Κάποιες φορές πρέπει να μάθουμε ότι δεν αρκεί να απολογείται η πολιτική. Οφείλει να ντρέπεται και η κοινωνία. Διότι αν ο «λαός» και το «λαϊκό» μετατρέπονται σε απόλυτες ηθικές αρχές, τότε κάτι πολύ σοβαρό έχουμε μετρήσει λάθος.
Η κρίση που άλλαξε την Ελλάδα αποδόθηκε επί χρόνια σε εύκολους στόχους. Στη διαφθορά, η οποία εμφανιζόταν περίπου ως ένα φαινόμενο χωρίς κοινωνικούς αποδέκτες. Στους πολιτικούς γενικώς και αορίστως. Στο περίφημο «μαζί τα φάγαμε», που προκάλεσε οργή κυρίως λόγω της λέξης «μαζί», επειδή αφορούσε ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Έτσι προτιμήσαμε να δαιμονοποιήσουμε συλλήβδην την πολιτική και τους πολιτικούς, αποφεύγοντας να εξετάσουμε τις δικές μας ευθύνες.
Για δεκαετίες οικοδομήθηκε και υπηρετήθηκε ευλαβικά ως κατ’ εξοχήν λαϊκό αίτημα μια κουλτούρα προνομίων. Ο δημόσιος υπάλληλος που διορίστηκε μέσω κομματικών μηχανισμών, που έφευγε νωρίς από την υπηρεσία για προσωπικές υποχρεώσεις, που ασκούσε παράλληλα δεύτερο επάγγελμα, που αξιοποιούσε τη θέση του για να εξασφαλίζει πελατεία δεν θεωρούσε τον εαυτό του μέρος του προβλήματος. Όταν το σύστημα αυτό άρχισε να καταρρέει, δεν στράφηκε εναντίον των δικών του επιλογών. Στράφηκε εναντίον εκείνων που του στέρησαν τις διευκολύνσεις τις οποίες είχε συνηθίσει.
Δεκαπέντε χρόνια μετά, οι νοοτροπίες αυτές παρήγαγαν μια νέα πολιτική πραγματικότητα. Από τον Λεβέντη μέχρι τον Τσίπρα, από τον Κασιδιάρη έως την Κωνσταντοπούλου, από τον Ανδρουλάκη μέχρι την Καρυστιανού, από τον κουκουεδισμό έως τον βελοπουλισμό και κάθε άλλη εκδοχή της μόνιμης αγανάκτησης, αναδύθηκε μια εποχή όπου το μέτριο αναγορεύτηκε σε αρετή και το πρόχειρο σε πολιτική πρόταση.
Η κοινωνία έπαψε να αναζητά το καλύτερο και άρχισε να υποψιάζεται κάθε μορφή υπεροχής. Η αριστεία παρουσιάστηκε ως ελάττωμα χαρακτήρα. Η γνώση βαφτίστηκε ελιτισμός. Η εμπειρία θεωρήθηκε ύποπτη. Η σοβαρότητα έγινε αντικείμενο χλευασμού. Στη θέση της αξιολόγησης εγκαταστάθηκε η κραυγή, στη θέση της επάρκειας η καταγγελία και στη θέση του επιχειρήματος η συνωμοσιολογία.
Έτσι διαμορφώθηκε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική επιβράβευση δεν συνδεόταν με την ικανότητα να λύνεις προβλήματα, αλλά με την ικανότητα να εκφράζεις θυμό. Η αγανάκτηση μετατράπηκε σε επάγγελμα, η καταγγελία σε πολιτικό πρόγραμμα και η αφασία σε πεδίο λαμπρής σταδιοδρομίας και δημόσιας δόξας.
Η μεταπολίτευση πέτυχε πολλά. Έδωσε ελευθερίες, ευημερία, κοινωνική κινητικότητα και ευκαιρίες σε ανθρώπους που οι προηγούμενες γενιές δεν θα μπορούσαν καν να φανταστούν. Ένα μέρος όμως αυτής της επιτυχίας γέννησε και μια επικίνδυνη αυταρέσκεια. Πολλοί έμαθαν να θεωρούν τα πάντα δικαιώματα και τίποτε κατάκτηση. Η εργασία έγινε εκμετάλλευση. Η ευημερία θεωρήθηκε αυτονόητη. Η ελευθερία αντιμετωπίστηκε ως εργαλείο χωρίς ευθύνη.
Το δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015 υπήρξε ίσως η πιο καθαρή και επικίνδυνη στιγμή αυτής της νοοτροπίας. Για πρώτη φορά μετά τη Μεταπολίτευση, η χώρα βρέθηκε τόσο κοντά σε μια απόφαση που θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά και πιθανόν ανεπανόρθωτα την πορεία της. Το αποτέλεσμα 62% έναντι 38% δεν ήταν μια απλή διαφωνία για ένα μνημόνιο. Ήταν η σύγκρουση δύο αντιλήψεων για την πραγματικότητα.
Από τη μία πλευρά βρισκόταν η πεποίθηση ότι η Ελλάδα μπορούσε να αγνοήσει οικονομικούς συσχετισμούς, διεθνείς δεσμεύσεις και γεωπολιτικές ισορροπίες χωρίς κόστος. Ότι αρκούσε η πολιτική βούληση, η διαπραγματευτική «μαγκιά» ή η αίσθηση μιας ηθικής ανωτερότητας για να λυθούν προβλήματα δεκαετιών. Από την άλλη βρισκόταν η αντίληψη ότι οι κοινωνίες, όσο δίκαια παράπονα κι αν έχουν, παραμένουν υποχρεωμένες να λειτουργούν μέσα στον κόσμο όπως είναι και όχι όπως θα ήθελαν να είναι.
Σήμερα πολλοί έχουν ξεχάσει πόσο κοντά έφτασε η χώρα στην οικονομική και θεσμική περιπέτεια. Ξεχνούν τις κλειστές τράπεζες, τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων, την αβεβαιότητα για το νόμισμα, τη διεθνή απομόνωση που διαγραφόταν στον ορίζοντα. Ξεχνούν ότι η Ελλάδα βρέθηκε στο τσακ πριν από μια ιστορική ρήξη με απρόβλεπτες συνέπειες για το βιοτικό επίπεδο, τις αποταμιεύσεις, τη διεθνή θέση και την ίδια τη εθνική υπόσταση της χώρας.
Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι το 62% δεν εξαφανίστηκε όταν έκλεισαν οι κάλπες. Παραμένει ως νοοτροπία. Είναι η διαρκής προσδοκία ότι η πραγματικότητα οφείλει να προσαρμοστεί στις επιθυμίες μας. Είναι η άρνηση του κόστους, η δυσπιστία προς κάθε μορφή ευθύνης, η πεποίθηση ότι κάποιος άλλος φταίει πάντοτε για όσα μας συμβαίνουν. Και όσο αυτή η νοοτροπία παραμένει ισχυρή, η χώρα θα συνεχίζει να παράγει τους πολιτικούς που της μοιάζουν.
Στο μεταξύ, η κοινωνία αναδείκνυε ως πολιτικούς πρωταγωνιστές ανθρώπους που υπόσχονταν εύκολες λύσεις, εύκολους εχθρούς και εύκολες δικαιώσεις. Ανθρώπους που εμπορεύονταν τον θυμό, την αγανάκτηση και το πένθος. Ανθρώπους που κατήγγελλαν τις ελίτ ενώ ταυτόχρονα οικοδομούσαν τις δικές τους μικρές ελίτ επιρροής και εξουσίας.
Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι όσοι εμφανίστηκαν ως φορείς του περίφημου «ηθικού πλεονεκτήματος» κατέληξαν να παράγουν τις πιο κυνικές μορφές πολιτικής συναλλαγής. Η πρόσφατη διάλυση πολιτικών σχηματισμών που οικοδομήθηκαν πάνω στην ηθική ανωτερότητα αποκαλύπτει ακριβώς αυτό: πίσω από τη ρητορική περί νέας πολιτικής κρύβονταν οι ίδιες παλιές ανθρώπινες αδυναμίες, συχνά σε πιο ακραία μορφή.
Γι' αυτό ίσως έχει έρθει η στιγμή να σταματήσουμε να αναζητούμε διαρκώς σκοτεινά κέντρα, αόρατα συστήματα και μυστηριώδεις μηχανισμούς. Οι δυνάμεις που απειλούν τη σοβαρότητα της δημόσιας ζωής δεν κρύβονται πλέον. Βρίσκονται μπροστά μας, μιλούν καθημερινά, διεκδικούν εξουσία και διακηρύσσουν ανοιχτά τις προθέσεις τους.
Το πολιτικό σκηνικό είναι σήμερα πιο καθαρό από ποτέ. Η ευθύνη δεν μπορεί να αποδίδεται διαρκώς σε αόρατες δυνάμεις ή σε κάποιο απρόσωπο «σύστημα». Το πραγματικό σύστημα είναι οι κοινωνικές νοοτροπίες που επιβραβεύουν τον λαϊκισμό, την ευκολία, την ανευθυνότητα και την περιφρόνηση της γνώσης. Είναι οι ίδιες νοοτροπίες που ανέδειξαν πρόσωπα κάθε πολιτικής απόχρωσης τα οποία έμαθαν να ζουν από την εμπορία της οργής.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι βαθύτερο. Όλα αυτά τα πρόσωπα τα βάλαμε εμείς στη δημόσια ζωή. Όλα αυτά τα πρόσωπα τα αφήσαμε να καθορίσουν τον δημόσιο διάλογο. Σε μια κοινωνία που έχει αποδυναμώσει την κριτική της ικανότητα, που δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τη γνώση από το σύνθημα και το επιχείρημα από την κραυγή, οι πολιτικοί δεν είναι παρά η αντανάκλαση του συλλογικού καθρέφτη.
Και όσο αρνούμαστε να κοιταχτούμε σε αυτόν τον καθρέφτη, τόσο θα συνεχίζουμε να αναζητούμε αλλού τις ευθύνες για επιλογές που, στην πραγματικότητα, είναι δικές μας. Η δημοκρατία δεν παράγει αγγέλους ούτε δαίμονες. Παράγει, σχεδόν πάντοτε, μια πολιτική τάξη που μοιάζει επικίνδυνα με την κοινωνία που την εκλέγει. Και αυτή είναι ίσως η πιο άβολη αλήθεια της Μεταπολίτευσης.
Προσθήκη νέου σχολίου