Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία περισσότερο για τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε πολιτικά παρά για όσα τελικά αποδείχθηκαν. Διότι κανείς δεν αμφισβητεί ότι στον ΟΠΕΚΕΠΕ υπήρξαν παθογένειες, κυκλώματα, εικονικές επιδοτήσεις και διαχρονικές πελατειακές σχέσεις. Οι ίδιες οι έρευνες αποκάλυψαν περισσότερους από χίλιους κατηγορούμενους και ζημίες δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Το πρόβλημα υπήρχε. Το ερώτημα είναι άλλο: ποιοι ήταν οι υπεύθυνοι και ποιοι επιχειρήθηκε να εμφανιστούν ως υπεύθυνοι.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο ερώτημα, πολύ πιο πεζό και πολύ πιο ουσιαστικό. Ποιος επιχείρησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα όταν αυτό αποκαλύφθηκε; Ποιος προχώρησε σε ελέγχους, σε διασταυρώσεις στοιχείων, σε αλλαγές διαδικασιών και σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές; Και αντιστρόφως, ποιες πολιτικές δυνάμεις που σήμερα εμφανίζονται ως αμείλικτοι τιμητές της διαφθοράς, αντιμετώπισαν με καχυποψία ή ακόμη και με εχθρότητα κάθε προσπάθεια εξυγίανσης ενός συστήματος που επί δεκαετίες λειτουργούσε με διακομματικούς όρους;
Διότι η καταγγελία της διαφθοράς είναι η εύκολη πλευρά της πολιτικής. Η σύγκρουση με τα συμφέροντα που γεννά η διαφθορά είναι η δύσκολη... Και στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ αξίζει κάποια στιγμή να γίνει και αυτή η συζήτηση. Όχι μόνο ποιος ευθύνεται για όσα συνέβησαν, αλλά και ποιος ανέλαβε το πολιτικό κόστος να τα αλλάξει.
Και εδώ η συζήτηση γίνεται πολύ πιο άβολη για όσους αρκούνται στις καταγγελίες. Διότι όταν τέθηκε το ζήτημα της απομάκρυνσης του ΟΠΕΚΕΠΕ από το παλιό καθεστώς λειτουργίας του και της ένταξής του σε ένα αυστηρό πλαίσιο ελέγχου μέσω της ΑΑΔΕ, δεν βρέθηκαν όλοι στην ίδια πλευρά. Κάποιοι υποστήριξαν ότι το υφιστάμενο σύστημα έπρεπε να αλλάξει ριζικά. Άλλοι προτίμησαν να καταγγέλλουν τις παθογένειες του ΟΠΕΚΕΠΕ, αντιδρώντας ταυτόχρονα στις αλλαγές που επιχειρούσαν να ελέγξουν και περιορίσουν ακριβώς αυτές τις παθογένειες.
Η αντίφαση είναι προφανής. Αν ο ΟΠΕΚΕΠΕ υπήρξε πράγματι ένα πεδίο αδιαφάνειας, πελατειακών εξαρτήσεων και καταχρήσεων, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο ποιος θα χρεωθεί πολιτικά το πρόβλημα. Οφείλει να περιλαμβάνει και το ποιος στήριξε ή ποιος πολέμησε τις θεσμικές παρεμβάσεις που επιχείρησαν να το περιορίσουν.
Ωστόσο, η δημόσια συζήτηση δεν κινήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Αντί να εξεταστεί πώς δημιουργήθηκε το πρόβλημα, ποιοι το συντήρησαν επί δεκαετίες και ποιοι επιχείρησαν να το αντιμετωπίσουν, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην αναζήτηση πολιτικών ενόχων. Και κάπου εκεί η υπόθεση άρχισε να αποκτά χαρακτηριστικά πολύ διαφορετικά από εκείνα μιας συνηθισμένης έρευνας για διοικητικές και ποινικές ευθύνες.
Εδώ αρχίζει η πραγματικά ενδιαφέρουσα ιστορία.
Για μήνες, η ελληνική κοινή γνώμη βομβαρδιζόταν με διαρροές, υπαινιγμούς και «βεβαιότητες». Δημιουργήθηκε η εντύπωση ενός γιγαντιαίου πολιτικού σκανδάλου που άγγιζε κορυφαία κυβερνητικά στελέχη. Η συζήτηση δεν αφορούσε το αν υπάρχουν στοιχεία. Η συζήτηση κινούνταν γύρω από το πόσο μεγάλη είναι η ενοχή.
Το δικαστήριο είχε ήδη συγκροτηθεί. Οι κατηγορούμενοι είχαν ήδη καθίσει στο εδώλιο. Το μόνο που έλειπε ήταν η απόφαση. Και τότε εμφανίστηκε το πόρισμα της Παρασκευής Τυχεροπούλου. Ένα πόρισμα που, σύμφωνα με όσα διαρρέουν, περιορίζει δραστικά ή μηδενίζει τις φερόμενες ως ζημιές σε σειρά περιπτώσεων πολιτικών προσώπων που είχαν κρεμαστεί στα μανταλάκια. Εκεί που παρουσιάζονταν κακουργηματικές διαστάσεις εκατομμυρίων ευρώ, εμφανίζονται τελικά ποσά που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ελάχιστα ή δεν προκύπτουν καθόλου.
Το εντυπωσιακό δεν είναι μόνο η διαφορά. Το εντυπωσιακό είναι ότι ολόκληρη η δημόσια συζήτηση είχε ήδη γίνει πριν εμφανιστεί αυτή η εικόνα, πριν δημοσιοποιηθεί δηλαδή το πόρισμα Τυχεροπούλου. Ακόμη πιο αποκαλυπτική υπήρξε η παραδοχή του Χρήστου Κακλαμάνη, γραμματέα του τομέα Δικαιοσύνης του ΠΑΣΟΚ, ότι αν το συγκεκριμένο πόρισμα ήταν γνωστό εγκαίρως και φαινόταν ότι δεν προκύπτουν ευθύνες υπουργών, το κόμμα του δεν θα ζητούσε προανακριτική διαδικασία. Πρόκειται για μια φράση που αξίζει περισσότερο από εκατό τηλεοπτικά πάνελ. Διότι σημαίνει ότι η ίδια η πολιτική πρωτοβουλία στηρίχθηκε σε μια εικόνα η οποία μεταβλήθηκε ουσιωδώς όταν εμφανίστηκαν τα στοιχεία.
Ας δούμε όμως και μια δεύτερη, λιγότερο συζητημένη πλευρά της ιστορίας. Εδώ και μήνες, κυβερνητικά στελέχη υποστήριζαν ότι η συγκεκριμένη υπόθεση δεν είχε την εικόνα που παρουσιαζόταν δημόσια και ότι, όταν ολοκληρωθεί η έρευνα, πολλά από όσα θεωρούνταν βέβαια θα αποδειχθούν πολύ πιο σύνθετα ή και εντελώς διαφορετικά. Η θέση αυτή αντιμετωπίστηκε σχεδόν καθολικά με ειρωνεία. Για μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, κάθε κυβερνητική τοποθέτηση θεωρήθηκε αυτομάτως απολογία και κάθε αντίλογος ενοχή.
Η δημοκρατία ασφαλώς απαιτεί έλεγχο της εξουσίας. Προϋποθέτει όμως και κάτι ακόμη: την προθυμία να ακούγονται όλα τα επιχειρήματα πριν εκδοθούν οριστικές ετυμηγορίες. Οι πολίτες δεν ψηφίζουν μια κυβέρνηση επειδή τη θεωρούν εκ προοιμίου ψευδόμενη. Την ψηφίζουν επειδή της αναγνωρίζουν ένα ελάχιστο τεκμήριο αξιοπιστίας μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Όταν αυτό το τεκμήριο εξαφανίζεται και κάθε κυβερνητική θέση απορρίπτεται πριν καν εξεταστεί, τότε η πολιτική αντιπαράθεση παύει να αναζητεί την αλήθεια και αρχίζει να αναζητεί απλώς επιβεβαίωση των προκαταλήψεών της.
Εδώ αρχίζουν τα θεσμικά ερωτήματα στα οποία το ΠΑΣΟΚ επιδεικνύει μεγάλη ευαισθησία και διαθέτει λαμπρούς και λαλίστατους συνηγόρους. Πώς γίνεται να αποστέλλεται δικογραφία στη Βουλή και ταυτόχρονα να εκκρεμεί η πραγματογνωμοσύνη για το ύψος της θεωρούμενης ως ζημιάς; Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να περιφέρεις το πολυδιαφημισμένο πτυχίο της Οξφόρδης. Το καταλαβαίνει κι όλος ο κόσμος, ακόμα κι αν βρίσκεται εκτός Οξφόρδης.
Πώς γίνεται η έκθεση, που είχε ήδη συνταχθεί, να μπει στο συρτάρι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εν Ελλάδι και να μην αποτελέσει μέρος της πολιτικής συζήτησης που ακολούθησε; Γιατί ζητήθηκε η πραγματογνωμοσύνη αφού είχαν ήδη κινηθεί διαδικασίες οι οποίες επηρέαζαν το πολιτικό κλίμα; Τα ερωτήματα αυτά δεν στρέφονται μόνο στους πολιτικούς παράγοντες στο εσωτερικό της χώρας. Στρέφονται κυρίως προς το ευρωπαϊκό θεσμικό οικοδόμημα.
Από αυτό το σημείο και μετά η υπόθεση παύει να αφορά αποκλειστικά την ελληνική πολιτική σκηνή. Διότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν εκπροσωπείται από ανώνυμους γραφειοκράτες. Έχει πρόσωπο, ηγεσία και θεσμική ευθύνη. Η Λάουρα Κοβέσι δεν είναι σχολιάστρια τηλεοπτικού πάνελ, ούτε αρχηγός αντιπολίτευσης ή ακτιβίστρια. Είναι η επικεφαλής ενός θεσμού που διεκδικεί αυξημένο κύρος ακριβώς επειδή υποτίθεται ότι λειτουργεί μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες και επικοινωνιακές υπερβολές.
Όταν όμως μια υπόθεση οδηγείται σε άρσεις ασυλιών, σε αιτήματα προανακριτικών επιτροπών, σε δημόσιες διαπομπεύσεις και σε κλίμα γενικευμένης πολιτικής ενοχοποίησης, ενώ στη συνέχεια εμφανίζονται στοιχεία που μεταβάλλουν ουσιωδώς την αρχική εικόνα, τότε προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: ποιος λογοδοτεί για τη ζημιά που προκαλείται στους θεσμούς; Διότι η λογοδοσία δεν μπορεί να είναι μονόδρομος. Αν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αξιώνουν έλεγχο, διαφάνεια και αυστηρή τήρηση των κανόνων από τα κράτη-μέλη, οφείλουν να αποδέχονται τα ίδια ακριβώς κριτήρια και για τις δικές τους πράξεις.
Διαφορετικά δημιουργείται η εντύπωση μιας εξουσίας που ερευνά τους πάντες χωρίς να ερευνάται ποτέ η ίδια, που ζητά εξηγήσεις από όλους χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να δώσει τις δικές της. Διότι τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται μια επικίνδυνη λογική σύμφωνα με την οποία ορισμένοι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί εμφανίζονται σχεδόν υπεράνω πολιτικού και δημοκρατικού ελέγχου. Οι Βρυξέλλες παράγουν γραφειοκρατία. Η γραφειοκρατία παράγει εξουσία. Και η εξουσία αρχίζει να θεωρεί ότι η λογοδοσία είναι υποχρέωση των άλλων και όχι δική της.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε για να προστατεύει το κράτος δικαίου. Δεν δημιουργήθηκε για να υποκαθιστά τη δημοκρατική νομιμοποίηση των κρατών-μελών. Ούτε για να παράγει πολιτικά αποτελέσματα μέσω επιλεκτικών διαρροών, δημόσιων εντυπώσεων ή θεσμικών ακροβασιών. Αν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί ζητούν διαφάνεια από τα κράτη, η ίδια απαίτηση ισχύει και για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Δεν αρκεί η δήλωση αμεροληψίας. Πρέπει και να φαίνεται. Γι’ αυτό οι καταγγελίες περί πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων ή περί προβληματικών διαδικασιών οφείλουν να ερευνηθούν με απόλυτη σοβαρότητα, ανεξαρτήτως αν τελικά ευσταθούν ή όχι.
Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν βρίσκεται στις Βρυξέλλες ούτε στο Λουξεμβούργο, αλλά στην Αθήνα. Βρίσκεται στην προθυμία μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος να οχυρώνεται πίσω από τη Δικαιοσύνη, υποκαθιστώντας τη. Να μετατρέπει κάθε δικογραφία σε προεκλογικό φυλλάδιο. Να βαφτίζει βεβαιότητα την κάθε υπόνοια. Να αντιμετωπίζει κάθε έρευνα ως ευκαιρία πολιτικής εκτέλεσης του αντιπάλου. Η δημοκρατία όμως λειτουργεί διαφορετικά. Πρώτα αποδεικνύεις. Μετά κατηγορείς. Πρώτα ερευνάς. Μετά καταδικάζεις. Διαφορετικά δεν πλήττεις την οποιαδήποτε κυβέρνηση· πλήττεις την ίδια τη δημοκρατική διαδικασία.
Και τότε ο πραγματικός χαμένος δεν είναι ένα κόμμα, ένας υπουργός ή ένας πρωθυπουργός. Είναι η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς που γεννά αντισυστημικά καρκινώματα. Και αυτή, όταν χαθεί, δεν αναπληρώνεται με καμία επιδότηση, κανένα πόρισμα και καμία προανακριτική.
Προσθήκη νέου σχολίου