«Αναζητώντας εκείνο το αινιγματικό»

«Αναζητώντας εκείνο το αινιγματικό»

Θανάσης Χατζόπουλος, Ονομαστική αξία. Δοκίμια για τη μετάφραση, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2024, 184 σελ.

Η μετάφραση, η μεταφορά της λογοτεχνίας και της ποίησης (αλλά όχι μόνο) από τη μία γλώσσα στην άλλη, είναι μια υψηλή τέχνη: πρέπει να εξυπηρετείται εξίσου η σαφήνεια και το ύφος. Ο Θανάσης Χατζόπουλος, στη συλλογή δοκιμίων του για τη μετάφραση, καταγράφει την αγωνία του μεταφραστή, λόγω της διπλής δέσμευσής του: στη γλώσσα του πρωτότυπου κειμένου και στη γλώσσα της μετάφρασης έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται επί το έργον. [ΤΒJ]

Στα δεκαεννέα δοκιμιακά κείμενα που συναπαρτίζουν την Ονομαστική Αξία, ο ποιητής, μεταφραστής και παιδοψυχίατρος-ψυχαναλυτής Θανάσης Χατζόπουλος (γεν. 1961), με πλούσιο και διακεκριμένο ποιητικό και μεταφραστικό έργο, απλώνει με τρόπο ελεύθερο σκέψεις και συναισθήματα, όπως τα κατέγραψε κατά καιρούς και με διάφορες αφορμές, με βάση τη μεταφραστική του εμπειρία. Ακολουθώντας την οικεία στον ίδιο γαλλική προσέγγιση, το γαλλικό στyλ, συγκροτεί τον δοκιμιακό του λόγο στο όριο της αυτο-βιογραφίας και της αυτο-εξομολόγησης, χωρίς εμφανείς συστηματικές απαιτήσεις, άλλοτε κυκλώνοντας και άλλοτε βυθομετρώντας το θέμα του ελεύθερα, με τον τρόπο που συζητά κανείς με έναν φίλο, χωρίς ίσως και να πολυκρύβεται στο φόντο η συνοδεία ενός ποτηριού με κρασί.

Σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης είχα έντονη την εικόνα-αίσθηση ενός συνομιλητή που κάθεται μαζί μου στο τραπέζι· σιγοπίνουμε ενώ αυτός αφηγείται, κάνει παύση να σκεφτεί, αναρωτιέται φωναχτά. Στο ποτήρι του κρασιού, θα επανέλθω. Θα ήθελα, διεξερχόμενη τις γλαφυρές σελίδες του Χατζόπουλου, να κάνω μερικές επισημάνσεις για τις εντυπώσεις που μου άφησε η ανάγνωση.

 

Επισήμανση πρώτη, το στοιχείο της επιτέλεσης ή ο μεταφραστής επί σκηνής

Συζητώντας, ο γράφων φαίνεται πως το απολαμβάνει, δοκιμάζοντας σε κοινή θέα, τη δύναμη των λέξεων περισσότερο, παρά των στεγνών επιχειρημάτων. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια συλλογή κειμένων που, εκκινώντας από την εμπειρία του ιδίου ως ποιητή-μεταφραστή ποιητών-μεταφραστών (προπάντων του Μπονφουά) ή επιστημόνων της ψυχιατρικής-ψυχανάλυσης (προπάντων του Γουίνικοτ) ανοιγοκλείνουν καλειδοσκοπικά όψεις της μεταφραστικής εμπειρίας. Έπειτα από μερικές σελίδες, η αναγνώστρια / ο αναγνώστης το νιώθει ολοκάθαρα πως η δοκιμιακή φόρμα είναι σε μεγάλο βαθμό προσχηματική: ο Χατζόπουλος συνθέτει αυτά τα κείμενα με τρόπο επιτελεστικό, φτάνει να θέλει και να μπορεί να αφεθεί κανείς σε μια τέτοια σκηνοθεσία.

Όσο για μένα, βλέπω και ακούω ολοκάθαρα έναν άνθρωπο επί σκηνής, να αφηγείται πάθη της μετάφρασης. Είναι ασφαλώς ένας άνθρωπος με πλούσια σκευή, και μοιράζεται μαζί μας τις δυνατότητες που αυτή του παρέχει. Έτσι, κατά σημεία, ζητά την προσοχή μας σε ενδιαφέρουσες πτυχές που φωτίζει το ψυχαναλυτικό του βλέμμα, όπως συμβαίνει π.χ. στο δοκίμιο με τίτλο «Μετάφραση και ασυνείδητο». Αλλού πάλι, μας αποκαλύπτει ποιητικές γενεαλογίες, στοιχήματα και κομβικές μορφές, όπως στο κείμενο «Ριζώματα της μετάφρασης (με αφορμή τον Υβ Μπονφουά)».

 

Επισήμανση δεύτερη, οι αυστηρές αρχές του μεταφραστή

Η ελευθερία και η επιτελεστικότητα στην πραγμάτευση του θέματος δεν συνεπάγεται, ωστόσο, κατά κανέναν τρόπο κάποια χαλαρή σχέση με το πρωτότυπο. Τουναντίον. Όταν ο Χατζόπουλος έρχεται να συζητήσει ζητήματα γλωσσικής ακρίβειας και πειθαρχίας, «ξυπνά», θα έλεγε κανείς, ο επιστήμονας και συναντιέται επωφελώς με τον ποιητή και τον μεταφραστή. Με τρόπο σχεδόν πονηρό, ο συγγραφέας-περφόρμερ δεν καταφεύγει στην κριτική άλλων ποιητικών μεταφράσεων παρά σε εκείνη των αγγλικών μεταφράσεων του Φρόυντ, όπως η κριτική αυτή διατυπώνεται από τον Μπέτελχαϊμ (βλέπε τις σχετικές αναλυτικές παραπομπές στο δοκίμιο με τίτλο «Η ακριβής λέξη», στο υπό συζήτηση βιβλίο). Νομιμοποιείται άλλωστε, μια και σπεύδει να μας θυμίσει τις λογοτεχνικές δάφνες και τις τιμές του πατέρα της ψυχανάλυσης.

Η κριτική που ασκείται εδώ, και η επίκληση, στα γαλλικά, της ακριβούς λέξης, της mot juste, που ο Μπέτελχαϊμ χρησιμοποιεί, επιτρέπει φυσικά στον σκηνοθέτη-Χατζόπουλο να κάνει χρήση πολλών χασμάτων, κενών, ασυνείδητων φορτίων για να δείξει περισσότερα από όσα πράγματι λέει – είναι μάλλον το αγαπημένο μου δοκίμιο σε αυτό τον τόμο. Ένας γερμανόφωνος, ο Μπέτελχαϊμ, χρησιμοποιεί μια γαλλική λέξη σε ένα δικό του έργο, γραμμένο στα αγγλικά, για να κρίνει τις μεταφράσεις προς τα αγγλικά ενός άλλου γερμανόφωνου, του Φρόυντ. Ο Χατζόπουλος δεν τα επισημαίνει αυτά, δεν εστιάζει σε αυτά, αλλά στην ουσία των επιχειρημάτων του Μπέτελχαϊμ. Όμως όλα, βέβαια, αιωρούνται αποτελεσματικά στην ατμόσφαιρα και φορτίζουν τη σχετική συζήτηση, όμοια όπως συμβαίνει με την αύρα, το παρελθόν, τα συμφραζόμενα και τα κενά ανάμεσα στις λέξεις και τις γλώσσες για τα οποία μιλά κάθε τόσο ο Χατζόπουλος στα υπό συζήτηση δοκίμιά του.

Εδώ, «πατά» πάνω στη θεωρία και στην επιστημονική κριτική της μετάφρασης για να προχωρήσει χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε στη θεωρία και στις αρχές που διέπουν την μετάφραση της ποίησης. Και εκεί να διακηρύξει με τρόπο που δεν σηκώνει συζήτηση: «Στη μετάφραση, δημιουργική είναι μόνον η ακρίβεια». Όχι, λοιπόν, τα πράγματα δεν νομιμοποιούνται καθόλου να είναι χαλαρά, όπως ίσως εσφαλμένα θα πίστευε κανείς διαβάζοντας τα πρώτα, πιο αφηρημένα, δοκίμια του τόμου. Χρειάζεται πειθαρχία, αυστηρότητα, ακρίβεια όταν ο μεταφραστής ψάχνει «εκείνο το αινιγματικό», όπως αναφέρει ο συγγραφέας στο δοκίμιο με τίτλο «Ριζώματα της μετάφρασης (με αφορμή τον Υβ Μπονφουά)». 

Και σε άλλα σημεία ο Χατζόπουλος φανερώνει τις μεταφραστικές αρχές του. Για παράδειγμα στο δοκίμιο με τίτλο «Η μετάφραση και η λογοτεχνική της αξία» διαλέγει εκείνη την πλευρά που θέλει τον μεταφραστή να εργαστεί με τέτοιον τρόπο «ώστε στο τέλος ο αναγνώστης να μην καταλαβαίνει τη διαφορά του υλικού της ύφανσης: τόσο η ακουστική και η οφθαλμική απάτη της μετάφρασης μπορεί να κάνει το έργο της, έχοντας εργαστεί ακριβώς επάνω σε αυτή την ύφανση.» Δεν συγκατανεύει, λοιπόν, υπέρ των απόψεων εκείνων που θέλουν τη μετάφραση να διατηρεί περισσότερο ή λιγότερο έκτυπα κάποια στοιχεία γλωσσικής ετερότητας.

 

Επισήμανση τρίτη, τρισυπόστατη περσόνα, ιδιότητες που αλληλοσυμπληρώνονται

Ο μεταφραστής της ποίησης, υποστηρίζει ο δοκιμιογράφος, δεν πρέπει να ερμηνεύει μέσω της μετάφρασης, μολονότι απαιτείται (φυσικά) να έχει ερμηνεύσει πριν μεταφράσει. Ο μεταφραστής οφείλει

να ανασυστήσει το αίνιγμα και το νόημα πίσω από αυτό, το οποίο χρειάζεται να μένει κρυμμένο. Κι εδώ δεν χωράει καμιά ασάφεια. Το μεγάλο μάθημα που προσφέρει η διαδικασία της μετάφρασης σε όποιον την αποτολμά είναι αφενός το επίπεδο κατανόησής του σχετικά με το πρωτότυπο και αφετέρου η ικανότητα για ακριβή απόδοση στη συνέχεια. («Η ακριβής λέξη»)

Ο Χατζόπουλος σηκώνει το γάντι μιας φιλοσοφικής –γλωσσολογικής μάλλον, παρά ποιητικής– μεταφραστικής διαμάχης όταν αντικρούει τον Μισέλ Τουρνιέ που θεωρεί τη μετάφραση της ποίησης αδύνατη. Γράφει:

Όμως προσωπικά δεν θεωρώ διόλου αδύνατη τη μετάφραση της ποίησης, και μια τέτοια θέση δεν είναι παρά η εξιδανίκευση της ποίησης στο όνομα της μεταφραστικής δυσκολίας, η οποία καταλήγει να την περιορίζει σε μια απαγορευμένη πόλη («Η μετάφραση και η λογοτεχνική της αξία»)

Βέβαια, δεν με πείθει εν προκειμένω η αναφορά ειδικά στον Τσέλαν και στις ελληνικές του μάλιστα μεταφράσεις, τις οποίες, μεταξύ άλλων, επικαλείται. Ο Τσέλαν είναι δύσκολος ποιητής, αλλά όχι και τόσο δύσκολο να μεταφραστεί αν εμπιστευθεί κανείς τις λέξεις – ο ίδιος έλεγε προκλητικά ότι για να γίνει κατανοητή η ποίησή του θα αρκούσε ένα λεξικό. Άλλοι ποιητές αντίθετα, πιο «εύκολοι», πιο «βατοί» στο πρωτότυπο, κρύβουν ενίοτε τρομερούς λάκκους για τον ανυποψίαστο μεταφραστή. Το λέει και ο Χατζόπουλος αναφερόμενος στον Μπονφουά, στον Έλιοτ, στον Σαρ και τον Ουνγκαρέτι, στο ίδιο δοκίμιο. Εύστοχα επισημαίνει ότι ο μεταφραστής ενός απλού κειμένου «κινδυνεύει να γλιστρήσει και να φάει τα μούτρα του στο ίσιωμα». Μα, για του λόγου του το αληθές ξετινάζει όχι κάποια ποιητική μετάφραση μα (και πάλι!) μια φράση από ατυχώς, κατά τη γνώμη του, μεταφρασμένο στα ελληνικά Φρόυντ.

Σπεύδει, κατόπιν, λίγο πριν τελειώσει, να αναμετρηθεί και πάλι με τον Μπονφουά, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό ένα καβαφικό, κατά τη γνώμη μου, εργαλείο. Γράφει λοιπόν:

Έτσι, ενώ όλοι βγήκαμε από κάποιο σώμα, κι άλλοι ή μάλλον άλλες βγάζουν από το σώμα τους ένα άλλο σώμα, ή δέχονται σε αυτό ένα άλλο ή διεισδύουν σε ένα άλλο, εντούτοις καθένας μπορεί να είναι ξεχωριστός και συγχρόνως να μπαίνει στη θέση ενός άλλου, όπως ο μεταφραστής που, ως άλλος ηθοποιός, υποδύεται τον άλλον όσο τον μεταφράζει και επιστρέφει στον εαυτό του για τη συνέχεια. (η υπογράμμιση δική μου)

Για μια στιγμή, σκέφτομαι. Ο γράφων κάνει, μου φαίνεται, αυτό ακριβώς: κυκλοφορεί με ευκολία και φυσικότητα ανάμεσα στον εαυτό του, τον Μπονφουά, τον Φρόυντ, φορά πότε τη μια και πότε την άλλη προσωπίδα, κι είναι ταυτόχρονα ένας και πολλοί, σαν να ήταν αυτό το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Άλλοτε ποιητής και άλλοτε επιστήμονας, άλλοτε μεταφραστής και άλλοτε κριτικός. Σε αυτή τη συλλογή δοκιμίων για τη μετάφραση, εκτός ή και πάνω απ’ όλα τα άλλα, ο Χατζόπουλος επινοεί και επιβάλλει αυτή την πολυπρόσωπη θεατρική (αφηγηματική) περσόνα. Ο συνομιλητής μου στο τραπέζι μιμείται κάθε τόσο πειστικά φωνές και πρόσωπα ενώ ταυτόχρονα γνωρίζω πως είναι αυτός, ο ένας, ο Χατζόπουλος, που μου μιλά. Το κρασοπότηρο που λέγαμε στην αρχή γίνεται κι αυτό πότε κολονάτο και πότε χαμηλό ποτηράκι της παραδοσιακής ελληνικής ταβέρνας – μα το κρασί, παρά τα σκηνοθετικά ευρήματα, μένει ίδιο.

 

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή