Από την αρχή της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, και στη συνέχεια με την έκρηξη της «Αγανάκτησης» και την κορύφωση του δημοψηφίσματος προσπαθώ να καταλάβω τα χαρακτηριστικά του αντιμνημονιακού μετώπου, της πλειονότητας δηλαδή του ελληνικού λαού (την υπολογίζω στο 60% με βάση την «αντισυστημική» έκφραση).
Άκουσα διάφορες απόψεις, σκέφτηκα και κάποια πράγματα, όμως πάντα ήταν αποσπασματικά.
Τελικά, έπειτα από μια πορεία καταγραφής έργων προς εκτέλεση τα οποία επηρέασαν διάφορες στρεβλώσεις, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η πλειονότητα αυτή συγκεντρώνει τους ανθρώπους που, αδυνατώντας να σχεδιάσουν και να εκτελέσουν ένα έργο, απορρίπτουν και την ανάγκη σχεδιασμού και οργάνωσης.
Πολλά έργα στη χώρα είναι προβληματικά επειδή η υλοποίηση τους έγινε έπειτα από αλλεπάλληλους επανασχεδιασμούς και τροποποιήσεις, που δεν προέκυψαν από κάποιον απροσδόκητο εξωτερικό παράγοντα αλλά από την παντελή απουσία σχεδιασμού. Με λίγα λόγια, ξεκινά ένα έργο, στην πορεία προστίθενται νέες απαιτήσεις και, εντέλει, υπάρχει προβληματική υλοποίηση.
Στα περισσότερα έργα, όμως, η οργάνωση είναι πιο σημαντική από τη βασική ιδέα της υλοποίησης. Γι’ αυτό άλλωστε σε αυτό κυρίως εστιάζει η αρχιτεκτονική υπολογιστών. Δεν συζητώ για τη σημασία της οργάνωσης πρώτων υλών στη βιομηχανική παραγωγή.
***
Δεν ισχυρίζομαι ότι το μειοψηφικό 40%, που δεν συγκαταλέγεται στο παράδειγμα το οποίο περιέγραψα, το συγκροτούν οι τέλειοι. Απλώς, ο κόσμος αυτός αναγνωρίζει την αξία της οργάνωσης και του σχεδιασμού.
Η θολότητα που επιφέρει η έλλειψη σχεδιασμού και οργάνωσης αφήνει, προφανώς, πολλά περιθώρια για διαφόρων ειδών λαθροχειρίες, από την καταπάτηση εκτάσεων, τη δημιουργία νέων αγορών (π.χ. πετρέλαιο για την παραγωγή ρεύματος στα νησιά) – και πολλές μικρότερες.
Η έλλειψη σχεδιασμού, δηλαδή, είτε είναι σκόπιμη και επικερδής είτε εν γένει απορρέει από την απειθαρχία και την αμφισβήτηση κανόνων. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά των δύο μετώπων.
Προσθήκη νέου σχολίου