Λογοτεχνία και λεπιδόπτερα

Λογοτεχνία και λεπιδόπτερα

Έβγαλε τα γυαλιά του, τα ακούμπησε στο γραφείο του και, ικανοποιημένος από την πρόοδο της εργασίας του, αποφάσισε να χαρίσει στον εαυτό του λίγες στιγμές χαλάρωσης. Παραμέρισε το κουτί με τις κάρτες αρχειοθέτησης που έφερε την ετικέτα Λολίτα και ανέσυρε από το κάτω συρτάρι του γραφείου του την πινακίδα από φελλό με τις καρφιτσωμένες πεταλούδες πάνω της. Χαμογελώντας στη σκέψη ότι η ανθρώπινη ψυχή –το αντικείμενό του ως συγγραφέα– μοιράζεται την ίδια λέξη στην αρχαία ελληνική γλώσσα με τις πεταλούδες, ξαναφόρεσε τα γυαλιά του κι έστρεψε τον μεγεθυντικό φακό του στη λεπτεπίλεπτη καλλονή με τα ιριδίζοντα φτερά που κρατούσε η λαβίδα του.

Βρισκόταν ήδη περισσότερο από δέκα χρόνια στην Αμερική έχοντας ξεφύγει από διαδοχικούς ολοκληρωτισμούς: αυτόν που ανάγκασε την οικογένειά του να εκπατριστεί από τη Ρωσία το 1919 και αυτόν που τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει πρώτα το Βερολίνο και ύστερα το Παρίσι, προκειμένου να μην εκθέσει σε κίνδυνο την εβραϊκής καταγωγής σύζυγό του και τον ίδιο, ως πολιτικό  πρόσφυγα, από την επικείμενη εισβολή των ναζί.

Κι όμως, η έναρξη της αμερικανικής περιόδου του, καρπός της οποίας ήταν η Λολίτα –το πιο διάσημο έργο του–, μόνον αμιγώς λογοτεχνική δεν ήταν: Εργαζόταν ως επιμελητής Λεπιδοπτέρων[1] στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Νέας Υόρκης και στο διάστημα της εργασίας του είχε αναγνωρίσει μερικά νέα είδη. Το 1945, μάλιστα είχε προτείνει μια εξελικτική υπόθεση για τη μετανάστευση του γένους Polyomatus στην Αμερικανική Ήπειρο, από την Ασία, που είχε αγνοηθεί – ως προϊόν ενός έμπνευσης ενός ευφάνταστου ερασιτέχνη, αλλά επιβεβαιώθηκε με μεθόδους αλληλούχισης γονιδιώματος, εξήντα χρόνια αργότερα.

Ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ δεν συνήθιζε να γράφει σε τετράδιο ή με γραφομηχανή. Για κάθε μυθιστόρημά του κρατούσε σημειώσεις διαλόγων, σκηνών και τοπίων πάνω σε κάρτες αρχειοθέτησης. Κι όταν ερχόταν η ώρα της υπαγόρευσης στη σύζυγό του Βέρα, τη δακτυλογράφο των μυθιστορημάτων του, άλλαζε τη σειρά των καρτών, μέχρι να οριστικοποιήσει τη θέση καθεμιάς στην αφηγηματική ροή στην οποία είχε καταλήξει.

Μερικά χρόνια αργότερα, ο συντάκτης ενός λογοτεχνικού περιοδικού τον είχε ρωτήσει: «Εκτός από το να γράφετε μυθιστορήματα, τι σας αρέσει να κάνετε περισσότερο;». Κι ο Ναμπόκοφ είχε, χωρίς περιστροφές, απαντήσει: «Η απόλαυση και οι απολαβές της λογοτεχνικής έμπνευσης δεν είναι τίποτε μπροστά στη χαρά της ανακάλυψης με το μικροσκόπιο ενός οργάνου μιας πεταλούδας, ή ενός αγνώστου είδους σε μια βουνοπλαγιά του Ιράν ή του Περού. Δεν είναι απίθανο ότι, αν δεν είχε γίνει επανάσταση στη Ρωσία, θα είχα αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στη μελέτη των λεπιδοπτέρων και δεν θα είχα γράψει ποτέ κανένα μυθιστόρημα».

Και ο συντάκτης πρέπει να αιφνιδιάστηκε. Είχε απέναντί του έναν από τους μεγαλύτερους στυλίστες της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα· κι εκείνος, αντί να του εκθειάσει το λογοτεχνικό έργο του, να πιθανολογεί ότι το έργο αυτό ίσως να μην ήταν παρά ένα ατύχημα της Ιστορίας… 

Και να ήταν μόνο αυτό; Πώς ήταν δυνατόν να αντιπαραβάλει την τέχνη με την επιστήμη ο άνθρωπος που ήταν το ζωντανό επιχείρημα ότι οι δυο μεγάλες αυτές επικράτειες της ανθρώπινης κατανόησης δεν ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση;

Ίσως την άκρη του μίτου στις απαντήσεις των ερωτημάτων αυτών να τη δίνει ο Θεοδόσιος Ντομπζάνσκι, ένας σύγχρονος, εκπατρισμένος επίσης, συμπατριώτης τού Ναμπόκοφ. Ο Ντομπζάνσκι είχε ξεκινήσει την επιστημονική καριέρα του –η οποία συνέβαλε στη θεμελίωση της σύγχρονης αντίληψης για την εξέλιξη– ως παθιασμένος, κι αυτός, συλλέκτης πεταλούδων. Τον ενδιέφερε το επιστημονικό έργο του Ναμπόκοφ και είχαν, μάλιστα, ανταλλάξει μερικές επιστολές σχετικές με τη μιμικρία[2] των εντόμων. Δεν είναι γνωστό, αν η επικοινωνία τους επεκτάθηκε, ποτέ, στις σχέσεις επιστήμης και λογοτεχνίας, καθώς ο Ντομπζάνσκι, που αγαπούσε τη λογοτεχνία, με το έργο του δεν επηρέασε μόνο την εξελικτική σκέψη. Άφησε πίσω του και ένα γοητευτικό  δείγμα επιστημονικής πρόζας στην αγγλική γλώσσα.

Ο Ντομπζάνσκι, σε ένα μνημειώδες άρθρο του, έγραφε:

Κοιταγμένη υπό το φως της εξέλιξης, η βιολογία είναι πιθανότατα από διανοητική άποψη η επιστήμη που ικανοποιεί και εμπνέει περισσότερο από κάθε άλλη. Ωστόσο, χωρίς το φως της εξέλιξης μετατρέπεται σε έναν σωρό από διάφορα γεγονότα μερικά από τα οποία μπορεί να είναι ενδιαφέροντα ή αξιοπερίεργα· δεν συνθέτουν όμως κάποια αξιόλογη, συνολικά, εικόνα.

Ίσως λοιπόν αυτή η  διαδικασία ένταξης και νοηματοδότησης να αποτελεί το κοινό έδαφος στο οποίο συνδυάζονταν τα δυο πάθη του Ναμπόκοφ. Όπως μια σκηνή ή ένας διάλογος φωτίζεται διαφορετικά όταν βρει τη θέση του μέσα στην αφηγηματική ακολουθία ενός μυθιστορήματος, έτσι και μια πεταλούδα αποκτά ένα νόημα –κι ένα όνομα, τις σπάνιες φορές που ήταν νέο είδος– όταν ενταχθεί στο πλαίσιο της Φυσικής Ιστορίας της.

Ο Ναμπόκοφ στα έπεα και στα πτερόεντά του, δεν έκανε κάτι διαφορετικό: συνέλεγε, παρατηρούσε και τοποθετούσε. Και μέσα από αυτήν την πράξη ταξιθέτησης –είτε λέξεων είτε οργανισμών– αποκάλυπτε τη συνοχή. Κι εκείνο που πάντοτε υπήρχε, αλλά δεν είχε ακόμη ειπωθεί.

  

[1] Λεπιδόπτερα: τάξη εντόμων που περιλαμβάνει τις πεταλούδες και τους σκώρους.

[2] Μιμικρία. Η εξωτερική ομοιότητα του οργανισμού ενός είδους με τον οργανισμό ενός άλλου είδους, με την οποία εξαπατά τον θηρευτή του. Η ομοιότητα αυτή είναι προϊόν εξέλιξης. Δεν έχει δηλαδή προκύψει για να παρέχει προστασία, αλλά παρέχει προστασία επειδή έχει προκύψει, χάρη στη διαδικασία της Φυσικής Επιλογής.

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή