Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: «Δεν σου λέω γιατί. Να το βρεις μόνος σου»

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: «Δεν σου λέω γιατί. Να το βρεις μόνος σου»

Μια από τις σπανιότατες συνεντεύξεις του μεγάλου σουηδού σκηνοθέτη, Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με αφορμή τη νέα του τότε, αμερικανικής παραγωγής, ταινία που είχε τίτλο, The touch (Το άγγιγμα) – τελικά μια από τις περισσότερο άγνωστες ταινίες του.  Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο Βήμα (17/10/1971) και προέρχεται από τη Νέα Υόρκη, χωρίς να αναφέρεται το έντυπο στο οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε.

Το χειμώνα του 1970, ο «ατζέντης» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ο Πωλ Κόνερ, συναντήθηκε με τον πρόεδρο της εταιρίας «Ταινίες ABC», Μάρτιν Μπάουμ, και τον έπεισε να δεχθεί τη χρηματοδότηση της επόμενης δημιουργίας του Μπέργκμαν (πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια!), δίχως να είναι ο σκηνοθέτης υποχρεωμένος να του δείξει το σενάριο και δίχως να αναλάβει την τήρηση καμιάς γραπτής συμφωνίας!

Η ABC δεν θα ασκούσε κανέναν απολύτως έλεγχο πάνω στον Μπέργκμαν και πάνω στο τελικό «μοντάζ» της ταινίας. Προνόμιο που μέχρι στιγμής έχουν εξασφαλίσει ο Φελλίνι, ο Νίκολς, ο Κουροσάβα – και ο Μπέργκμαν. Η ταινία του θα έχει τον τίτλο «Το άγγιγμα» -"The Touch".

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: Πριν αρχίσω το γράψιμο του τελικού σεναρίου, γεμίζω ολόκληρα σημειωματάρια με σημειώσεις – πολύ προσωπικές: διάλογοι, συζητήσεις, προσωπικές εκφράσεις και καταστάσεις, αναμνήσεις, πράγματα που δεν έχουν καμιά άμεση σχέση με την ταινία ή με ό,τιδήποτε άλλο εκτός από τον εαυτό μου. Είναι πολύ ανιαρό. Το σιχαίνομαι. Ύστερα τα πετώ όλα. Όμως όλα αυτά τα έχω «βράσει» για το τελικό μου σενάριο. Τα συναρμολογώ όλα όπως μέσα σ’ ένα όνειρο – έτσι δεν αναγνωρίζει κανείς τίποτε. Χιλιάδες είναι οι λεπτομέρειες και οι συνδυασμοί αυτοί ερεθίζουν συγκινησιακά το δημιουργικό μου πνεύμα. Απ’ αυτούς τους συνδυασμούς κατασκευάζω επιλεκτικά μια πραγματικότητα, μια πραγματικότητα σαν κι εκείνη ενός καθρέφτη. Είναι μια πραγματικότητα πιο καινούργια.

Όλη τη ζωή μου γύμναζα τη διαίσθησή μου. Συνεχώς ταξιδεύω πάνω σ' ένα είδος σιδηροτροχιάς. Από την πρώτη στιγμή που σας γνωρίζω η διαίσθησή μου αρχίζει να δουλεύει μέσα μου. Βλέπω πώς κινείστε. Τα μάτια, το πρόσωπό σας. Ακούω πάρα πολύ τη φωνή σας. Άλλοτε είχα ένα αίσθημα του φτηνού και του κακού – έναν ηθικολογικό στομαχόπονο. Τούτο, όμως, δεν έχει καμιά σχέση με ψυχρότητα ή με διανοητική διαστροφή. Είναι ένα κομμάτι τού εαυτού μου, που μπορώ να το εκμεταλλευθώ.

Το σημαντικότερο στη δουλειά σου είναι ν’ αφήνεις τη διαίσθησή σου να σου λέει τι να κάνης. Γράφω το σενάριό μου και προγραμματίζω γι’ αυτόν τον ορισμένο άνθρωπο ότι θα κάμει τούτο κι’ εκείνο. Ξέρω πως αν δεν κάνη τούτο κι’ εκείνο, όλα αυτά τα άλλα πράγματα στην πλοκή θα σωριασθούν σε κομμάτια. Αλλά ή διαίσθησή μου μού λέει ξαφνικά ότι ό άνθρωπος αυτός δεν θα κάμει «τούτο κι’ εκείνο». Τη ρωτώ γιατί. Κι’ ή διαίσθηση απαντά: Δεν σου λέω γιατί. Να το βρεις μόνος σου.

*Υπάρχει στον χαρακτήρα μου ένα πραγματικό πρόβλημα που δεν είναι μυστικό. Είμαι εξαιρετικά επιθετικός.

Η πειθαρχημένη επιθετικότητα μπορεί να είναι κάτι πάρα πολύ καλό στο επάγγελμά μου. Και, φυσικά, αυτό υπάρχει πάρα πολύ μες στις ταινίες μου. Με γοητεύει όμως η βαναυσότητα και η κτηνωδία στη ζωή, επειδή νοιώθω να με συνδέει κάτι με τη δύναμη της σκληρότητας. Είναι κάτι πολύ επικίνδυνο όταν το κουβαλά κανείς. Ένα είδος δυναμίτη μέσα μας. Ξέρω όμως τις νευρώσεις μου, μπορώ να τις ελέγχω. Είμαι υγιέστατος. Ο γιατρός μου νομίζει πως θα φτάσω τα 110.

Δεν χρησιμοποιώ ποτέ ναρκωτικά ή αλκοόλ. Το πολύ ένα ποτήρι κρασί κάπου - κάπου κι’ αυτό με κάνει απίστευτα ευτυχισμένο. Η μουσική υπάρχει πάντα εκεί, μέρα - νύχτα – αυτό μού είναι απολύτως απαραίτητο. Αν είχα να διαλέξω μεταξύ τού να χάσω τα μάτια μου και τ’ αυτιά μου θα διάλεγα να κρατήσω τα αυτιά μου. Δεν μπορώ να φαντασθώ τίποτε τρομερότερο από το να μου αφαιρέσουν την μουσική. Είναι το σημαντικότερο ερέθισμά μου, μού φέρνει εντυπώσεις. Όταν υποφέρω από αϋπνίες, η μουσική είναι ένας πάρα πολύ καλός φίλος μου. Ο Μπαχ μού δίνει πάντα πάρα πολλά, αλλά με εμπνέει πολύ και η μοντέρνα μουσική – οι Ρόλλινγκ Στόουνς. Η πιο τραχειά, κτηνώδης, επιθετική μουσική, που κάνει τους τοίχους σχεδόν να τρέμουν.

*Ο μόνος κριτής του έργου μου, που μ’ ενδιαφέρει είναι μερικοί φίλοι μου. Μερικές φορές, ναι, είμαι πάρα πολύ σκοτεινός. Αλλά η λειτουργία μου δεν είναι το να εξηγώ τα πάντα, να λέω πώς αισθάνομαι κάθε λεπτό. Δεν με ενδιαφέρει να φτιάξω αριστουργήματα τέχνης με την σφραγίδα της αιωνιότητας. Εγώ και η «ομάδα» μου, οι 18 φίλοι μου, είμαστε όλοι ένα σώμα και όλοι φτιάχνουμε ένα καλλιτέχνημα. Είναι κάτι πολύ απλό και πολύ ωμό.

Ίσως θα έπρεπε να πω τούτο για το έργο μου. Νομίζω πως έχομε αυτή τη βρώμικη, σκληρή, υπέροχη, θαυμάσια ζωή μας – κι’ όταν τελειώσει, απλώς είναι σαν να γυρνά ένας διακόπτης και δεν πονάς. Αυτό είναι η θρησκεία μου. Αυτή η επίγνωση με κάνει ευτυχή και ασφαλισμένο. Όταν πίστευα σε κάποιον παράξενο Θεό ή σε μια μετά θάνατον ζωή, αισθανόμουν άγχος, φόβο, αναστάτωση.

Υπάρχει, όμως, κάτι θαυμαστό. Χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια, όλοι οι φόβοι, όλες οι ελπίδες μας, οι στεναγμοί κι’ οι λαχτάρες μας αποκρυσταλλώθηκαν μέσα σε κάποιο θρησκευτικό αίσθημα μέσα μας, ένα αιώνιο δώρο απ’ όλες τις γενεές. Έτσι όταν ακούτε Μπαχ, μια από τις τελευταίες συμφωνίες του Μότσαρτ ή ένα έργο του Στρίντμπεργκ, η στέγη ανοίγει ξαφνικά σε κάτι που είναι μεγαλύτερο από τους περιορισμούς του ανθρώπινου πλάσματος. Κι’ αυτό με κάνει πολύ ευτυχισμένο. Είναι ένας θησαυρός που έχομε μέσα μας. Το να γυρίζω μια ταινία είναι σαν να προσπαθώ ν’ ανοίξω τη στέγη. Για να μπορούμε ν’ αναπνέουμε... 

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή