Το Ίδρυμα για την Κληρονομιά των Λεβαντίνων (Levantine Heritage Foundation) διοργάνωσε τη 41η υβριδική παρουσίασή της στο Λονδίνο τη Δευτέρα 2 Ιουνίου 2026, με προσκεκλημένο ομιλητή τον ιστορικό Αριστείδη Χρυσούλη (Aristide Chryssoulis), σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διάλεξη με τίτλο «Life in the Principality of Samos, 1834–1912».
Ο Χρυσούλης ολοκλήρωσε φέτος το διδακτορικό του στην Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, με αντικείμενο την Ηγεμονία της Σάμου (1834–1912), μια αυτοδιοικούμενη νησιωτική επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την οποία μελέτησε μέσα από το πρίσμα της νομικής και κοινωνικής ιστορίας, της πολιτικής κοινωνιολογίας και της πολιτισμικής ανθρωπολογίας. Τα ευρύτερα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν τη διπλωματική και προξενική ιστορία, την ιστορία των θαλάσσιων και νησιωτικών χώρων, καθώς και την περιβαλλοντική ιστορία. Σήμερα διδάσκει προπτυχιακό μάθημα για την πρώιμη νεότερη Μεσόγειο στη Σχολή Ιστορίας του Κέιμπριτζ, ενώ αναπτύσσει μεταδιδακτορικό ερευνητικό πρόγραμμα σχετικά με τη διαχείριση των δασών στα ελληνικά νησιά κατά τον 19ο αιώνα. Μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα επιστημονικά περιοδικά Rives méditerranéennes και Études balkaniques – Cahiers Pierre Belon.
Τι σήμαινε να είναι κανείς Σαμιώτης κατά τον 19ο αιώνα; Τι σήμαινε να ανήκει όχι απλώς σε ένα νησί του Αιγαίου ή σε μια επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά σε μια ιδιότυπη πολιτική οντότητα με δικούς της θεσμούς, διοίκηση, νόμους και ιδιαίτερη πολιτική ταυτότητα; Η Ηγεμονία της Σάμου (1834–1912), μία από τις πλέον ιδιόμορφες πολιτειακές μορφές της ανατολικής Μεσογείου, προσφέρει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παράδειγμα για την κατανόηση των πολλαπλών μορφών εξουσίας, υπηκοότητας και συλλογικής ταυτότητας στον μακρύ 19ο αιώνα.
Η παραδοσιακή ιστοριογραφία αντιμετώπισε συχνά τη Σάμο μέσα από ένα σχετικά περιορισμένο δίπολο: από τη μία πλευρά η ηγεμονική εξουσία και από την άλλη η τοπική αντίσταση απέναντι στους διορισμένους ηγεμόνες. Ωστόσο, η προσέγγιση που προτείνει η έρευνα του Αριστείδη Χρυσούλη μετατοπίζει ουσιαστικά το ερώτημα. Αντί να επικεντρώνεται αποκλειστικά στις πολιτικές ελίτ ή στις συγκρούσεις με την ηγεμονική διοίκηση, στρέφει το βλέμμα στην καθημερινή εμπειρία των ίδιων των κατοίκων: πώς αντιλαμβάνονταν οι Σαμιώτες αυτή την ιδιότυπη πολιτική κοινότητα μέσα στην οποία ζούσαν;
Από την Επανάσταση του 1821 στην αυτονομία
Για να κατανοήσει κανείς τη δημιουργία της Ηγεμονίας της Σάμου, είναι απαραίτητο να επιστρέψει στην περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Η Σάμος υπήρξε μία από τις πλέον δραστήριες επαναστατικές εστίες του ανατολικού Αιγαίου. Υπό την ηγεσία του Λυκούργου Λογοθέτη, οι Σαμιώτες εκδίωξαν τις οθωμανικές αρχές και συγκρότησαν ήδη από τα πρώτα χρόνια της εξέγερσης ένα αξιοσημείωτα οργανωμένο καθεστώς τοπικής διακυβέρνησης.
Διαβατήριο της Ηγεμονίας της Σάμου.
Η λεγόμενη «Σαμιακή Πολιτεία» της επαναστατικής περιόδου ανέπτυξε θεσμούς συλλογικής διοίκησης, στρατιωτικής οργάνωσης και λαϊκής συμμετοχής. Οι κάτοικοι του νησιού απέκτησαν έτσι εμπειρία πολιτικής αυτορρύθμισης και αυτοδιοίκησης, γεγονός που διαμόρφωσε βαθύτερες πολιτικές προσδοκίες για το μέλλον. Όταν, μετά τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου (1830–1832), η Σάμος έμεινε εκτός των συνόρων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, οι αντιδράσεις υπήρξαν έντονες. Πολλοί Σαμιώτες αισθάνθηκαν ότι το νησί εγκαταλειπόταν από τη διεθνή διπλωματία παρά τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα.
Ωστόσο, ούτε η Υψηλή Πύλη ούτε οι Μεγάλες Δυνάμεις μπορούσαν πλέον να επαναφέρουν εύκολα τη Σάμο στο παλαιό προεπαναστατικό καθεστώς. Το αποτέλεσμα υπήρξε ένας ιδιότυπος συμβιβασμός: η δημιουργία της αυτόνομης Ηγεμονίας της Σάμου το 1834. Η αυτονομία αυτή δεν ήταν απλώς μια διοικητική παραχώρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε σημαντικό βαθμό υπήρξε προϊόν της επαναστατικής πολιτικής κουλτούρας που είχε ήδη διαμορφωθεί στο νησί κατά την περίοδο του 1821. Η σαμιακή αυτονομία μπορεί έτσι να ιδωθεί ως έμμεση πολιτική κληρονομιά της Ελληνικής Επανάστασης.
Η Ηγεμονία της Σάμου αποτελούσε μια μοναδική πολιτική κατασκευή. Δεν ενσωματώθηκε στο ελληνικό βασίλειο, αλλά ούτε παρέμεινε μια συνηθισμένη οθωμανική επαρχία. Ήταν μια αυτόνομη, φόρου υποτελής ηγεμονία υπό την επικυριαρχία του Οθωμανού Σουλτάνου. Το νησί διέθετε δικούς του διοικητικούς θεσμούς, ιδιαίτερο νομικό καθεστώς, ξεχωριστό προϋπολογισμό, πολιτοφυλακή και μορφές τοπικής αντιπροσώπευσης. Οι ηγεμόνες διορίζονταν από την Υψηλή Πύλη μεταξύ επιφανών οικογενειών Φαναριωτών της Κωνσταντινούπολης. Αν και η θέση θεωρούνταν τιμητική, μπορούσε συγχρόνως να λειτουργήσει ως μορφή πολιτικού παραγκωνισμού για φιλόδοξους Φαναριώτες. Η ιστοριογραφία έχει εξετάσει εκτενώς το πώς οι ίδιοι οι ηγεμόνες αντιλαμβάνονταν τον ρόλο τους. Πολύ λιγότερο γνωρίζουμε, όμως, για το πώς αντιλαμβάνονταν τη θέση τους οι ίδιοι οι κάτοικοι του νησιού.
Νομική ζώνη εξαίρεσης και διαμεσολάβησης
Η διττή θέση —ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τον ελληνικό κόσμο— δημιούργησε μία ιδιαίτερη πολιτική και νομική ταυτότητα. Το ερώτημα «τι σήμαινε να είναι κανείς Σαμιώτης» κατά τον 19ο αιώνα δεν μπορεί να απαντηθεί αποκλειστικά με όρους τοπικής ή πολιτισμικής ταυτότητας. Η ιδιότητα του Σαμιώτη συνδεόταν με ένα σύνθετο πλέγμα δικαιωμάτων, προνομίων, νομικών στρατηγικών και εμπορικών δυνατοτήτων, που μεταβαλλόταν ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο κινούνταν οι ίδιοι οι νησιώτες.
Η Σάμος δεν ήταν απλώς μία αυτόνομη επαρχία της Αυτοκρατορίας. Ήταν μία «ζώνη εξαίρεσης» — ένας ενδιάμεσος χώρος, όπου διαφορετικά νομικά συστήματα, πολιτικές κουλτούρες και εμπορικά δίκτυα συναντιούνταν και αλληλοεπιδρούσαν. Στο πλαίσιο αυτό, το σαμιακό διαβατήριο και η ιδιότητα του υπηκόου της Ηγεμονίας αποκτούσαν ιδιαίτερη σημασία. Το κατά πόσο αυτή η ιδιότητα ισοδυναμούσε με μορφή «ιθαγένειας» παραμένει κρίσιμο ιστορικό ερώτημα.
Η περίοδος της ίδρυσης της Ηγεμονίας συνέπεσε με τη σταδιακή μετάβαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς τη μεταρρυθμιστική εποχή του Τανζιμάτ. Οι μεταρρυθμίσεις του Χάττι Σερίφ (1839) και αργότερα του Χάττι Χουμαγιούν (1856) επιδίωξαν να αναδιαμορφώσουν τη σχέση κράτους και υπηκόων, δημιουργώντας μία περισσότερο συγκεντρωτική και νομικά ομογενοποιημένη αυτοκρατορική τάξη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμφανίστηκε σταδιακά η έννοια του «Οθωμανού πολίτη», υπεράνω θρησκευτικών κοινοτήτων και τοπικών ιδιαιτεροτήτων.
Ωστόσο, η Σάμος αποτελούσε ακριβώς το αντίθετο παράδειγμα: έναν χώρο όπου η ιδιαιτερότητα όχι μόνο επιβίωνε αλλά και θεσμοθετούνταν. Η αυτονομία της νήσου ενσωμάτωνε στοιχεία οθωμανικής κυριαρχίας, τοπικής αυτοδιοίκησης, ελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας και ευρωπαϊκών διοικητικών επιρροών. Η Ηγεμονία λειτουργούσε με δικούς της θεσμούς, ενώ οι κάτοικοί της μπορούσαν να κινούνται σε ένα ευρύ αιγαιoπελαγίτικο δίκτυο αξιοποιώντας το ασαφές και συχνά ευέλικτο καθεστώς τους.
Αυτό το καθεστώς είχε ιδιαίτερη σημασία στον κόσμο του εμπορίου και της ναυτιλίας. Το Αιγαίο του 19ου αιώνα ήταν ένας χώρος συνεχούς διακίνησης ανθρώπων, κεφαλαίων και αγαθών. Έμποροι, ναυτικοί, πράκτορες, καραβοκύρηδες και μετανάστες κινούνταν ανάμεσα σε λιμάνια που ανήκαν σε διαφορετικές κυριαρχίες: οθωμανικές, ελληνικές, αιγυπτιακές, ακόμη και ευρωπαϊκές. Σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, η νομική ταυτότητα μπορούσε να μετατραπεί σε εμπορικό εργαλείο.
Οι Σαμιώτες αξιοποιούσαν συχνά το ιδιαίτερο καθεστώς της Ηγεμονίας για να διαπραγματευθούν καλύτερους όρους φορολόγησης, να αποφύγουν στρατιωτικές υποχρεώσεις ή να επιτύχουν προνομιακή μεταχείριση σε δικαστικές και εμπορικές υποθέσεις. Το σαμιακό διαβατήριο λειτουργούσε όχι μόνο ως ταξιδιωτικό έγγραφο αλλά και ως σύμβολο νομικής προστασίας και ιδιαίτερης πολιτικής σχέσης με την Αυτοκρατορία. Η κατοχή του μπορούσε να προσφέρει πλεονεκτήματα σε εμπορικές διαμάχες ή να επιτρέψει στους κατόχους του να επικαλούνται ειδικά δικαιώματα απέναντι σε οθωμανικές ή ακόμη και ελληνικές αρχές.
Τα δικαστικά αρχεία αποκαλύπτουν ακριβώς αυτή τη ρευστότητα. Εμπορικές αντιδικίες, κληρονομικές υποθέσεις, ναυτικά ατυχήματα ή ποινικές διαφορές έφερναν συχνά στο προσκήνιο το ζήτημα της δικαιοδοσίας: ποιο δικαστήριο ήταν αρμόδιο; Η Ηγεμονία της Σάμου; Οι οθωμανικές αρχές; Τα προξενικά δικαστήρια ευρωπαϊκών δυνάμεων; Ή τα ελληνικά δικαστήρια στην περίπτωση Ελλήνων υπηκόων που δραστηριοποιούνταν στη Σάμο;
Η ίδια η ασάφεια του καθεστώτος αποτελούσε πλεονέκτημα. Οι διάφοροι δρώντες —κρατικοί αξιωματούχοι, έμποροι, δικηγόροι, ναυτικοί, τοπικοί πρόκριτοι— μπορούσαν να επικαλούνται διαφορετικές νομικές παραδόσεις και δικαιοδοσίες ανάλογα με το συμφέρον τους. Η Σάμος έτσι μετατρεπόταν σε έναν «νομικό μεθοριακό χώρο», όπου η έννοια της κυριαρχίας παρέμενε διαρκώς υπό διαπραγμάτευση.
Το γεγονός αυτό συνδέεται άμεσα με την ευρύτερη ιστορία της νομικής πολυμορφίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Αυτοκρατορία δεν λειτουργούσε ως ενιαίο και ομοιογενές κράτος με τη δυτικοευρωπαϊκή έννοια. Αντιθέτως, στηριζόταν σε ένα πλέγμα εξαιρέσεων, προνομίων και τοπικών ιδιαιτεροτήτων. Οι κοινότητες, οι επαρχίες, τα μιλλέτ, ακόμη και ξένες δυνάμεις μέσω των διομολογήσεων διέθεταν ειδικά δικαιώματα και βαθμούς αυτονομίας. Η Ηγεμονία της Σάμου εντασσόταν ακριβώς σε αυτή την παράδοση της οθωμανικής διακυβέρνησης μέσω εξαιρέσεων. Ωστόσο, κατά τον 19ο αιώνα, η σημασία αυτής της ιδιαιτερότητας αυξήθηκε, επειδή η εποχή χαρακτηριζόταν από τη σταδιακή επέκταση των εθνικών κρατών και της έννοιας της αποκλειστικής κυριαρχίας. Η Σάμος βρισκόταν στο μεταίχμιο δύο εποχών: της παλαιάς αυτοκρατορικής ευελιξίας και της νέας εποχής του εθνικού κράτους.
Πολλαπλές ταυτότητες
Για τους ίδιους τους Σαμιώτες, αυτή η κατάσταση δημιουργούσε πολλαπλές ταυτότητες. Πολλοί αισθάνονταν πολιτισμικά και εθνικά Έλληνες, διατηρώντας δεσμούς με την Αθήνα, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια ή την Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα όμως, μπορούσαν να επικαλούνται την ιδιαίτερη πολιτική υπόσταση της Ηγεμονίας όταν αυτό εξυπηρετούσε οικονομικές ή νομικές επιδιώξεις. Η σαμιακή ταυτότητα δεν αναιρούσε απαραίτητα την ελληνική συνείδηση· αντιθέτως, μπορούσε να λειτουργεί συμπληρωματικά και πρακτικά.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την κατανόηση της έννοιας του οθωμανισμού κατά την εποχή του Τανζιμάτ. Συχνά ο οθωμανισμός παρουσιάζεται ως μία αποτυχημένη προσπάθεια δημιουργίας ενιαίας αυτοκρατορικής υπηκοότητας. Ωστόσο, η περίπτωση της Σάμου δείχνει ότι η οθωμανική πολιτική ταυτότητα μπορούσε να λάβει πιο σύνθετες μορφές. Οι Σαμιώτες δεν ήταν απλώς «Οθωμανοί υπήκοοι» με τη στενή έννοια, αλλά μέλη ενός αυτόνομου πολιτικού σχηματισμού που αντλούσε τη νομιμοποίησή του ακριβώς από την οθωμανική κυριαρχία.
Έτσι, η Ηγεμονία λειτούργησε ως πεδίο διαπραγμάτευσης μεταξύ τοπικής αυτονομίας και αυτοκρατορικής εξουσίας. Οι ηγεμόνες της Σάμου, διορισμένοι από τον σουλτάνο αλλά συχνά ελληνικής καταγωγής και παιδείας, όφειλαν να ισορροπούν ανάμεσα στις απαιτήσεις της Υψηλής Πύλης και στις προσδοκίες των τοπικών ελίτ. Η διοίκηση του νησιού χαρακτηριζόταν από συνεχείς εντάσεις: εξεγέρσεις, διαμάχες μεταξύ παρατάξεων, συγκρούσεις για φορολογικά και διοικητικά ζητήματα.
Οι εντάσεις αυτές αναδεικνύουν ότι το «νομικό καθεστώς εξαίρεσης» (exceptionality) της Σάμου δεν ήταν στατικό ούτε δεδομένο. Αντιθέτως, έπρεπε συνεχώς να επαναβεβαιώνεται μέσα από πολιτικές και νομικές πρακτικές. Οι ίδιοι οι κάτοικοι συμμετείχαν ενεργά σε αυτή τη διαδικασία. Μέσω αναφορών, δικαστικών προσφυγών, εμπορικών συμβολαίων και πολιτικών κινητοποιήσεων, οι Σαμιώτες διαμόρφωναν και επαναπροσδιόριζαν τα όρια της αυτονομίας τους.
Σάμος: ένα νησί θεσμικής ιδιαιτερότητας
Η σημασία της Σάμου ως ένας θεσμικά ενδιάμεσος χώρος γίνεται ακόμη πιο εμφανής εάν εξεταστεί συγκριτικά με άλλες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου. Η Κρήτη, ο Λίβανος, η Ανατολική Ρωμυλία ή ακόμη και τα Ιόνια Νησιά αποτελούσαν επίσης περιοχές ειδικού καθεστώτος, όπου διαφορετικές κυριαρχίες και νομικά συστήματα αλληλεπικαλύπτονταν. Ωστόσο, η Σάμος διέθετε μία ιδιαίτερη νησιωτική και αιγαιακή διάσταση. Η ναυτιλία, το διασπορικό εμπόριο και η συνεχής κινητικότητα των κατοίκων της έδιναν στο καθεστώς της πρακτική σημασία πολύ πέρα από τα γεωγραφικά όρια του νησιού.
Οι Σαμιώτες μπορούσαν να δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα σε πολλαπλά δίκτυα: οθωμανικά, ελληνικά, μεσογειακά και διεθνή. Η νομική τους ιδιότητα αποτελούσε συχνά πλεονέκτημα ακριβώς επειδή δεν εντασσόταν πλήρως σε καμία από τις μεγάλες κατηγορίες της εποχής. Η αμφισημία του καθεστώτος τους δημιουργούσε χώρο ελιγμών.
Η τελική ένωση της Σάμου με την Ελλάδα το 1912 έθεσε τέλος σε αυτή την ιδιόμορφη κατάσταση. Η ένταξη στο ελληνικό κράτος σήμαινε την ενσωμάτωση του νησιού σε ένα περισσότερο συγκεντρωτικό εθνικό και διοικητικό σύστημα. Η προηγούμενη πολυπλοκότητα των δικαιοδοσιών και των ταυτοτήτων σταδιακά περιορίστηκε. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία της Ηγεμονίας παραμένει εξαιρετικά σημαντική για την κατανόηση του 19ου αιώνα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η περίπτωση της Σάμου δείχνει ότι η ιστορία της περιοχής δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από το δίπολο «Οθωμανική Αυτοκρατορία – εθνικά κράτη». Αντιθέτως, υπήρχαν ενδιάμεσοι χώροι, υβριδικές ταυτότητες και προνομιακά καθεστώτα που επέτρεπαν μεγαλύτερη ευελιξία και δημιουργικότητα στις στρατηγικές των τοπικών κοινωνιών.
Το να είναι κανείς Σαμιώτης τον 19ο αιώνα σήμαινε επομένως κάτι περισσότερο από το να ανήκει σε ένα νησί του Ανατολικού Αιγαίου. Σήμαινε τη συμμετοχή σε ένα ιδιαίτερο νομικό και πολιτικό καθεστώς, που προσέφερε ευκαιρίες αλλά και αβεβαιότητες. Σήμαινε την ικανότητα να κινείται κανείς ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους — οθωμανικούς, ελληνικούς, ευρωπαϊκούς — αξιοποιώντας τα όρια και τις αντιφάσεις τους.
Η Σάμος υπήρξε τελικά ένα εργαστήριο νομικής και πολιτικής διαμεσολάβησης. Η ιστορία της αποκαλύπτει ότι οι αυτοκρατορίες δεν κυβερνούσαν μόνο μέσω της ισχύος, αλλά και μέσω της διαχείρισης της εξαίρεσης. Και δείχνει επίσης ότι οι τοπικές κοινωνίες δεν υπήρξαν παθητικοί αποδέκτες αυτών των καθεστώτων, αλλά ενεργοί διαμορφωτές τους. Μέσα από τις πρακτικές, τις διεκδικήσεις και τις στρατηγικές των ίδιων των Σαμιωτών, η Ηγεμονία εξελίχθηκε σε μία μοναδική νομική και πολιτική οντότητα του αιγαιακού κόσμου του 19ου αιώνα.
Η εργασία του Αριστείδη Χρυσούλη είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, πρωτότυπη και με ουσιαστική ιστοριογραφική σημασία, διότι μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τη συμβατική πολιτική ή εθνική ιστορία της Σάμου προς τη μελέτη της νομικής ταυτότητας, της υπηκοότητας και της καθημερινής λειτουργίας της αυτονομίας. Το βασικό ερώτημα που θέτει —τι σήμαινε πρακτικά να είναι κανείς Σαμιώτης κατά την περίοδο της Ηγεμονίας— είναι ιδιαίτερα εύστοχο, καθώς εξετάζει όχι μόνον τους θεσμούς και τους ηγεμόνες, αλλά τον ίδιο τον φορέα της σαμιακής ιδιότητας: τον έμπορο, τον ναυτικό, τον διάδικο, τον κάτοχο διαβατηρίου. Η χρήση δικαστικών αρχείων, εμπορικών διαφορών και διασυνοριακών νομικών υποθέσεων προσδίδει στην έρευνα μεθοδολογική δύναμη και την εντάσσει δημιουργικά στη σύγχρονη διεθνή συζήτηση περί νομικού πλουραλισμού και ιστορίας των μεσογειακών δικαιοδοσιών.
Ιδιαίτερα γόνιμη θεωρώ την ιδέα της Σάμου ως «νομικής ζώνης εξαιρετικότητας» ή ενδιάμεσου χώρου ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τον ελληνικό κόσμο. Η Ηγεμονία δεν εμφανίζεται ως απλή διοικητική ιδιομορφία ούτε ως μεταβατικό στάδιο προς την ένωση με την Ελλάδα, αλλά ως ένα σύνθετο πολιτικό και νομικό μόρφωμα, όπου πολλαπλές δικαιοδοσίες, στρατηγικές και ταυτότητες συνυπήρχαν και αλληλοδιαπλέκονταν. Μέσα από αυτή την οπτική, η έρευνα συμβάλλει ουσιαστικά και στη συζήτηση για τον Οθωμανισμό της εποχής του Τανζιμάτ, δείχνοντας ότι η οθωμανική υπηκοότητα δεν λειτούργησε πάντοτε ως ενιαίο ή συγκεντρωτικό σχήμα, αλλά μπορούσε να εκφράζεται μέσα από καθεστώτα εξαίρεσης, τοπικά προνόμια και διαπραγματεύσιμες μορφές πολιτικής ένταξης.
Αν θα μπορούσε να διατυπωθεί μία δημιουργική επιφύλαξη, αυτή αφορά το κατά πόσον έννοιες όπως «citizenship» -ιθαγένεια, ιδιότητα του πολίτη, νομική ταυτότητα- ή «exceptionality» -ιδιαιτερότητα, καθεστώς εξαίρεσης- ανταποκρίνονται πλήρως στις αντιλήψεις των ίδιων των ιστορικών υποκειμένων του 19ου αιώνα και όχι κυρίως στη σύγχρονη αναλυτική γλώσσα των ιστορικών. Ωστόσο, αυτό δεν μειώνει τη σημασία του εγχειρήματος· αντιθέτως, αναδεικνύει τη θεωρητική του φιλοδοξία. Συνολικά, πρόκειται για εργασία υψηλού επιπέδου, με διεθνή μεθοδολογική ωριμότητα και σημαντική συμβολή όχι μόνο στη μελέτη της Σάμου, αλλά και στην ευρύτερη ιστορία του Αιγαίου, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των υβριδικών πολιτικών και νομικών ταυτοτήτων του 19ου αιώνα.
Προσθήκη νέου σχολίου