Εμφανίστηκαν πριν μερικά χρόνια, όχι πάνω από δύο ή τρία. Μεσούσης της Κρίσης τέλος πάντων, όταν όλα έδειχναν με το δάχτυλο προς αυτά που ζούμε τώρα, και προς αυτά που μας μέλλουν. Στις πλατείες, εκεί όπου κάνουν περίπατο οι πολλοί, εκεί όπου μπορούν να περάσουν και κάποιοι τουρίστες — αν και δεν τους ενδιαφέρουν οι τουρίστες, αποσκοπούν στη συνενοχή των συνελλήνων, του Μεγάλου Πανελληνίου. Δεν ήταν ούτε προφήτες βέβαια, ούτε σαλοί, ούτε φιλόσοφοι ή πολιτικοί αναλυτές, ούτε καν, εδώ που τα λέμε, επιφυλλιδογράφοι των κυριακάτικων. Ήταν οι ζητιάνοι με τα μπουζούκια, οι νέοι πλανόδιοι μουσικοί των μεγάλων ελληνικών πόλεων. Θα τους έχει δει κι εσύ, στις γωνίες, στην Ερμού και στην Αριστοτέλους, στο Μοναστηράκι και στη Βουκουρεστίου, στη Ναυαρίνου και στην Τσιμισκή. Πάνε ένας-ένας ή σπανιότερα δυο-δυο, συχνά έχουν κι έναν ενισχυτή, κάθονται σε ένα πτυσσόμενο σκαμπό ή, τα ζευγάρια, στέκονται όρθιοι και, με σμιχτά ή σηκωμένα φρύδια, παίζουν εκκωφαντικά και άσχημα και κραυγαλέα Καζαντζίδη και Χριστάκη, ή ό,τι άλλο άθλιο, κλείνοντας το μάτι στον εκσυγχρονισμό της χώρας, στην αποτυχία της πρόταξης των μεταρρυθμίσεων, σε ό,τι νομίζαμε ότι κάναμε πληκτρολογώντας ανέμελα τα χαριτωμένα μας SMS πριν κάμποσα χρόνια, σε ό,τι νομίζαμε ότι κάναμε μέχρι πέρυσι, που παραδώσαμε τα όπλα κουρασμένοι, νικημένοι και εξακολουθητικά αφελείς. [§] Όπου να ’ναι, ξαναγυρνούν —χωρίς θόρυβο, χωρίς σαματά: ανεπαισθήτως— και οι ρομβίες.
Προσθήκη νέου σχολίου