Γιάννης Σκαρίμπας, Τα πουλιά με το λάστιχο, ιδιωτική έκδοση, Χαλκίδα 1978, 208 σελ. (εξαντλημένο)
Γιάννης Σκαρίμπας, Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, Κάκτος, Αθήνα 1984, 119 σελ.
Ανάμεσα στις δραστηριότητες του Γιάννη Σκαρίμπα ήταν και το χρονογράφημα. Δημοσίευε τακτικά σχεδόν σε όλες τις εφημερίδες της Χαλκίδας, και όχι μόνο. Οπαδός του Ροΐδη, του Κονδυλάκη, του Νιρβάνα, αλλά όχι του Σπύρου Μελά, επιδίωξε να καταγραφεί και ως σχολιαστής της επικαιρότητας. Δύσκολο εγχείρημα, ιδίως αν δεν το ασκείς συστηματικά. [ΤΒJ]
Η δοκιμασία της γραφής του Γιάννη Σκαρίμπα σε πλήθος κειμενικών ειδών, λογοτεχνικών και μη, αποτελεί μια ενδεικτική πτυχή της απόλυτα προσωπικής διαδρομής του και της αγωνίας του να είναι αδιάλειπτα παρών σε αυτόν τον επίσης προσωπικό –ως επί το πλείστον– πνευματικό αγώνα για τη θέση του στο λογοτεχνικό πεδίο. Κριτικός, χρονογράφος, επιστολογράφος, ένας λογοτέχνης που διαρκώς παρεμβαίνει, διορθώνει, σχολιάζει, καταγγέλλει, είναι οι βασικότεροι από τους ρόλους του Σκαρίμπα που μπορούν να αναδείξουν μια νέα, δημόσια πλευρά του, εκείνη που διαπερνά και ενώνει το σύνολο τελικά της πνευματικής προσφοράς του, αλλά και να προσδιορίσουν σαφέστερα ακόμα και τον ιδεολογικό και πολιτικό προσανατολισμό του, συμπληρώνοντας έτσι το πορτρέτο του.
Ο Θώμος Ξαφάς
Από τη θέση του άγνωστου και μυστηριώδους για αρκετά τεύχη βιβλιοκριτικού του περιοδικού Ευβοϊκά Γράμματα, ο Σκαρίμπας, ως Θώμος Ξαφάς, βρίσκει σε κάθε τεύχος την ευκαιρία να τοποθετηθεί και να σχολιάσει ή να αναδείξει από μια ευρύτερη σκοπιά λογοτεχνικά και φιλολογικά ζητήματα, αφιερώνοντας τελικά περιορισμένο χώρο για το προς κρίση κάθε φορά έργο. Ήταν Δεκέμβριος του 1943 όταν ο κριτικός Σκαρίμπας, με αφορμή τη συλλογή χρονογραφημάτων του Θωμά Θανασέκου, Ευβοϊκά χρονικά, σχολιάζει με πίκρα και αγωνία την «έλλειψη φιλολογικής παράδοσης» για το νεοελληνικό χρονογράφημα, τη σύντομη καλλιέργειά του, αλλά και την πτώση που γνώρισε, ιδιαίτερα με τα χρονογραφήματα του Σπύρου Μελά, ο οποίος άλλωστε συχνότατα βρίσκεται στο στόχαστρό του:
Εδώ σ’ εμάς το είδος αυτό έμεινε στην πρωτόλεια μορφή του. Ωστόσο, ανώτερο από τα παράλληλα, εκείνα των γειτονικών μας φιλολογιών: το βαλκανικό και το τουρκικό. Ο Κονδυλάκης, ο Νιρβάνας, ο Ροΐδης (ο τελευταίος αλλοιώτικα) τού δώσαν περιεχόμενο κι όνομα, περιωπή και φρεσκάδα. Κι είχ’ έρθ’ εποχή που φωτοβόλησε γύρω του σαν χρυσό βεγγαλικό μες σε νύχτα.
Μα με το λείψιμο των «καλλιεργητών του» εδώ, πήρε την κατιούσα που λένε. Κατρακύλησε στην πρωτόγονη πλάση του – χοντροκόπημα αληθινό μπρος στο άλλο. Έγινε μια καθημερινότητα ανούσια. […]
Πιθανότατα δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στο ίδιο τεύχος, μόλις λίγες σελίδες πριν, έχει δημοσιεύσει, υπογράφοντας φανερά πια ως Γιάννης Σκαρίμπας, το πρώτο –για το περιοδικό τουλάχιστον– δικό του χρονογράφημα, εγκαινιάζοντας τη στήλη «Τα πουλιά με το λάστιχο», μία στήλη χρονογραφημάτων η οποία θα φιλοξενηθεί, ειδικά κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες, σε πλήθος ευβοϊκών εντύπων και στο τέλος θα αποτελέσει τον τίτλο της έκδοσης μερικών μόνο από τα δημοσιευμένα στον Τύπο χρονογραφήματά του.
Η στήλη είναι σταθερή μόνο για το περιοδικό Ευβοϊκός Λόγος, ήδη από το πρώτο τεύχος του, τον Μάρτιο του 1958, έως και το προτελευταίο, εφτά χρόνια αργότερα. Ωστόσο, χρονογραφήματα του Σκαρίμπα, ίδια ή ελαφρώς επεξεργασμένα, θα σκορπιστούν κατά τη γνωστή αυτή τακτική του σε πολλά έντυπα της Χαλκίδας (Προοδευτική Εύβοια, Πανευβοϊκή, Εύβοια, Ευβοϊκός Χρόνος), της επαρχίας γενικότερα (Χρονικά της Λαρίσης, Φιλολογική Φωνή του Αιγίου), καθώς και σε λίγα αθηναϊκά (Δημοκρατικός Τύπος, Ελεύθερος). Όπως φαίνεται τουλάχιστον από τα κατάλοιπα του αρχείου του, ο υπέρτιτλος «Τα πουλιά με το λάστιχο» επανέρχεται στα περισσότερα έντυπα που φιλοξενούν τον χρονογράφο Σκαρίμπα. Λίγες είναι οι φορές που αντικαθίσταται από τους τίτλους «Το μηδέν και το άπειρον», κυρίως στην εφημερίδα Ευβοϊκός Χρόνος, και «Το τετράδιο με τα χρώματα» και «Εγκυκλοπαίδεια του γονάτου» στην εφημερίδα Προοδευτική Εύβοια. Τελικά, πολλά από τα δημοσιευμένα στον τύπο χρονογραφήματά του, όπως είναι γνωστό, θα συγκεντρωθούν σε δύο βιβλία τα οποία μάλιστα μοιράζονται και κάποια κοινά κείμενα, Τα πουλιά με το λάστιχο, που προαναφέρθηκαν, και οι Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό.
Το χρονογράφημα, παντρεύοντας το σχόλιο και τη λογοτεχνικότητα, την καθημερινή ζωή και την καλλιτεχνική δημιουργία, αποτελεί ίσως ιδανικότερη σε σχέση με την κριτική ή την απλή αρθρογραφία ευκαιρία για τον Σκαρίμπα, για να φανερώσει τη σφαιρική, πανταχού παρούσα και καταγγελτική ματιά του. Εξαιρώντας για την ώρα τα χρονογραφήματα που σχετίζονται με τη φιλολογική και λογοτεχνική ζωή της εποχής, θα μας απασχολήσει ο χρονογράφος Σκαρίμπας που «με το ταπεινό λυχνάρι της μελέτης του» παρατηρεί και «γνωμοδοτεί» με εντυπωσιακή συνέπεια και τη γνωστή τόλμη του για μια πληθώρα κοινωνικών, πολιτικών, ακόμα και επιστημονικών, εντελώς απομακρυσμένων από το γνωστικό του πεδίο, ζητημάτων.
Ο Σκαρίμπας παρατηρεί μάλλον με πικρία τον σύγχρονο άνθρωπο και τον κόσμο που έχει διαμορφώσει, αποτυπώνοντας καθαρότερα αυτό που αναρωτιέται συχνά στις συνεντεύξεις του: «Υπάρχει τίποτε για να πιστέψω;». Σε ένα αστικό περιβάλλον που ταυτίζεται στα χρονογραφήματά του με την κόλαση και το μαρτύριο και σε μια εποχή που θεοποιεί το χρήμα και καταδικάζει την ηθική, ο άνθρωπος καταλήγει να είναι ένας απόλυτα δυστυχισμένος «Δον Κιχώτης του βίου», ένας «ρομποτοποιηθείς πολίτης» που συμβιβάζεται, συσχετίζει τα άσχετα, φοβάται κι «έτσι από την κατάσταση του ψόφιου κοριού, προτιμάει την πολιτική του θηρίου». Αυτή η πτώση του ανθρώπου μετρά από το μοιραίο αμάρτημα των πρωτόπλαστων, το μοιραίο λάθος της γνώσης που απομάκρυνε τον άνθρωπο από τη μακαριότητα την οποία ακόμα απολαμβάνουν τα ζώα και τον καταδίκασε σε μια «συναρπαστική δυστυχία»· απορροφημένος στα προβλήματά του δεν ακούει την Άνοιξη που χτυπάει εναγωνίως την πόρτα του, ζηλεύει, υποφέρει από το μαρτύριο της δίψας και της πείνας για τα πάντα, σκοτώνει τους συνανθρώπους του – όχι, όμως, για να φάει, όπως τα θηρία.
Ο άνθρωπος εκλείψας της συγγενείας του με τ’ άλλα ζώα της Παραδείσιας πανίδας, μεταβλήθηκε σε τέρας. Αλλά ως γνωστόν, τα τέρατα τα σκοτώνει στο λίκνο τους η ίδια η μάνα φύση που τα γέννησε – είχε κάμει λάθος…
Έτσι ο εξωσθείς απ’ τον Παράδεισο άνθρωπος έβαλε για σκούφια του πίλον υψηλόν και «μονόκλ». Είναι τώρα «ο κ. με το μονόκλ!», ηθικατζής, σοφός, φουσκωτής των ακουόντων του και αστρονόμος, και εφευρέτης της βόμβας.
Πολιτική κριτική
Οι όροι ανασφάλειας, βίας και εγκλήματος περιγράφουν επίμονα το κλίμα της εποχής και στα πολιτικής-ιδεολογικής χροιάς χρονογραφήματα του Σκαρίμπα. Η πικρία του για τον δυστυχή σύγχρονο άνθρωπο δίνει τώρα τη θέση της στην επικριτική και ειρωνική φωνή του· «η εμού ασημαντότητα δεν γνώρισα τίποτα πιο φανταστικό από την πραγματικότητα», γράφει o «απότακτος νομογνώμων του γονάτου» στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, σχολιάζοντας νωρίτερα την τάση φυγής του κράτους –ακολουθώντας το παράδειγμα του σύγχρονου ανθρώπου– προς το άγνωστο. Ο λαός παράλληλα υμνείται ως το ιδανικό που πλήττεται και παραγνωρίζεται από το κράτος και τους θεσμούς, όπως ακριβώς και ο αγώνας του· «δεν τα κάνουν τα κράτη όσα γίνονται – τα πιο τρανά και θαυμαστά τα κάνουν μόνο οι λαοί». Το ίδιο πληγωμένη με τον λαό παρουσιάζεται το 1961 και η Δημοκρατία που παλεύει «με απαστράπτον το δόρυ της – ένα δόρυ ευγενείας» τη βία και την απάτη, αν και λίγα χρόνια αργότερα ο Σκαρίμπας απαντά σε έναν εν ενεργεία υπουργό φίλο του σχετικά με την κατάλυση της δημοκρατίας επί δικτατορίας ότι οι Έλληνες δεν τη στερήθηκαν – «δεν χάνει κανείς ό,τι δεν έχει».
Συχνά στο στόχαστρο του χρονογράφου Σκαρίμπα μπαίνει και η Εκκλησία ως θεσμός που, με τη δεσποτική νοοτροπία και τον εγωισμό του, παρεμβαίνει συντονιστικά όχι μόνο σε ζητήματα κρατικά και δημόσια, αλλά και στην ιδιωτική ζωή των ανθρώπων. Γράφει με αφορμή την απαγόρευση του καρναβαλιού από τον αρχιμανδρίτη Καντιώτη:
Γιατί το γέλιο, η χαρά (και υπάρχει τόση σπάνις αυτών… των ειδών) δεν συμβιβάζονται – λέει με την αξιοπρέπειαν και την χριστιανικήν αρετή. […] Απ’ αυτή τη ζωή ο θάνατος θα μας σώσει. Σιωπή λοιπόν και κατήφεια. Προσευχή και νηστεία.
Δεν παραλείπει να σχολιάσει επανειλημμένα τον «τεμαχισμό» της έννοιας της θεότητας από την αδυναμία των ανθρώπων να τη συλλάβουν ολοκληρωμένη και επικρίνει την εργαλειοποίηση της πίστης, την ανάγκη των ιερέων να μην εξαφανιστούν οι άδικοι και οι αμαρτωλοί –«από τους δίκαιους τι να φας;»–, με αποκορύφωμα τη «συνέντευξη» της «Παναγίας» στο ραδιόφωνο του Βατικανού: «Μπρος σ’ αυτήν την κατάντια των χαμοθεών της γης, τύφλα νάχει το από τις γύφτισσες ρίξιμο της μοίρας στην τεντωμένη παλάμη μας». Και σε αυτήν την περίπτωση τα συμφέροντα, η κοινωνική και εν προκειμένω θρησκευτική υποκρισία που σχετίζεται άμεσα με την εκμετάλλευση των πιστών, ο σκοταδισμός και η αμάθεια παρουσιάζονται ως οι παράγοντες που θολώνουν την κρίση του ανθρώπου και τον απομακρύνουν από την αλήθεια και την ουσία της θρησκείας. Δηλώνει μάλιστα πιστός της ύπαρξης του Θεού, ωστόσο όχι με την αόριστη διάσταση του δόγματος:
Ο λέγων ότι υπάρχει και ο λέγων ότι δεν υπάρχει, λένε αμφότεροι μιαν ανοησία… Υπάρχει και παραϋπάρχει ο Θεός, αλλά όχι σαν αφηρημένη έννοια των ισχυουσών θεολογιών, αλλά σαν επιστητή αλήθεια και διαπίστωση όπως παρδ. χάριν ότι η πέτρα –αφηνόμενη– πέφτει κατακόρυφα και δεν πάει του ύψου και άντε πιάστην!
Τη μεγαλύτερη εντύπωση, όμως, προκαλεί η συχνότατη παρουσία της γυναίκας στα χρονογραφήματα του Σκαρίμπα. Ενώ το 1944, στα πρώτα χρονογραφήματά του, τα δημοσιευμένα στα Ευβοϊκά Γράμματα, ο Σκαρίμπας φανερώνει με μια φανερή πικρία τη μόνο κατ’ επιφάνεια πρόοδο του γυναικείου φύλου σε σχέση με τη χειραφέτησή του, στα χρονογραφήματα της δεκαετίας του 1960 η εικόνα της γυναίκας στα μάτια του χρονογράφου κάθε άλλο παρά προοδευτική είναι. Ενώ επισημαίνει –πρωτοπόρος εδώ– το σύγχρονο σ’ εμάς γλωσσολογικό ζήτημα της «θυσίας» των θηλυκών καταλήξεων στα επίθετα και στα ουσιαστικά μπροστά στην υπερίσχυση των αρσενικών καταλήξεων, η «αφερωνυμία» ή «αρνησωνυμία», όπως ονομάζει ο ίδιος το φαινόμενο, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει τις σχέσεις και τους ρόλους των δύο φύλων ξεσήκωνε αντιδράσεις ακόμα και τότε. Η ανισότητα των δύο φύλων παρουσιάζεται ένας ψευτοπόλεμος προς όφελος της γυναίκας, η οποία με πλήθος αυταρχικών μέσων εκμεταλλεύεται τον άντρα-θύμα του μητριαρχικού καθεστώτος και της γυναικείας δυναστείας, η οποία είναι τόσο φυσική, δεδομένη και αόρατη όσο και ο φυσικός νόμος της βαρύτητας.
Από όλα αυτά που μόνο διαγραμματικά παρουσιάστηκαν, τουλάχιστον σε σχέση με τον αριθμό των κειμένων του και την επιμονή του ίδιου του Σκαρίμπα να επανέρχεται κάθε φορά αποκαλυπτικότερος στα ίδια ζητήματα, αντιλαμβανόμαστε πως τα χρονογραφήματα αποτελούν για τον ίδιο ένα μέσο δημόσιας τοποθέτησης για την ίδια τη ζωή και όσα την ορίζουν, απελευθερωμένος από τα στενότερα όρια του καλλιτεχνικού έργου, χωρίς, ωστόσο, να εγκαταλείπει τη λογοτεχνική σκευή και την υφολογικά και γλωσσικά μοναδική γραφή του. Πρόκειται, δηλαδή, για μια όχι τόσο φωτισμένη πτυχή της ομολογουμένως ηχηρής παρουσίας του στα ελληνικά γράμματα, η οποία, δεδομένου ότι πολλά από τα θέματα που τον απασχολούν στα χρονογραφήματά του διαπερνούν έστω και υπαινικτικά το λογοτεχνικό έργο του, ενώνει αόρατα την ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου και του λογοτέχνη Γιάννη Σκαρίμπα.
Προσθήκη νέου σχολίου