Αναλογικότητα και «δημοκρατία» στο εκλογικό σύστημα: παράδεισος ή κόλαση;

Αναλογικότητα και «δημοκρατία» στο εκλογικό σύστημα: παράδεισος ή κόλαση;

Από γεννήσεως του κοινοβουλευτισμού, πάντα κάποια κόμματα διαμαρτύρονται για την δυσανάλογη (χαμηλή βέβαια!) εκπροσώπηση τους στην Βουλή. Στην σημερινή Ελλάδα το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ: αν είσαι πρώτο κόμμα μπορεί να πάρεις 36% της λαϊκής ψήφου, αλλά 50% των κοινοβουλευτικών εδρών. Το δεύτερο κόμμα μπορεί να έχει 35% της λαϊκής ψήφου αλλά μόνο το 30% των εδρών. Διαφορά μιας μονάδας στον πληθυσμο μεταφραζεται σε 20 στην στην Βουλη, και σε απόλυτη διαφορά σε επίπεδο άσκησης εξουσίας. Για πολλούς αυτό σημαίνει μια ελλιπή δημοκρατία: δεν μετράει κάθε ψήφος των πολιτών το ίδιο.

 

Το κυριότερο εμπόδιο στην μετάβαση προς ένα αναλογικότερο σύστημα είναι πώς την ενισχυμένη αναλογική πολλοί εμίσησαν, το να ωφεληθεί από αυτήν ουδείς. Αυτό δηλαδή που δεν επιτρέπει να έχουμε ένα αναλογικότερο σύστημα είναι ότι πρέπει να το υπερψηφίσει ένα κόμμα που μόλις σχημάτισε κυβέρνηση χάρη στην μη αναλογικότητα!

Δυστυχώς, παρά τις διακηρύξεις δεκαετιών του ΣΥΡΙΖΑ και προκατόχων του, σχετικά με βασικές πολιτικές τους αρχές, είναι μάλλον απίθανο η σημερινή κυβέρνηση να προχωρήσει στην ουσιαστική τους υλοποίηση, δηλαδή να πάει πιο πέρα από απλώς συμβολικές κινήσεις (όπως ο μη θρησκευτικός όρκος) σε πραγματικά ριζοσπαστικές κινήσεις όπως μια βαθιά αναμόρφωση του εκλογικού συστήματος.

Αλλά έστω ότι τα κόμματα είναι έτοιμα να ξεχάσουν το στενό συμφέρον τους και θέλουν να ψηφίσουν ένα αναλογικότερο σύστημα. Ας ξεχάσουμε προς στιγμήν και ζητήματα σταθερότητας των κυβερνήσεων. Και ας πούμε ότι θέλουμε και ισότητα ευκαιριών για τους υποψηφίους, αντί να τους ρίχνουμε σε τεράστιες περιφέρειες, όπως την Β Αθηνών, όπου οι πλούσιοι ή/και προβεβλημένοι υποψήφιοι έχουν απόλυτο πλεονέκτημα.[i]

Τι θα σήμαινε ένα «αναλογικότερο» σύστημα με μονοεδρικές περιφέρειες, για την εκπροσώπηση των κομμάτων στην Βουλή; Θα είχαμε «περισσότερη δημοκρατία»;

Η απάντηση εξαρτάται από μια βασική παράμετρο, πόσο μοιάζουν μεταξύ τους οι περιφέρειες στις εκλογικές τους προτιμήσεις (=τον βαθμό συσχέτισης). Αν οι περιφέρεις είναι ουσιαστικά κλώνοι, π.χ. το κίτρινο κόμμα έχει μεγαλύτερη στήριξη από το γκρι σε κάθε περιφέρεια, οι μονοεδρικές θα σήμαιναν πλήρη κυριαρχία των κίτρινων. Ας το ξαναπώ, το πρώτο κόμμα δεν θα έπαιρνε απλά ένα εκλογικό μπόνους 50 εδρών, όπως τώρα, θα έπαιρνε όλες τις έδρες! Από την άλλη, αν οι περιφέρειες είχαν εντελώς ανεξάρτητες προτιμήσεις, με μηδενική συσχέτιση, τότε το σύστημα θα ήταν πλήρως αναλογικό, τα κόμματα θα είχαν το ίδιο ποσοστό εδρών με το ποσοστό ψήφων στον πληθυσμό. Φυσικά η ελληνική πραγματικότητα είναι κάπου στην μέση. Η Μεσσηνία παραδοσιακά ψηφίζει περίπου όπως η Λακωνία, αλλά αρκετά διαφορετικά από το Ηράκλειο.

Κοιτάζοντας το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών και θεωρώντας ότι τίποτα δεν θα άλλαζει στις ψήφους αν άλλαζε ο εκλογικός νόμος, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έπαιρνε 231 έδρες (77% δηλαδη!) και η ΝΔ 69. Το αποτέλεσμα, για τους οπαδούς της ίσης εκπροσώπησης φυσικά θα σήμαινε ότι θα χάναμε σε δημοκρατία! Ακόμα χειρότερη θα ήταν η κατάσταση για τα μικρά κόμματα, που απλά θα εξαφανίζονταν. Γενικότερα, σε περιόδους που υπάρχουν σημαντικά ζητήματα, εθνικής εμβέλειας, όπως το 2012/2015, οι περιφέρειες θα έχουν υψηλή συσχέτιση στις απόψεις τους και το πρώτο κόμμα θα σαρώνει (όλη η Ελλάδα ειναι μπλέ, ο χάρτης βάφτηκε ροζ κτλ), ο δικομματισμός γενικά ενισχύεται. Σε περιόδους που η χώρα γενικά πάει καλά και κυριαρχούν ζητήματα της τοπικής καθημερινότητας, το σύστημα θα τείνει να είναι αναλογικό.

Φυσικά η ανάλυση έχει μια βασική αδυναμία που γνωρίζουμε τουλάχιστον από την γέννηση της θεωρίας παιγνίου, αν όχι από την εποχή του Αριστοτέλη. Όταν αλλάζει ένας μηχανισμός, αλλάζει και η συμπεριφορά όσων συμμετέχουν στον μηχανισμό. Το αναλογικό-μονοεδρικό σύστημα θα άλλαζε την συμπεριφορά κομμάτων αλλά και ψηφοφόρων.

Τα κόμματα θα αναγκαστούν να ασχολούνται περισσότερο με τοπικά προβλήματα, που εκ πρώτης όψεως είναι καλό, αλλά μπορεί να οδηγήσει και σε τοπικισμό εις βάρος του εθνικού συμφέροντος. Οι ευμετάβλητες περιφέρειες θα τυγχάνουν ιδιαίτερης προσοχής (βλ. swing states στις ΗΠΑ), ενώ αυτές που στηρίζουν σταθερά ένα κόμμα θα μένουν στο περιθώριο. Από την άλλη, θα αλλάξουν (προς το καλό) και οι υποψήφιοι βέβαια, αφού όπως είπαμε οι μη αναγνωρίσιμοι θα έχουν ευκολότερη πρόβαση στους εκλογείς. Παρομοίως, οι ψηφοφόροι θα εκλέγουν ευκολότερα εντελώς ανεξάρτητους υποψηφίους.

Μακροσκελής ανάλυση, τι πρέπει να κάνουμε τελικά; Σταθμίζοντας όλους τους επιθυμητούς στόχους, δηλαδή (α) την κυβερνητική σταθερότητα (β) την ίση εκπροσώπηση (γ) την ευκολότερη ανάδειξη καλών πλην μη προβεβλημένων υποψηφίων, φαίνεται ότι ένα καλό σύστημα για την Ελλάδα θα ήταν ανάμικτο. Θα διατηρούσε λίγες πολυεδρικές περιφέρειες, αλλά σίγουρα θα έσπαγε τις περιφέρειες-τέρατα σε μικρότερες.

Ανάλογα τον αριθμό των μονοεδρικών, ίσως θα διατηρούσαμε κάποιο μπόνους για το πρώτο κόμμα, αλλά σίγουρα λιγότερο από 50 ή και 30 έδρες. Σε μια χώρα που υπάρχει απεγνωσμένη ανάγκη να μάθουμε να συνεργαζόμαστε, ας κάνουν οι ταγοί της πολιτείας μας την αρχή, δημιουργώντας σοβαρές κυβερνήσεις συνεργασίας.



[i]Μιλώντας σχηματικά, μπορούν να εκλέγονται μόνο τζάκια και τηλεπαρουσιαστές, ποδοσφαιριστές και μοντέλα, ενώ είναι προφανές ότι υπάρχουν και μη αναγνωρίσιμοι Έλληνες που αξίζουν την ψήφο μας. Οι μονοεδρικές θα τους έδιναν το δικαίωμα να προσεγγίσουν τους ψηφοφόρους χωρίς ανάγκη να πληρώσουν πανάκριβες εκστρατείες ή να πρωταγωνιστήσουν σε σαπουνόπερα.

 

 

Σωτήρης Γεωργανάς. Αναπλ. καθηγητής οικονομικών στο City University Λονδίνου

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή