτρεφε και δημιουργούσε) και της Τρομοκρατίας, που αξιοποίησαν εν μέρει πλείστοι όσοι, από τον Στάλιν και τον Μάο μέχρι τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ και τους Αγιατολάχ. Μέσω του Ροβεσπιέρου εντέλει, λέει ο Νταν, πολλοί ανακάλυψαν πως η δημοκρατία είναι ένα ωραιότατο περίβλημα που μπορεί να κρύψει πίσω του κάθε λογής απολυταρχία και βαρβαρότητα.
Ή, ίσως, η δημοκρατία είναι μια έννοια που δεν τολμάμε να εφαρμόσουμε – στα απόνερα της Γαλλικής Επανάστασης, η συνωμοσία των ίσων, η ιδεολογία του Μπαμπέφ και του Φίλιπο Μπουοναρότι, σχηματοποίησε εν μέρει τη διάκριση μεταξύ ενός «συστήματος εγωισμού», μιας υποχωρητικής δημοκρατίας που θεωρεί βασικό πυλώνα τη σταθερότητα (πρωτίστως την οικονομική) και την ανάπτυξη και ενός «συστήματος ισότητας» που δεν παραχωρεί ιδεολογικά τίποτε ακόμη κι αν ένα ρέον, διαρκές επαναστατικό προτσές (για να εισχωρήσει και ένας μεταγενέστερος όρος των μαθητών τους) μπορεί να επιφέρει κοινωνικό χάος. Το «σύστημα εγωισμού» έχει, όπως στις ΗΠΑ, μια διαρκή κινητικότητα επίσης, μια κινητικότητα όμως που έχει να κάνει με την ευημερία του κοινωνικού συνόλου και του κράτους (με οικονομική και γεωγραφική επέκταση ενίοτε), με την υπόσχεση και της ατομικής ευημερίας. Κι αυτή η ατομική ευημερία αποδείχθηκε στο πέρασμα του χρόνου μεγαλύτερο δέλεαρ για τον μέσο πολίτη, από την ουτοπία της ισότητας.
Η ισότητα δεν έχει παραιτηθεί από τις αξιώσεις της ούτε έχει πάψει να απευθύνεται στο πάθος και στη νοημοσύνη του ανθρώπινου ακροατηρίου της. Αυτό που επιτρέπει στους κυβερνώντες να κυβερνούν, σε όλο και περισσότερα μέρη όλο και πιο μακροπρόθεσμα, είναι η ανταπόκριση αυτού του ακροατηρίου: οι όροι που αυτό είναι διατεθειμένο να δεχτεί.
Το «σύστημα του εγωισμού», άλλωστε, ας μη γελιόμαστε, πραγματοποίησε θριαμβευτικά μια σειρά από τομές και εξισώσεις: οι φυλετικές διακρίσεις, η θέση της γυναίκας, «η κατάρρευση του ενός αποκλεισμού μετά τον άλλον». Πολλά από τα ίδια τα σημαντικά βήματα της δημοκρατίας ως ασκούμενο πολίτευμα στις επόμενες δεκαετίες οφείλονταν σε αμυντικές προσαρμογές διορατικών συντηρητικών πολιτικών (όπως ο Καβούρ, ο Μπίσμαρκ και ο Ντισραέλι).
Είναι λοιπόν ο όρος Δημοκρατία σήμερα κίβδηλος; Χρησιμοποιείται λανθασμένα για το περιβάλλον, πολιτικό και κοινωνικό στο οποίο κινούμαστε; Είναι κάτι περισσότερο από το κοινό σύνθημα το οποίο κινητοποίησε ανθρώπους στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο απέναντι σε έναν κοινό εχθρό; Όρισε η ίδια η λέξη Δημοκρατία αυτόν τον κοινό εχθρό; Εφαρμόζουμε εμείς οι ίδιοι, οι πολίτες, τις αρχές της Δημοκρατίας στην καθημερινή μας πράξη; Μπορούμε να ελπίζουμε σε ουσιαστική Δημοκρατία χωρίς εκδημοκρατισμό όχι μόνο της πολιτικής, αλλά και της πολιτιστικής και οικονομικής ζωής, της συμπεριφοράς, της σεξουαλικής ζωής, της διατροφής; Εμπεριέχει τη βία η έννοια του εκδημοκρατισμού και κάθε σχετικού μετασχηματισμού; Υπάρχουν αποδεκτά όρια συναλλαγής με την κοινωνική και πολιτική και ατομική ηθική; Οφείλουμε να κοιτάζουμε πέρα από τη θεωρητική ηθική στο πώς είναι δομημένος ο κόσμος σήμερα; Μπορεί η ισηγορία της αρχαίας Αθήνας να βρει αντίστοιχο σήμερα στον Τύπο, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην εκλογική διαδικασία που λυμαίνονται «εκλογικοί επιχειρηματίες»; Είναι λύση η άμεση δημοκρατία, είναι τελικά δημοκρατία τα δημοψηφίσματα και η διαβουλευτική δημοκρατία; Μπορεί η ανθρωπότητα σε έναν «ενιαίο δήμο», μια «κοινή πολιτική νοημοσύνη» να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα τις παγκόσμιες προκλήσεις του σήμερα (που ακόμη και από τα λίγα χρόνια πριν που γράφει ο Νταν έχουν γιγαντωθεί και αναδυθεί με νέες μορφές); Μπορεί η Δημοκρατία να επανασυστηθεί στους πολίτες;
Δεν είναι όλα τέλεια στο βιβλίο του Νταν (σε αντίθεση με την πληρότητα της μετάφρασης του Νίκου Λίγγρη): ορισμένες φορές τα δεδομένα στριμώχνονται στο προκαθορισμένο πλαίσιο του νου του συγγραφέα, αλλά αυτό είναι ίδιον κάθε στοχαστή. Μια αναφορά στον «εξελληνισμό» του βασιλείου της Μακεδονίας ενοχλεί (τον αυτοματισμό μου, ίσως, αλλά ενοχλεί). Δυο τρεις σκόρπιοι ύμνοι για την Κίνα, επίσης (ως αντιπαραβολή στις «μισαλλοδοξίες και τις στενοκεφαλιές» της Ευρώπης και ως η χώρα με «την αρχαιότερη και πιο υπερήφανη παράδοση πολιτικής αυτονομίας από κάθε άλλη ανθρώπινη κοινωνία»).
Το βιβλίο του Νταν, όμως, μας ξανασυστήνει τη Δημοκρατία. Μας αναγκάζει να αναλογιστούμε τι φοβόμαστε ότι θα χάσουμε χωρίς αυτήν, και πόσο ανθεκτική την κάνουμε με την καθημερινή μας στάση. Είναι έτσι ένας οδηγός, μια Αγωγή του Πολίτη για το 2026.
Προσθήκη νέου σχολίου