Ανεστραμμένη συναλληλία

Ανεστραμμένη συναλληλία

Νίκος Δαββέτας, Η Δεσμοφύλακας, Πατάκη, Αθήνα 2025, 144 σελ..

Η μητέρα του, που εργάστηκε ως δεσμοφύλακας στις φυλακές, βρίσκεται πια σε μια καμπή, πριν από το τέλος: πάσχει από Αλτσχάιμερ, χάνει την επαφή της με τις μνήμες της, κλείνεται σε μια ομίχλη του μυαλού της. Με το μέλλον δυσοίωνο και προδιαγεγραμμένο, ο συγγραφέας σκιαγραφεί το πένθος για την εν ζωή αγαπημένη – ένα πένθος για μια απώλεια που προηγείται του θανάτου της. Πώς είναι όμως όταν ο γιος γίνεται πατέρας και η μητέρα του μετατρέπεται σε κάτι σαν παιδί του, απόλυτα εξαρτημένη απ’ αυτόν; [ΤΒJ]

Mater semper certa est, etiamsi vulgo conceperit.

Pater vero is est quem nuptiae demonstrant

( Η μάνα είναι πάντα σίγουρη, έστω κι αν έπιασε το παιδί από κλεψιγαμία.

 Αντίθετα, ο πατέρας είναι αυτός που λέει το στεφανοχάρτι)

Πανδέκτης

Ο Ρολάν Μπαρτ έγραψε τα Ημερολόγια Πένθους  από τις 26 Οκτωβρίου 1977, την επομένη του θανάτου της μητέρας του, έως τις 15 Σεπτεμβρίου 1979, παρακολουθώντας τον οδυνηρό, βαθμιαίο αποχωρισμό από το πιο αγαπημένο πλάσμα στον κόσμο και καταγράφοντας τα στάδια της πένθιμης διαδικασίας. Σε μια ανεστραμμένη συναλληλία, Ο Νίκος Δαββέτας, ξεκινάει τη συγγραφή του δικού του βιβλίου Η Δεσμοφύλακας, μεταξύ του Ιουνίου 2022 και του Νοεμβρίου 2024, όπου και το ολοκληρώνει, σε αντίθεση με τον Ρολάν Μπαρτ, με την εκδημία της δικής του μητέρας. Ανεστραμμένη συναλληλία.

Αν η αιτία της γραφής και της καταγραφής του πένθους ήταν για τον Ρολάν Μπαρτ η αντίσταση στο σπαραγμό της λήθης, στο βαθμό που προαναγγέλλεται απόλυτη, για τον Νίκο Δαββέτα φαίνεται να είναι η εκμάθηση του αποχαιρετισμού:

Τώρα μου μαθαίνει πώς να την αποχαιρετήσω με τα μάτια στραμμένα στο έμβρυο που υπήρξα. (σ. 144)

Η μάνα, με την ιδιότητα της πάλαι ποτέ δεσμοφύλακα των φυλακών Αβέρωφ και Κορυδαλλού, βρίσκεται πια, σχήμα οξύμωρο, φυλακισμένη στην ομίχλη του μυαλού της, ως απόρροια της νόσου του Αλτσχάιμερ. Με το μέλλον δυσοίωνο και προδιαγεγραμμένο, ο συγγραφέας σκιαγραφεί το πένθος για την εν ζωή αγαπημένη, που ορίζεται στην αναζήτηση μνήμης, αντίστασης και επανασύστασης. Μέχρι το τέλος του βιβλίου του, ο Νίκος Δαββέτας συνεχίζει με διαφορετικές εκδοχές, στο πλέγμα ζωής και θανάτου, να σφυρηλατεί μία αποσπασματική και κατακερματισμένη αφήγηση με πληθώρα εσωτερικών μονολόγων.

Η αφήγησή του, προσχηματικά μονάχα γραμμική και πυκνά αυτοβιογραφική, επανεγγράφει με αβρότητα το πρόσωπο της μητέρας του μέσα από τη βιολογική και πνευματική έκπτωση, το γήρας και την αρρώστια. Το βιβλίο του Δαββέτα είναι ένα μωσαϊκό που μας ξανασυστήνει την πραγμάτευση των σχέσεων με τους γονείς στη λογοτεχνία – εδώ παρουσιάζοντας το πρόσωπο της μητέρας ως πάσχον από μία ασθένεια, θα λέγαμε επίκαιρη, μια ασθένεια που συναντούμε συχνά στην εποχή μας. Αν και το πάσχον σώμα αποτελεί κοινό μοτίβο σε ήρωες και πρόσωπα της λογοτεχνίας, το πάσχον μυαλό ως προάγγελος θανάτου προβάλλει συνεχώς την προοπτική του επικείμενου αποχωρισμού.

 

Το υπόρρητο πένθος

Ο λόγος ενός υπόρρητου πένθους που δεν εκπροσωπεί τους νεκρούς ούτε αποσκοπεί απαραίτητα στην πειθώ των ζωντανών διατηρείται στο ενδιάμεσο και διευκολύνει ένα είδος σύνδεσης με τους δύο κόσμους. Ξεπερνώντας την εκάστοτε περίσταση, είναι ο λόγος που τη στιγμή της εκφοράς του έχει επίγνωση της αδυναμίας του και, ωστόσο, επιθυμεί ένα είδος επικοινωνίας που δεν προϋποθέτει δίκτυα ισχυρών και αδυνάτων.[1]

Κατά την άποψη του Ζακ Ντεριντά,

το πένθος είναι μία εσωτερίκευση του άλλου. Το βίωμα του πένθους είναι φύλαξη, είναι ένα βίωμα πίστης, αλλά ισχύει και το αντίθετό του. Η αδυναμία να πενθήσει κανείς, να μη δεχτεί τη στέρηση του άλλου είναι κι αυτή μια μορφή πίστης: faire son deuil σημαίνει πενθώ, αλλά και αποστερούμαι, δέχομαι την στέρηση.

Αυτή η αμφισημία υποστηρίζεται από τον Ντεριντά. Εάν το πένθος και η αποδοχή της στέρησης, αλλά και το μη πένθος και η μη αποδοχή της στέρησης του «άλλου» συνιστά δύο μορφές πίστης και δύο μορφές απιστίας, αυτό που απομένει από τις αντιφάσεις είναι μια εμπειρία ανάμεσα στα δύο:

Δεν καταφέρνω να πενθήσω όλα όσα χάνω, γιατί θέλω να τα φυλάξω, και ταυτόχρονα το καλύτερο που κάνω είναι να πενθώ, να ζω την απώλεια, γιατί πενθώντας τη φυλάω μέσα μου. Πρόκειται για αυτή τη φοβερή μοίρα του πένθους, το μισό ή διπλό πένθος.[2]

Η ιδιαίτερη αυτή έκφραση του πένθους για τον ζώντα άνθρωπο περιγράφεται ιδιαίτερα τρυφερά στο βιβλίο του Νίκου Δαββέτα. Το έργο ρίχνει επιδέξια το φακό πάνω στη φαυλότητα της νόσου με την επανεγγραφή του τρόπου στάσης, μάθησης και βαδίσματος της πάσχουσας μητέρας. Το πάσχον μυαλό γεννά το πάσχον σώμα που οδεύει προς το θάνατο. Η ομίχλη της νόσου φαίνεται να κυριαρχεί παντοδύναμη:

Καθώς το μακρινό παρελθόν ζωντανεύει με απίστευτες λεπτομέρειες, ενώ το παρόν καταρρέει, θυμάται (τρόπος του λέγειν) τις καλύτερες μέρες της ζωής της, από την εφηβική άγνοια ώς την εξελισσόμενη άνοια. (σ. 43)

Αν και δεν αναφέρονται ξεκάθαρα οι σχέσεις μητέρας και γιου πριν από την περίοδο της ασθένειας, το έργο εστιάζει στη σχέση τους με τους νέους αντίστροφους ρόλους του γιου-πατέρα και της μητέρας-παιδιού – τους ρόλους που προέκυψαν μετά την ασθένεια. Παρά ταύτα, ο ομφάλιος λώρος που ενώνει τη μητέρα με το γιο αντανακλάται στην κληρονομικότητα της κανονικότητας, όπου η γυναίκα-μητέρα έχει κληροδοτήσει στο γιο της σχεδόν όλες τις παθήσεις της:

Αν και διαφορετικού φύλου, το έλκος στο στομάχι, το ευερέθιστο έντερο, η χαμηλή πίεση, ο φθαρμένος μηνίσκος, το νεύρωμα Μόρτον στο αριστερό πέλμα έκαναν μια δεύτερη καριέρα στο σώμα μου. Με προίκισε με τις ίδιες ελιές, τις ίδιες δυσχρωμίες. […] Το δέρμα είναι ο κοινός μας γεωφυσικός χάρτης. Αδύνατον να χαθούμε. (σ. 16)

Η κληρονομιά αυτή κάνει τον Νίκο  Δαββέτα δόκιμα να αναρωτιέται:

Και το μυαλό μου άραγε θα έχει τη μοίρα του μυαλού της; Θα μου κληροδοτήσει […] το ακούσιο φλερτ με τον δρα Αλτσχάιμερ; Δεν θα αναγνωρίζω κι εγώ το γιο μου, τους συγγραφείς που αγάπησα, τα βιβλία που έγραψα; (σ. 16)

Η μύχια αυτή σκέψη του Δαββέτα  μετουσιώνεται στο φόβο που εκφράζει στο τέλος του βιβλίου:

αν σταματήσω να επινοώ, φοβάμαι πως θα πεθάνω. (σ. 149)

 

Η γραφή, εξαγνισμός και καταφύγιο

Ευθύς εξαρχής το βιβλίο του Νίκου Δαββέτα για τη μητέρα του, ήδη από τις πρώτες αράδες,  προβάλλει το μητριαρχικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γαλουχήθηκε ο συγγραφέας: «Όταν εκείνη έλεγε ότι ήταν άντρας και γυναίκα μαζί, περισσότερο πατέρας παρά μητέρα, μάλλον το εννοούσε». Ωστόσο, η εργασιακή της σταδιοδρομία ως δεσμοφύλακας σε ένα επάγγελμα με γραμματική κατάληξη αρσενικού, οι επαφές της και η ανάπτυξη σχέσεων με τις απόκληρους και τις βαρυποινίτισσες επηρέασαν σε όλα τα επίπεδα τον συγγραφέα.

Η αίγλη της μητριαρχίας διαθλάται αποσπασματικά μέσα στα μικρά κεφάλαια του βιβλίου. Η εικόνα της μητέρας ως δεσμοφύλακα, αυστηρής, κάπως αυταρχικής και μάλλον απόμακρης, εγκλωβίζει σε κάθε περίπτωση το παιδί της τοποθετώντας το σε αδιεξόδους:

Θυμάμαι μαθητής να βγαίνω από το σπίτι  σχεδόν κάθε μισή ώρα. Καταλήγω πάντα στο γειτονικό πάρκο. Όταν πιάνουν τα κρύα, δυσκολεύομαι να καθίσω πάνω από ένα πεντάλεπτο. Το μόνο μέρος στο οποίο μπορώ να αμυνθώ, να απομονωθώ ασφαλής και αυτάρκης αισθάνομαι ότι είναι το μυθιστόρημα που διαβάζω.

Χωρίς ο ίδιος να το αναφέρει ξεκάθαρα, η σχέση με τη μητέρα του συγγραφέα καθορίζει ανεξίτηλα τη ζωή του – κι ως φαίνεται είναι η βασική αιτία για τη συστηματική ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία. Η έλλειψη αναφοράς στο πρόσωπο του πατέρα κατά την παιδική και την εφηβική ηλικία του συγγραφέα (και συμπρωταγωνιστή στη μυθοπλασία που ως αφηγητής εξιστορεί) αναδεικνύει ότι η αγωγή του έλαβε χώρα μέσα σ’ ένα μητριαρχικό, παρότι αυστηρό, περιβάλλον, που του δημιουργεί τάσεις φυγής. Το καταφύγιό του είναι πάντα η λογοτεχνία.

Αν και στη Δεσμοφύλακα πουθενά δεν αναφέρεται η ανάγκη του συγγραφέα να αφιερώσει στη μητέρα του ένα βιβλίο, αυτό προκύπτει πηγαία, όχι μόνο από μία προσχηματική αφιέρωση που η ίδια δεν θα διάβαζε ποτέ, αλλά από το ίδιο το βιβλίο. Μέσα από το βιβλίο αυτό, ο Νίκος Δαββέτας επανεγγράφει τη μητέρα του στο θυμικό του, πρωταγωνιστής πια κι ο ίδιος στη ζωή της, αφού αυτός είναι πια υπεύθυνος γι’ αυτή. Η μητέρα του, που έχει χάσει τη μνήμη της, έχει μετασχηματιστεί σε παιδί (στο παιδί του), αφού είναι πια υπεύθυνος για τη συντήρησή της και την αγωγή της, κι ως εκ τούτου έχει εξαγνιστεί από τα όποια γονικά της λάθη.

Λίγο πριν την οριστική έξοδο, με μεγαλοθυμία και σύνεση όλα συγχωρούνται.

 

[1] Jenny Edkins. Trauma and the Memory of Politics. Cabridge, Cambridge University Press. 2003, σ. 8-9

[2] Jacques Derrida. Συνομιλίες. Θεωρία και Κοινωνία, μτφρ. Μ. Ακτύπη - Δ. Γκινοσάκης. Επιμ. Μ. Καραχάλιος. Αθήνα: Πλέθρον. 1992, σ. 30.

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή