Ο Γιώργος Σεφέρης, η Bλάχα και ο Xότζας

Ο Γιώργος Σεφέρης, η Bλάχα και ο Xότζας

Στο τελευταίο ημερολόγιο του Γιώργου Σεφέρη (Μέρες Θ΄) και στην εγγραφή με ημερομηνία Σάββατο, 30 Νοεμβρίου, παρατίθεται ένα ποίημα με έντονα σκαμπρόζικο περιεχόμενο χωρίς να κατονομάζεται ο δημιουργός του.[1]

Και ενώ μια πρώτη ματιά μπορεί να αναγνωρίσει σε αυτό στοιχεία δημοτικού τραγουδιού, πολύ γρήγορα καθίσταται σαφές ότι αυτά αποτελούν μάλλον ένα προκάλυμμα προσωπικής δημιουργίας, μέσα από το οποίο ξεδιπλώνεται η ειρωνεία, το κοινωνικό σχόλιο, η σατιρική διάθεση αλλά και η συναισθηματική ένταση.

Η έρευνά μας επέτρεψε την ταύτιση του κειμένου αυτού με ποίημα του Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα, από τη συλλογή Τα τραγούδια των Βουνών (Σειρά πρώτη, εκδ. Άλφα, Ι. Μ. Σκαζίκη,1953). Στο δακτυλόγραφο του ημερολογίου του Σεφέρη  παραποιείται ελαφρώς ο τίτλος της συλλογής (του βουνού αντί των βουνών).

athanas

O Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας (ή, ως ποιητής, ο Γ. Αθάνας), ποίημα του οποίου για τη Βλάχα και τον σύζυγό της ο Γιώργος Σεφέρης παραθέτει (χωρίς να ονομάσει τον ποιητή του) στο τελευταίο ημερολόγιό του (Μέρες Θ΄).

ΑΡ

Ο Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας (1893–1987), γνωστός στη λογοτεχνία με το ψευδώνυμο Γ. Αθάνας, υπήρξε πολιτικός, νομικός, λογοτέχνης και δημοσιογράφος, καθώς και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Διετέλεσε μάλιστα για σύντομο χρονικό διάστημα πρωθυπουργός της Ελλάδας, ωστόσο η πολιτική του διαδρομή επισκιάστηκε από τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση των αποστατών κατά την κρίσιμη περίοδο των Ιουλιανών του 1965. Ήταν η εποχή που του αποδόθηκε και το κάτωθι φαιδρό δίστιχο, το οποίο σήμερα είναι βέβαιο ότι ήταν έργο δημοσιογράφων του αντιπολιτευόμενου Τύπου, με σκοπό τη διακωμώδηση και τη γελοιοποίησή του.[2]

Κι ήταν τα στήθη σου άσπρα σαν γάλατα

και μούλεγες γαργάλατα, γαργάλατα.

Η συλλογή Τραγούδια των βουνών, αποτελείται από δύο τόμους με συνολικά 630 οκτάστιχα ποιήματα με δύο τετράστιχες στροφές το καθένα, τα περισσότερα με σταυρωτή ομοιοκαταληξία. Εκεί ο ποιητής αποτυπώνει με ζωντάνια, νοσταλγία και τρυφερότητα στιγμές από τη ζωή στη γενέθλια γη, τη Ρούμελη, μερικές φορές μάλιστα ο στίχος του αναδίδει έντονη «συμποτική και συμποσιακή διάθεση», όπως και στο συγκεκριμένο ποίημα.[3] Δεν γνωρίζουμε αν θέμα σαν κι αυτό συζητιόταν στα αρχαία συμπόσια· στο συγκεκριμένο ποίημα πάντως η ώριμη γυναικεία συγκατάβαση μεταφέρεται μέσα από ανδρική οπτική, η οποία  μεταστρέφεται σε ένα ιδιότυπο, παιγνιώδες, όσο και πρώιμα φεμινιστικό κήρυγμα γυναικείας χειραφέτησης. Έτσι, δίνεται η ευκαιρία στον ποιητή, μέσα από έναν έντονα ειρωνικό και χιουμοριστικά ευτράπελο διάλογο, να κλείσει πονηρά το μάτι στον αναγνώστη, ιδίως με την ανατροπή στους δύο τελευταίους στίχους.

Το κείμενο που παρατίθεται στις Μέρες Θ΄, εκτός από ελάχιστες διαφοροποιήσεις στην ορθογραφία και τη στίξη, ακολουθεί με ακρίβεια την έκδοση του 1953:

Βλάχα μου, ετούτο είναι άδικο, κι άδικο απ’ τα μεγάλα

να περπατάς ξυπόλυτη, ζαλικοφορτωμένη

και να πηγαίνει ο άντρας σου στον τσίλια του καβάλα

με τα τσαρούχια προκωτά, την φούντα κορδωμένη

Για τήρα τη δουλειά σου εσύ, κι εγώ για τη δουλειά μου

ας περπατώ ξυπόλυτη με φόρτωμα στην πλάτη

τον θέλω τον αντρούλη μου, το νυχτοβασιλιά μου,

τον θέλω ντιπ ξαπόστατον το βράδυ στο κρεβάτι!

(Τραγούδια του βουνού)

From Mr Bruce

Πιστεύουμε ότι έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο Σεφέρης θεώρησε το ποίημα άξιο προσοχής και το διατήρησε στο αρχείο του, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια. Είναι αλήθεια ότι, ως ποιητής, ο Γ. Αθάνας, «συνέχιζε με τρυφερότητα την ορθόδοξη παλαμική παράδοση του στίχου και της ομοιοκαταληξίας»,[4] όμως είναι σαφές ότι τον Σεφέρη προσέλκυσε περισσότερο το σκαμπρόζικο και ευτράπελο περιεχόμενό του, η αποστομωτική απάντηση της βλάχας, ίσως και η ατμόσφαιρα γύρω από την οποία αυτό του γνωστοποιήθηκε.

Εντύπωση ωστόσο προκαλεί το ότι, αν και είναι βέβαιο πως θα γνώριζε την προέλευσή του, δεν αναφέρει πουθενά το όνομα του δημιουργού, ενώ προσθέτει το μικρό όνομα εκείνου που του το ενεχείρισε: «Από τον κ. Bruce» (from Mr Bruce).[5]

Προκύπτουν λοιπόν εδώ και κάποια άλλα ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις:

α) γιατί ο Σεφέρης αποσιωπά το όνομα του ποιητή και δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα, τον οποίο μάλιστα γνώριζε προσωπικά, και όχι μόνο λόγω της υπηρεσιακής του θέσης;[6]    

β) ποιος είναι ο κ. Bruce και γιατί επιλέγει να καταγράψει μόνο το μικρό του όνομα;

Θα προσπαθήσουμε να βρούμε απαντήσεις σε όλα αυτά, αλλά να δώσουμε και διευκρινίσεις για τον Χότζα, το όνομα του οποίου αναφέρεται στον τίτλο του άρθρου μας.

Θα απαντήσουμε πρώτα στο (β) ερώτημα, καθώς η έρευνα και πάλι απέδωσε καρπούς: πίσω από το όνομα «Bruce» βρίσκεται ο Αμερικανός Μπρους Μ. Λάνσντεϊλ (Bruce M. Lansdale,1925–2019) που, γεννημένος στο Γουόρτσεστερ της Μασαχουσέτης, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής και της δράσης του στην Ελλάδα και ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί διετέλεσε Διευθυντής της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής της Θεσσαλονίκης για τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια (1955-1990), συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση του εκπαιδευτικού και κοινωνικού της ρόλου.[7]

Στιγμιότυπο οθόνης 2026 06 02 8.44.34 πμ

Πρόσωπα της «οικογένειας» της Γεωργικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Στην πρώτη σειρά, στο κέντρο, καθιστοί, βρίσκονται ο ιδρυτής της σχολής Τζον Χένρι Χάουζ και η σύζυγός του. Πλαισιώνονται από τον γιο τους, Τσαρλς, τον δεύτερο διευθυντής του σχολείου, και τη σύζυγό του, Ανν. Στην πίσω σειρά, αριστερά (με λευκό πουκάμισο), όρθιος είναι ο Χέρμπερτ Π. Λάνσντεϊλ ο νεότερος, και τέταρτος από δεξιά, ο πατέρας του, Χέρμπερτ Π. Λάνσντεϊλ ο πρεσβύτερος. Το βρέφος στο κέντρο της φωτογραφίας, που το κρατά η μητέρα του στην αγκαλιά της, είναι ο Μπρους Μ. Λάνσντεϊλ, για πολλά χρόνια διευθυντής της Σχολής και φίλος του Γιώργου Σεφέρη. Η φωτογραφία έχει τραβηχτεί στη Γεωργική Σχολή το 1926 και προέρχεται από το περιοδικό The Athenian, όπου έχει δημοσιευτεί.

Η Αμερικανική Γεωργική Σχολή, ήδη από την ίδρυσή της από τον αμερικανό ιεραπόστολο Τζον Χένρι Χάουζ (John Henry House)  το 1904, αποτέλεσε σταθερό συνδετικό κρίκο μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στους τομείς της εκπαίδευσης και της έρευνας στην αγροτική οικονομία. Έχει αναγνωριστεί μάλιστα από πολλούς ότι η σχολή, υπό την διεύθυνση του Μπρους Μ. Λάνσντεϊλ, εισήγαγε σύγχρονες πρακτικές, ενώ ταυτόχρονα στήριξε ενεργά τις τοπικές αγροτικές κοινότητες. Είναι ενδεικτικό ότι το  1990 τιμήθηκε για τη συνολική του προσφορά με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η σχολή, που  λειτουργεί έως σήμερα στη Θεσσαλονίκη, εξακολουθεί να έχει τα ίδια οράματα έχοντας εξελιχθεί σε ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό ίδρυμα υπό τη διεύθυνση του γιου τού Μπρους, Τζέφρι Λάνσντεϊλ.

Ο Μπρους Λάνσντεϊλ υπήρξε παιδικός φίλος του Έντμουντ Κήλυ (Edmund Keeley, 1928-2022), αμερικανού νεοελληνιστή καθηγητή, φίλου και μεταφραστή του Γιώργου Σεφέρη· μαζί ήρθαν στη Θεσσαλονίκη το 1949 ως υπότροφοι Fulbright και διατήρησαν έκτοτε στενούς δεσμούς μεταξύ τους και με τη χώρα μας. Οι επαφές τους συνεχίστηκαν και αργότερα, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις ΗΠΑ, κατά τις επισκέψεις του Λάνσντεϊλ εκεί. Σε μια απ’ αυτές, στα τέλη του 1968, πρέπει να έδωσε το ποίημα στον Σεφέρη· γνωρίζουμε άλλωστε ότι ο Λάνσντεϊλ βρισκόταν τότε στις ΗΠΑ για εξάμηνη εκπαιδευτική άδεια· εκεί μάλιστα συνέγραψε το ποιητικό κείμενο Μεταμόρφωση: Γιατί αγαπώ την Ελλάδα, το οποίο αργότερα εκδόθηκε εμπλουτισμένο με φωτογραφίες του Μπομπ ΜακΚέιμπ (Bob McCabe). Το έργο αποτυπώνει τη βαθιά και βιωματική σχέση του συγγραφέα με τη χώρα μας.

Πιστεύουμε μάλιστα ότι σε στενή συνάφεια με τους προβληματισμούς που εγείρει το ποίημα του Γ. Αθάνα είναι και η μελέτη που παρουσίασε μαζί με τη σύζυγό του Tad στο Συμπόσιο Νεοελληνικών Σπουδών, Modern Greek Studies Association (MGSA) στις ΗΠΑ το 1980, με τον ενδεικτικό τίτλο: «Ποιος κάνει κουμάντο: εκπαιδεύοντας τις αγρότισσες για το ρόλο τους»·[8] ερευνάται εκεί και αναδεικνύεται ο ρόλος των γυναικών της αγροτικής τάξης της Ελλάδας μέσα σε μια κοινωνία που μετασχηματίζεται.

Ο Ρόμπερτ Κήλυ (Robert Keeley), αδελφός του Έντμουντ και γραμματέας τότε της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, αναφέρει μάλιστα ότι παραμονές της δικτατορίας μοιράζονταν κοινούς φόβους και προβληματισμούς σχετικά με το ενδεχόμενο πολιτικής εκτροπής στην Ελλάδα.[9] Όταν ήρθε η χούντα, ο Λάνσντεϊλ κράτησε σαφώς επικριτική στάση απέναντι στο καθεστώς. Ο Ρίτσαρντ Λ. Τζάκσον (Richard L. Jackson), τότε αναπληρωτής γενικός πρόξενος των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη, αποκαλύπτει ότι ο Λάνσντεϊλ διοργάνωνε συγκεντρώσεις ανθρώπων έντονα αντίθετων τόσο στη δικτατορία, όσο και στη στάση της αμερικανικής πολιτικής απέναντί της.[10] Ο Μπρους Μ. Λάνσντεϊλ με τη γυναίκα του Ταντ έκαναν συχνά ταξίδια στις ΗΠΑ, κυρίως για συγκέντρωση χρημάτων για τη λειτουργία της σχολής· είναι πολύ πιθανό λοιπόν ο Σεφέρης να συνάντησε τον Λάνσντεϊλ στο σπίτι του κοινού τους φίλου Έντμουντ Κήλυ, κατά τη διάρκεια της παραμονής του τότε στο  Πρίνστον των ΗΠΑ.[11] Ο Σεφέρης το τελευταίο τρίμηνο του 1968 έμεινε στο Πρίνστον, ως υπότροφος στο Institute for Advanced Study· ήταν ο δεύτερος χρόνος της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα, υπήρξε όμως μια χρονιά πολιτικών αναταραχών και για τις ΗΠΑ. Οι διαδηλώσεις για τα πολιτικά δικαιώματα και κατά του πολέμου στο Βιετνάμ επιστεγάστηκαν μάλιστα από δύο πολιτικές δολοφονίες, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ  και του Ρόμπερτ Κένεντι.

Το Πρίνστον, όπου έμενε ο Σεφέρης, όπως και τα περισσότερα πανεπιστήμια, λειτουργούσε ως έντονα πολιτικοποιημένος χώρος ζύμωσης και αμφισβήτησης. Ο ίδιος ο ποιητής είχε εκμυστηρευτεί στον Ρόμπερτ Κήλυ ότι η παραμονή του τότε στην Αμερική συνέβαλε καθοριστικά στην ωρίμανση της απόφασής του να προβεί στη δημόσια Δήλωση εναντίον της δικτατορίας τον Μάρτιο 1969.[12]

Πιστεύουμε λοιπόν ότι η καταγραφή του εν λόγω ποιήματος στις Μέρες Θ΄ δεν αποτελεί απλώς μια τυχαία ιδιωτική σημείωση. Αντίθετα, μπορεί να ιδωθεί ως ένα από τα μικρά, αλλά αποκαλυπτικά ίχνη της εσωτερικής διεργασίας που οδηγεί τον Σεφέρη στη δημόσια Δήλωση εναντίον της χούντας. Το σκαμπρόζικο τραγούδι με τον παιγνιώδη και αντισυμβατικό χαρακτήρα του μπορεί να λειτουργήσει άλλωστε ως χώρος ανάσας και ελευθερίας μέσα σε ένα ημερολόγιο, το τελευταίο του ποιητή, που καταγράφει πολλές δύσκολες προσωπικές, ή συλλογικές στιγμές.

Η αποσιώπηση του ονόματος του Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί εξάλλου από το πολιτικό βάρος που αυτό έφερε ήδη από τα Ιουλιανά του 1965. Ο Σεφέρης, ο οποίος έχει αποκαλύψει «την αποστροφή του για τους ελλαδικούς κομματικούς τρόπους»,[13] φαίνεται εδώ να ασκεί μια μορφή κριτικής: αρνείται να προσδώσει λογοτεχνική ορατότητα σε ένα όνομα ταυτισμένο στη συλλογική μνήμη με τη διάρρηξη της δημοκρατικής νομιμότητας. Η σιωπή του λοιπόν δεν μπορεί να νοηθεί ότι είναι ουδέτερη· είναι πράξη κρίσης. Δεν πτοείται μάλιστα ούτε από το γεγονός ότι, λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1965, ο Αθανασιάδης-Νόβας ήταν ανάμεσα στους τρεις ακαδημαϊκούς που πρότειναν τον Σεφέρη ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Οι άλλοι δύο ήταν ο Ηλίας Βενέζης και ο Χρήστος Καρούζος. Τα σχετικά με την υποψηφιότητα που τελικά κρίθηκε άκυρη περιγράφει ο Σεφέρης αναλυτικά στο ημερολόγιό του με μεγάλη δόση πικρίας, όπως είναι άλλωστε φυσικό.[14]

Από την άλλη, η ρητή αναφορά στο μικρό όνομα Bruce πιθανότατα λειτουργεί ως σιωπηλή αντιπαράθεση. Σε αντίστιξη προς τα πρόσωπα της πολιτικής εξουσίας, η μνεία του ονόματός του αποτυπώνει ίσως μια ηθική συγγένεια, έναν κύκλο εμπιστοσύνης και κοινού κώδικα που υπήρχε έξω από το καθεστώς. Είναι αλήθεια ότι, κατά τη διάρκεια της χούντας, ο Μπρους Μ. Λάνσντεϊλ αντιμετώπιζε δυσκολίες, καθώς καλούνταν να διαχειριστεί τόσο τις αντιαμερικανικές φωνές και τη χουντική διοίκηση στην Ελλάδα, όσο και τους χρηματοδότες από την Αμερική. Να πείσει τους Έλληνες ότι δεν είχε επαφές με δικτάτορες, αλλά και τους αμερικανούς χορηγούς για τα αισθήματα του ελληνικού λαού, που δεν ήταν μάλιστα θετικά απέναντί τους.[15] Αυτή την ασφυκτική πίεση  επιβεβαιώνει και απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε λίγο μετά την επάνοδο της δημοκρατίας στην Ελλάδα σε ανταποκριτή των New York Times:

Κατά τη διάρκεια της επταετούς περιόδου στρατιωτικής διακυβέρνησης που έληξε το περασμένο καλοκαίρι, ο κ. Lansdale προσπάθησε να διατηρήσει φιλικές σχέσεις –αλλά όχι υπερβολικά φιλικές– με την κυβέρνηση. «Περπάτησα στο πιο απίθανα στενό τεντωμένο σκοινί που έχετε δει ποτέ», εξήγησε.[16]

Μα, σε ένα τέτοιο τεντωμένο σκοινί δεν περπατούσε όλον αυτόν τον καιρό και ο ίδιος ο ποιητής; Η Δήλωση που γεννήθηκε μετά από μακρό εσωτερικό αγώνα[17] και αποτέλεσε κορυφαίο γεγονός για την αντιδικτατορική δράση, ενώ έδωσε στον Σεφέρη πρωτεύουσα θέση ανάμεσα στους έλληνες συγγραφείς, ήρθε αφού από πολλές πλευρές του ασκούνταν πίεση να εκδηλωθεί δημόσια.

Υπ’ αυτή την οπτική, τέτοιες καταγραφές φωτίζουν περισσότερο τη ψυχικά επώδυνη διεργασία που προηγήθηκε της Δήλωσης του 1969. Αν η δημόσια παρέμβαση υπήρξε η ρήξη, οι Μέρες Θ΄, όπως και το Χρονικό ’68, αποκαλύπτουν τη διαδικασία: τη σταδιακή ωρίμανση μιας συνείδησης που, πριν μιλήσει, έμαθε πρώτα να σωπαίνει επιλεκτικά.

Είναι επίσης εύλογο να υποθέσουμε ότι ο Σεφέρης γνώριζε από πρώτο χέρι σχετικά με τη στάση του Lansdale απέναντι στη χούντα και επομένως το ποίημα δεν διασώζεται στις Μέρες Θ΄ μόνον ως ένα, έστω τολμηρό, λογοτεχνικό κείμενο, αλλά πρωτίστως ως αφορμή ηθικής στάθμισης. Ο Σεφέρης επιλέγει να καταγράψει τη στιγμή της μετάδοσης και να σημειώσει τον άνθρωπο που του το εμπιστεύτηκε και όχι τον πολιτικά επιβαρυμένο δημιουργό. Με αυτή τη χειρονομία, το ημερολόγιο λειτουργεί ως χώρος προετοιμασίας της δημόσιας φωνής του ποιητή.

Αυτό επιβεβαιώνει και η επόμενη καταγραφή του ημερολογίου του, δύο μόλις μέρες αργότερα:

Νωρίς πρωί μισή ώρα στο δάσος· όμορφο χειμωνιάτικο απόβροχο. Ακόμη στάλες της βροχής στα γυμνά κλωνάρια των δέντρων. Χτες απόγεμα η κακοφορμισμένη πληγή.[18]

Γι’ αυτήν την «κακοφορμισμένη πληγή» που η Κατερίνα Κρίκου-Davis συνδέει με ειδήσεις από τη χουντοκρατούμενη Ελλάδα,[19] ο Σεφέρης και ο Λάνσντεϊλ θα συνομιλούσαν τότε στο Πρίνστον ανταλλάσσοντας σκέψεις και προβληματισμούς· και πρώτα απ’ όλα θα εξομολογούνταν τα συναισθήματά τους, χρησιμοποιώντας ίσως «παραμύθια και παραβολές»,[20]μέσα σε κλίμα αμοιβαίου σεβασμού και εμπιστοσύνης· κάποιες φορές μάλιστα ίσως επιστρατευόταν γι’ αυτό και η θυμοσοφία του Νασρεντίν Χότζα, όπως αποκαλύπτεται από μεταγενέστερη αλληλογραφία τους:[21]

Στο αρχείο του Σεφέρη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, υπάρχουν δύο επιστολές του Μπρους Μ. Λάνσντεϊλ προς αυτόν, του Μαρτίου 1971. Και οι δύο φανερώνουν μια φιλική, εγκάρδια και ειλικρινή επικοινωνία εκ μέρους του αποστολέα τους· είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λάνσντεϊλ προσκαλεί τον Σεφέρη στη Θεσσαλονίκη αυτή την άνοιξη, γιατί, όπως λέει, «η άνοιξη στη Θεσσαλονίκη, όπως και σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της Ελλάδας, είναι ευλογημένη» και, αποκαλώντας τον «αγαπητέ αφέντη», προσθέτει στο όνομά του τη γενική «του Χότζα».

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Λάνσντεϊλ είχε γίνει διάσημος για τις ιστορίες του με τον Χότζα και, αν δεν συμπεριλάμβανε μία στις συχνές ομιλίες του, το κοινό δεν τον άφηνε να φύγει από την αίθουσα. Για εκείνον, οι ιστορίες αυτές δεν ήταν απλώς ένα χαριτολόγημα, ήταν το εργαλείο για να φέρει στο προσκήνιο το μήνυμά του για την εκπαίδευση των νεαρών αγροτών.

Και στον Σεφέρη ως Ανατολίτη σίγουρα θα άρεσε η σοφία του Χότζα· αναφέρει  μάλιστα ότι, κάποτε στη Νέα Υόρκη, συζητώντας με τον μεγάλο έλληνα μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο, αντάλλασσαν μεταξύ τους τέτοιες ιστορίες.[22] Φαίνεται  ότι Σεφέρης και Λάνσντεϊλ αντάλλασσαν επίσης τέτοιες ιστορίες, πολλές από τις οποίες θα αναφέρονταν υπαινικτικά και στους Απριλιανούς Συνταγματάρχες.

Είναι αλήθεια ότι το βιβλιαράκι με τις Ευτράπελες ιστορίες του Νασρ-εν-ντίν Χότζα, μεταφρασμένο από τα αραβικά, κυκλοφορούσε ευρέως στην Ελλάδα και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές.

Η δεύτερη επιστολή, της 26ης Μαρτίου, δυο εβδομάδες μόνο μετά την πρώτη, είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική: εμπεριέχει ένα ποίημα του Λάνσντεϊλ με τίτλο «Bridges» (Γέφυρες), καθώς και ένα μικρό χειρόγραφο σημείωμα, το οποίο είναι κάπως αινιγματικό. Και ενώ στο ποίημα διαφαίνεται κριτική στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ από την αναφορά σε «γέφυρες» που οι άνθρωποι χτίζουν και οι πολιτικές γκρεμίζουν, στο σημείωμα γράφει ότι αισθάνεται φόβο και ταραχή και είναι πολύ πληγωμένος· αναφέρει επίσης και μια επιγραμματική φράση που αποδιδόταν στον Χότζα:

Η ζωή είναι δύσκολη αυτές τις μέρες αλλά άκουσα μια φράση που βοηθάει: «τα πράγματα ποτέ δεν συμβαίνουν όπως θες. Αλλά ούτε όπως φοβόσουν ότι θα συμβούν».[23]

Το λαϊκό αυτό διδακτικό απόφθεγμα σαφώς αναφέρεται στην παρούσα πολιτική κατάσταση, ενώ, όπως και το ποίημα, φανερώνει όχι τον συμβιβασμό με μια πραγματικότητα, αλλά την άσκηση κατανόησης και συγκατάβασης. Είναι λοιπόν η κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά είναι και οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις που στενοχωρούν τον Λάνσντεϊλ, ο οποίος βρίσκει την αφορμή (το βιβλίο της αδελφής του, Ιωάννας Τσάτσου) για να επικοινωνήσει με τον Σεφέρη (η δεύτερη επιστολή φαίνεται μάλιστα να έχει αποσταλεί μέσω της αδελφής του) και να του εκφράσει την έντονη απογοήτευσή του.

Η επιστολή αυτή γράφεται λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση της διαμαρτυρίας του  Σεφέρη και άλλων ελλήνων διανοουμένων κατά των χουντικών εορτασμών για τα 150 χρόνια από την επανάσταση του 1821 με την οποίαν έπαιρναν σαφώς θέση εναντίον της χούντας.

Η γενικότερη χρονική συγκυρία είναι εξάλλου πολύ εύγλωττη:

Είναι αρχές 1971, η χούντα στην Ελλάδα βρίσκεται στον τέταρτο ήδη χρόνο, έχουν παρέλθει δυο χρόνια από τη Δήλωση του Σεφέρη, έχει αρθεί η προληπτική λογοκρισία, έχουν εκδοθεί τα αντιδικτατορικά Δεκαοκτώ Κείμενα και τα Νέα Κείμενα· η πνευματική ζωή φαίνεται να ανασυντάσσεται, όμως οι πολιτικές διώξεις συνεχίζονται. Είναι ενδεικτικό ότι στη Θεσσαλονίκη, την έδρα του Λάνσντεϊλ, στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς έχουν καταδικαστεί μέλη της Δημοκρατικής Άμυνας, ανάμεσά τους οι φίλοι του, Στέλιος Νέστωρ και Παύλος Ζάννας, οι δύο από τους έξι «ανεψιούς» του Σεφέρη στη Θεσσαλονίκη.[24]

Η σκληρή καταδίκη του Παύλου Ζάννα είχε συγκινήσει βαθιά τον Σεφέρη, όπως αναφέρει σε μια από τις τελευταίες του δημοσιεύσεις.[25] Ο Παύλος Ζάννας ήταν ανιψιός του Δημήτρη Ζάννα, μέλους του Δ.Σ. της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής, στον οποίον είχε απαγορευτεί η έξοδος από τη χώρα τον καιρό της Απριλιανής δικτατορίας· είναι αυτός που θα αποκαλύψει ότι ο Bruce είχε φύγει στην Αμερική τέλος του 1968, κυρίως για να απομακρυνθεί από τη χούντα.

Και ενώ στις ΗΠΑ επί προεδρίας Νίξον είχαν φουντώσει οι διαμαρτυρίες εναντίον του πολέμου, παρατηρείται προοδευτική αναθέρμανση στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, αφού, από τα τέλη 1970, γίνεται άρση του μερικού εμπάργκο που είχε διαταχτεί μετά την κήρυξη του απριλιανού πραξικοπήματος.

Είναι λοιπόν η κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά είναι και οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις που στενοχωρούν τον Λάνσντεϊλ, ο οποίος βρίσκει την αφορμή (το βιβλίο της Ιωάννας Τσάτσου) να επικοινωνήσει με τον Σεφέρη, ενώ παράλληλα του θυμίζει και τον Χότζα, οι ιστορίες του οποίου κάποτε ίσως τους είχαν συνδέσει συναισθηματικά.

Η επιστολή στέλνεται προς την Ιωάννα Τσάτσου στις 31 Μαρτίου, την ίδια μέρα που ο ποιητής θα γράψει το τελευταίο του ποίημα, το «Επί Ασπαλάθων», ποίημα με έντονους υπαινιγμούς για μιαν επερχόμενη κάθαρση το οποίο θα δημοσιευτεί μετά το θάνατό του, τον Σεπτέμβριο του 1971.[26] Την ίδια χρονιά, ο Λάνσντεϊλ γράφει επίσης ποίημα, φόρο τιμής στον Σεφέρη· το ποίημα, με τίτλο «Αρχαία τραγωδία» (Ancient Tragedy) με σημειωμένο μόνο το έτος συγγραφής, ίσως γράφτηκε με αφορμή τον θάνατο του ποιητή, και μπορεί σίγουρα να διαβαστεί ως μια κρυπτική αναφορά στη σύγχρονη ελληνική τραγωδία. Είναι ένα χορικό δράμα σε τέσσερις πράξεις, ο πρόλογος του οποίου καθώς και οι αρχικοί στίχοι του κυρίως μέρους είναι στίχοι του ποιήματος Γ΄, «Μέμνησο λουτρῶν οἷς ἐνοσφίσθης» από το Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη.[27]

 

[1] Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Θ΄ (1 Φεβρουαρίου 1964-11 Μάη 1971), Επιμέλεια Κατερίνα Κρίκου-Davis, Ίκαρος, Αθήνα 2019, σ. 163-4. Η επιμελήτρια αναφέρει ότι υπάρχει και στον φάκελο «Αταύτιστα» του αρχείου Σεφέρη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

[2] Λευτέρης Παπαδόπουλος, «Ο αληθινός δημιουργός του θρυλικού “Γαργάλατα”», εφημ. Τα Νέα, 5 Ιανουαρίου 2012.

[3] Η φράση είναι του Αντρέα Καραντώνη και αναφέρεται από τον επιμελητή της ανθολογίας του Αθάνα, Θανάση Παπαθανασόπουλο, βλ. Θανάση Παπαθανασόπουλου, Τα «Τραγούδια των βουνών», Ο λυρικός κόσμος του Γ. Αθάνα, Εκδόσεις Ιδρύματος Γ. και Μ. Αθανασιάδη-Νόβα, Ναύπακτος 1999, σ. 35.

[4] Λίνου Πολίτη, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1985, σ. 226.

[5] Σύμφωνα με την επιμελήτρια του τόμου Κατερίνα Κρίκου-Davis, στο πίσω μέρος του δακτυλόγραφου φύλλου με το εν λόγω ποίημα υπάρχει ένα παράθεμα που προέρχεται από τον Jose Ortega y Gasset και αυτό με την ίδια ένδειξη προέλευσης, «From Mr Bruce».

[6] Είναι ενδεικτικές οι επιστολές του Αθανασιάδη-Νόβα προς τον Σεφέρη σχετικά με θέματα λογοτεχνικά, στο αρχείο του ποιητή στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, φάκ. 60.

   

[8] Bruce and Tad Lansdale, “Pios kani koumando: Training Rural Women for Their Role”, στον συλλογικό τόμο Women and Men in Greece: A Society in Transition (University of Pennsylvania, 1980).

[9] Βλ. Robert V. Keeley, Η αμερικανική πρεσβεία και η κατάρρευση της δημοκρατίας στην Ελλάδα, 1966-1969. Η μαρτυρία ενός διπλωμάτη, μετ. Ελισάβετ Παπαδοπούλου, Πατάκη, Αθήνα 2013.

[10] Richard L. Jackson, από μαγνητοφωνημένη συνέντευξή του το 1998 στο Association for Diplomatic Studies and Training Foreign Affairs Oral History Project, τώρα στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου.

[11] Να σημειωθεί  ότι ο Σεφέρης ίσως γνώριζε τον Bruce Lansdale από παλιότερα, όπως συμπεραίνουμε από δυο επιστολές του Edmund Keeley προς τον ποιητή το 1959, τις οποίες στέλνει χρησιμοποιώντας τη διεύθυνση του Bruce στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης, βλ. Γιώργος Σεφέρης-Edmund Keeley, Αλληλογραφία 1951-1971. Εισαγωγή: E. Keeley, Μετάφραση: Αλόη Σιδέρη, Άγρα, Αθήνα 1987, σ. 129, 130.

[12] Roderick Beaton, Γιώργος Σεφέρης. Περιμένοντας τον άγγελο. Βιογραφία. Μετ. Μίκα Προβατά-Carlone. Νέα αναθεωρημένη έκδοση, Πατάκη, Αθήνα 2026, σ. 513.

[13] Γιώργος Σεφέρης, «Η συνομιλία με τον Φαβρίκιο», Δοκιμές, Δεύτερος τόμος (1948-1971),  Ίκαρος, Αθήνα 1984, σ. 304.

[14] Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Θ΄, ό.π., σ. 90-94. Για όλο το παρασκήνιο της υποψηφιότητας βλ. Χαράλαμπος Καράογλου, «Γιατί ο Σεφέρης δεν έγινε Ακαδημαϊκός; Διήγηση συμβάντων», Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας; Αναζητήσεις και Αγωνίες των Ελλήνων Λογοτεχνών του Μεσοπολέμου (1918-1939). Διεθνές Συνέδριο προς Τιμήν του Peter Mackridge, Καλαμάτα 18-19 Μαΐου 2017, Επιμέλεια Πρακτικών Έλενα Κουτριάνου και Έλλη Φιλοκύπρου, Νεφέλη, Αθήνα 2018, σ. 260-274.

[15] Πολλά στοιχεία για την εποχή αυτή βρίσκουμε στο βιβλίο της Brenda Marder, Αμερικανίδας που είχε εργαστεί στη σχολή, βλ. Brenda L. Marder, Stewards of the Land: The American Farm School and Greece in the Twentieth Century, Mercer University Press, Macon, Georgia 2004.

[16] Steven V. Roberts, «U.S. Farming School Is Still Flourishing in Greece», The New York Times, 6 Απριλίου 1975.

[17] Βλ. Κώστας Τατχσής, «Οι δισταγμοί του Σεφέρη», περ. Αντί, περ. β’, τεύχ. 64 (5 Φλεβάρη 1977), σ. 23.

[18] Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Θ΄, ό.π., σ. 164.

[19] Ό.π., υπ. 216.

[20] Η φράση είναι από το ποίημα «Τελευταίος σταθμός» του Γιώργου Σεφέρη.

[21] Ο γνωστός στα ελληνικά ως Νασρεντίν Χότζας  ήταν δημοφιλής κεντρικός ήρωας μύθων, παροιμιών και ανεκδότων που κυκλοφορούσαν ευρύτατα σε όλες τις κοινωνικές τάξεις της Μέσης Ανατολής, της Τουρκίας, αλλά και της Ελλάδας.

[22] Γιώργος Σεφέρης, [Για τον Δημήτρη Μητρόπουλο], Δοκιμές, Τρίτος τόμος, Παραλειπόμενα (1932-1971), Ίκαρος, Αθήνα 1992, σ. 182.

[23]Αρχείο Γιώργου Σεφέρη, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, φάκ. 46.

[24] «Στο Γιώργο Σεφέρη, οι έξη ανεψιοί της Θεσσαλονίκης». Με το όνομα αυτό υπογράφουν τα μέλη της Δημοκρατικής Άμυνας Θεσσαλονίκης στο στεφάνι που έστειλαν από τις φυλακές στην κηδεία του Σεφέρη. (Σημ. Μαρώς Σεφέρη: Οι έξη ανεψιοί είναι οι κρατούμενοι Π. Ζάννας, Στ. Νέστωρ, Σ. Δέδες, Γ. Σιπητάνος, Κ. Πύρζας και Α. Μαλτσίδης), Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αρχείο Γιώργου Σεφέρη, φάκ. 68.

[25] Γιώργος Σεφέρης, «Η κιβωτός του Νώε», Δοκιμές, Τρίτος τόμος, ό.π., σ. 265-6.

[26] «Επί Ασπαλάθων», εφημ. Το Βήμα, 26 Σεπτεμβρίου 1971.

[27] Το δακτυλογραφημένο κείμενο βρίσκεται στο αρχείο Γιώργου Σεφέρη, φάκ. 48.

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή