Επί της αρχής

Επί της αρχής

Είναι πολύ εύκολο να υποστηρίζουμε μία θέση επί της γενικής, δήθεν φιλελεύθερης αρχής «Εγώ θα αγοράζω όποτε θέλω και με βολεύει» ή της γενικής, δήθεν αριστερής αρχής «Ο ελεύθερος χρόνος πρέπει να θεσμοθετείται και να προστατεύεται». Ορίζονται, όμως, οι ορθές λύσεις των προβλημάτων υποχρεωτικά από τόσο γενικευτικές γενικές αρχές; Ή, απλώς, μόνο, συντηρούνται οι αντιπαλότητες που γεννοούν δογματισμούς και φανατισμούς; [ΤΒJ]

 

Η παρέμβαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων την Κυριακή έχει τύχει ιδιαίτερα αρνητικής υποδοχής από αρθρογράφους, πολιτικούς και πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθεροι. Από την άλλη, έχει τύχει υποστήριξης από αυτοπροσδιοριζόμενους ως αριστερούς που παλεύουν για τα εργασιακά δικαιώματα και την επιβίωση των χαμηλότερων εισοδηματικά τάξεων της κοινωνίας. Η διαμάχη που εξελίσσεται δείχνει στείρα και πάνω από όλα δείχνει να αποτελεί θέμα αρχών, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Οι φιλελεύθεροι έχουν την τάση να επικρίνουν κρατικές παρεμβάσεις, καθώς θεωρούν ότι δημιουργούν προβλήματα στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Στην πράξη, όταν τίθεται επί τάπητος η κατάργηση μίας κρατικής ρύθμισης, είναι συστηματικά υπέρ μιας τέτοιας εξέλιξης. Επί της αρχής, είναι κατά του πάσης φύσεως παρεμβατισμού που περιορίζει τις ελευθερίες των ανθρώπων.
Οι περιορισμοί της ελευθερίας είναι βέβαια απαραίτητοι σε μία κοινωνία για την ομαλή λειτουργία της. Αυτονόητη είναι η απαγόρευση του φόνου, της ληστείας, του βιασμού, εξαιτίας της βλάβης που προκαλούν. Οι φιλελεύθεροι δεν θα αντιταχθούν σε αυτού του είδους τις απαγορεύσεις. Εκεί που θεωρούν ακατανόητη την απαγόρευση είναι στην αγορά. Θεωρούν αναπόσπαστο δικαίωμα του καθενός να παράγει ό,τι θέλει, να πωλεί ό,τι επιθυμεί, να αγοράζει ό,τι προτιμά. Για τους ίδιους, η παρέμβαση του κράτους στην αγορά είναι αδιανόητη και απαράδεκτη.
Από την άλλη, οι αριστεροί έχουν απορρίψει τη δύναμη του «αόρατου χεριού» του Άνταμ Σμιθ που οδηγεί μια ελεύθερη αγορά σε αποδοτικά αποτελέσματα. Αντίθετα, τρέφουν την πεποίθηση ότι η ελεύθερη αγορά οδηγεί σε μεγάλες ανισότητες και καταπίεση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Επί της αρχής, είναι υπέρ του κρατικού παρεμβατισμού στην αγορά με στόχο τη δικαιότερη διανομή του πλούτου και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Όλες οι πλευρές παραπέμπουν σε δεδομένα που υποστηρίζουν τη γενική άρση ή τη γενική επιβολή των απαγορεύσεων στην αγορά. Οι πιο μορφωμένοι και διαβασμένοι θα επικαλεστούν εμπεριστατωμένες έρευνες στα συγκεκριμένα ζητήματα που πραγματεύονται, ενώ οι λιγότερο διαβασμένοι θα επικαλεστούν γενικότητες όπως τη νίκη του καπιταλισμού επί του κομμουνισμού ή την πλήρη αποτυχία του καπιταλισμού εν γένει.
Στο ειδικό ζήτημα της λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή, οι φιλελεύθεροι μπορούν επί της αρχής να υπερασπιστούν το δικαίωμα του πελάτη να ψωνίζει όποτε θέλει, του πωλητή να πωλεί όποτε επιθυμεί και να υποδείξουν βελτιώσεις σε οικονομικούς δείκτες όπως η κερδοφορία αλλά και η ανεργία. Αν κάποιοι χρεοκοπήσουν ή αν κάποιοι υποφέρουν, αυτό είναι ένα κόστος που πρέπει να επωμιστούν για την καλύτερη μακροπρόθεσμη λειτουργία της κοινωνίας.
Οι αριστεροί μπορούν επίσης επί της αρχής να υποστηρίξουν ότι η Κυριακή είναι μία μέρα ξεκούρασης και κοινωνικής δικτύωσης, άρα μόνο πολιτιστικά γεγονότα και χώροι συνεστίασης θα πρέπει να παραμένουν ανοιχτοί. Έτσι εξασφαλίζονται θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, ακόμη κι αν υποφέρει κάποιος οικονομικός δείκτης κερδοφορίας ή ακόμη κι αν δεν βελτιώνεται κάποιος δείκτης ανεργίας. Στο κάτω κάτω, εργασία χωρίς προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων για αυτούς θεωρείται σκλαβιά, όχι εργασία.
Το επικίνδυνο με την ύπαρξη γενικών, ιδεολογικά φορτισμένων απόψεων είναι ότι σπάνια προσεγγίζονται τα επιμέρους ειδικά ζητήματα με ανοιχτό και καθαρό μυαλό. Οι αρχές των ατόμων προδιαγράφουν στεγανά, ταμπού και κόκκινες γραμμές που διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε αριστερούς και δεξιούς, κρατιστές και προοδευτικούς, (νεο)φιλελεύθερους και αριστερούς, και πλήθος άλλων κατηγοριών ανάλογα με τον τρόπο που αυτοπροσδιορίζονται οι άνθρωποι ή τις ταμπέλες που τους προσάπτουν οι υπόλοιποι.
Στο συγκεκριμένο, λοιπόν, θέμα της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές, υπάρχουν παράμετροι που αλλάζουν ανά περιοχή, που έχουν να κάνουν με την παρούσα οικονομική συγκυρία, που έχουν να κάνουν με τα συγκρουόμενα συμφέροντα, με το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, με την πρακτική εφαρμογή διατάξεων και νόμων, με τη βούληση των άμεσα εμπλεκόμενων, με τους κινδύνους και τα οφέλη από την επιβολή της όποιας ρύθμισης σε πολλαπλά επίπεδα ανάλυσης. Θρησκεία, ανεργία, τουρισμός, κέρδος, ελεύθερος χρόνος, κατακτήσεις εργαζομένων, συμφέροντα εργοδοτών και εμπόρων τροφοδοτούν ένα αχταρμά από επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται επιλεκτικά για τη δημιουργία εντυπώσεων όταν θα έπρεπε να ζυγιστούν υπεύθυνα και σοβαρά.
Είναι πολύ εύκολο να υποστηρίζουμε μία θέση επί της γενικής, δήθεν φιλελεύθερης αρχής «Εγώ θα αγοράζω όποτε θέλω και με βολεύει» ή της γενικής, δήθεν αριστερής αρχής «Ο ελεύθερος χρόνος πρέπει να θεσμοθετείται και να προστατεύεται». Παράλληλα είναι εύκολο να επιλεχθεί αποσπασματικά ένα δεδομένο ή μία έρευνα που θα στηρίξει την οποιαδήποτε θέση. Είναι πολύ πιο δύσκολο κάποιος να εξετάσει όλες τις παραμέτρους με ανοιχτό μυαλό και να αποφανθεί δίχως να υπηρετεί μία συγκεκριμένη αρχή αλλά να λαμβάνει υπόψη το πλέγμα αρχών, δικαιωμάτων ή συμφερόντων που πραγματικά εμπλέκεται σε μία τέτοια απόφαση.
Μία τέτοια διαδικασία, όμως, προϋποθέτει να αφήσουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας τις ταυτότητες των φιλελεύθερων και των αριστερών. Καμιά φορά σημαίνει ότι η σωστή απόφαση θα μας οδηγήσει πέρα από κόκκινες γραμμές χωρίς να γινόμαστε απαραίτητα κομμουνιστές αν υποστηρίξουμε τελικά την αργία της Κυριακής ή φιλελεύθεροι αν υποστηρίξουμε τη λειτουργία των καταστημάτων την Κυριακή. Μία γενική ιδεολογία σπάνια δίνει τη λύση σε τόσο ειδικά ζητήματα.

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή