The Books' Journal - Το περιοδικό των βιβλίων
Sign In
The Books' Journal - Το περιοδικό των βιβλίων
  • Editorials
  • Κριτικές
    • Κοινωνία
    • Ιστορία
    • Λογοτεχνία
    • Θετικές Επιστήμες
    • Φιλοσοφία
    • Ποίηση
    • Γλώσσα
    • Comics
    • Πολιτική
  • Ποιήματα
  • Πεζογραφία
  • Διάλογος
  • Παρεμβάσεις
  • Συνεντεύξεις
  • Στήλες
    • Γλωσσίδια
    • Μικροϊστορίες
    • Τελευταια Έξοδος
    • Συμπτώσεις
    • Διπλά Βιβλία
    • Ομηρικά
    • Duck Soup
    • Εις Μνήμην
    • Λόγια Της Πλώρης
    • Ημερολόγιο Γεφύρας
    • Αλφαβητάριο
    • Ημερολόγιο Πανδημίας
    • Πήρα το γράμμα σου
  • Blog
  • Τεύχη
  • Συνδρομές

Ημερολόγιο Γεφύρας

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 15 Μαρτίου 2016

«Είμαστε Έλληνες αριστεροί. Μαρξιστές-λενινιστές. Σαφή πολιτικό στόχο έχουμε την ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, των αντιλαϊκών κυβερνήσεων και του κεφάλαιου σε ΕΕ, Λατινική Αμερική, Ασία, Άπω Ανατολή και αλλού, με άξονα και πυρήνα την Ελλάδα του αγώνα και της θυσίας — την κατάργηση των  καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και των αντιδραστικών πυρήνων παντού, με μπροστάρη τον αδούλωτο ελληνικό Λαό — την ήττα και την ανατροπή της άρχουσας τάξης και του διεθνοκαπιταλιστικοϊμπεριαλιστικού μπλοκ σαν διαρκή επιδίωξη αξιοπρέπειας του ελληνικού Έθνους, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για μια κοινωνία όπου ο πλούτος και η εξουσία θα είναι σταθερά στα χέρια του μετώπου των εργαζομένων και του λαϊκού αγωνιστικού κινήματος και θα μοιράζονται στον καθένα ανάλογα με τις υπηρεσίες του και τη δουλιά του. Όπλα μας, ό,τι διαθέτει το απλόχερο σήμερα. Η πίεση της Χώρας στην ΕΕ είναι βέλος στη φαρέτρα μας και θα τη σφυροκοπάμε με αυτό όπου τη βρούμε. Κανείς Ευρωπαίος ηγέτης, κανείς Ευρωπαίος καπιταλιστής κανένας δανειστής και κανένα τσιράκι τους δεν πρέπει να κοιμάται ήσυχος. Η αίσθηση των κλειστών συνόρων που θα τους οδηγεί σε γαλήνιο ύπνο είναι έξω από τις στοχεύσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης. Κανείς δεν θα κοιμάται αμέριμνος όσο πολεμάμε τον καπιταλισμό με κάθε μέσο, με αρχική στόχευση την αξιολόγηση από τους θεσμούς. Η ταλαιπωρία των αθώων στα στρατόπεδα του εχθρού, στις Ειδομένες του καημού, λίπασμα στον αγώνα όπου διατηρούμαστε στοχοπροσηλωμένοι. Κι αν έχουμε και νεκρούς πρόσφυγες στην πορεία του αγώνα, στ’ αρχίδια μας».

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 15 Μαρτίου 2016

Δύο ιστορίες με τον Αρσέν, η μία με κάποιους Έλληνες, η άλλη με μια ξένη. [§] Στη Σελίδα του, που απευθύνεται κυρίως σε παιδιά, σε γονείς μικρών παιδιών και σε ανθρώπους που αγαπούν τα κατοικίδια, 6.000 άνθρωποι που διασκεδάζουν και γελάνε με τα καμώματά του —και που έχουν συστήσει, πάρα πολλοί από αυτούς, και μία μεγάλη παρέα, πράγμα καταπληκτικό— αφήνουν, άλλος λίγο άλλος πολύ, ωραία σχόλια κάτω από τα στάτους, χιουμοριστικά, πνευματώδη ή απλώς αγαπησιάρικα. Ένα κι ένα. Κατά καιρούς υπάρχουν και εξαιρέσεις, μάλλον γραφικές, από ανθρώπους με λίγο σκοτεινές ψυχοσυνθέσεις, που πετάνε ακατανόητα πράγματα περί φιλοζώων κλπ., αλλά δεν πειράζει. Αλλά εχθές, όταν ο Αρσέν ανέβασε μία φωτογραφία αγκαλιά με τον Μπουτάρη, που τυχαίνει να είναι και γείτονας, είχαμε μπαράζ επιθέσεων και (κλασικής) κοπρολαλίας. Φαντάζεται κανείς το περιεχόμενο του βόθρου: «αυτος δεν είνε δημαρχος τουρκοσπορος είνε μπεκρης ουστ ρουφα τα ουισκια σου σκατα στο ταφω σου αλήτη μπινέ βρωμοεβρεε» και πολλά τέτοια. Πολλά τέτοια, σε μία παιδική Σελίδα, στο Facebook. Που, αν μη τι άλλο, εμφανίζεται στην timelineσου αν της έχεις κάνει like, αν επέλεξες να τη βλέπεις — πράγμα που μας θυμίζει ότι το να είσαι φιλόζωος δεν αποκλείει το να είσαι και ζώον. Εν πάση περιπτώσει, καθόμασταν από πάνω όλη τη μέρα, λες και δεν είχαμε δουλειά άλλη, για να εντοπίζουμε και να σβήνουμε τις πυώδεις ασυναρτησίες των ανθυποκάφρων, να μην τις βλέπουν οι φυσιολογικοί φίλοι της Σελίδας και στενοχωριούνται. Αυτή είναι η μία ιστορία. Κι αυτή είναι η άλλη: [§] Ο Αρσέν δεν είναι πολύ κοινωνικός, αν και ενδεχομένως θέλει να γίνει. Είναι λιγάκι δειλός, και πολύ ντροπαλός, και προσπαθούμε όσο γίνεται να βλέπει άλλα σκυλιά, να μυρίζονται κλπ., μπας και κοινωνικοποιηθεί κι αυτός κάποια φορά, πράγμα λογικά καλό για τον ίδιο. Έτσι, όποιο σκυλί βλέπουμε, και απέναντι να είναι, περνάμε τον δρόμο και το πλησιάζουμε. Αν γαβγίσει, ο Αρσέν υποχωρεί και συνεχίζει τον δρόμο του, δήθεν ότι δεν συνέβη και τίποτα, όλα καλά, οπότε συνεχίζουμε αμέριμνοι την περιπολία μας στη γειτονιά να ελέγξουμε εάν όλα βαίνουν καλώς. Αν τυχόν, πάλι, του «επιτεθεί» με αγάπη και με όρεξη για παιχνίδια, ο Αρσέν πάλι υποχωρεί — δεν του αρέσουν οι διαχύσεις, προτιμά την ψιλή κουβέντα. Και φοβάται μη φάει καμία από καμιά χοντρή πατούσα. Αν πάλι είναι και ο άλλος φοβητσιάρης, ανταλλάσσουν για λίγο τους φόβους και την αμηχανία τους, κυρίως κολλώντας —για μερικά δευτερόλεπτα, και πολύ λέω— τις μύτες τους. Είδαμε λοιπόν χθες ένα καινούριο σκυλί στη γειτονιά, ένα από αυτά τα κοντοστούπικα με τα πολλά μαλλιά — δεν ξέρω τις ράτσες. Χαριτωμένο ήταν. Το έβγαζε βόλτα μία γυναίκα γύρω στα εξήντα με εξήντα πέντε, ωραία πολύ και χαμογελαστή, καλοκαμωμένη και με όρεξη. Το μαλλιαρό σκυλί αποδείχτηκε φοβητσιάρικο, οπότε ταίριαξαν τα χνότα του με τον Αρσέν. Με ρώτησε πώς τον λένε, και είχε ξενική προφορά, βαριά κάπως και περίεργη. Μόνο τότε πρόσεξα και τα χαρακτηριστικά της, που έδειχναν Ανατολή — δεν ξέρω ποια Ανατολή βέβαια, αλλά μέσα μου σχηματίστηκε η (παλιά, δυστυχώς) λέξη Περσία. «Αρσέν», της είπα. «Α!» έκανε. «Αρσέν Λουπέν;» «Ε ναι», είπα, «ναι, επιτέλους! Οι περισσότεροι νομίζουν πως τον λένε “Αρσένη”, και δεν καταλαβαίνουν τι τους λέω ακόμη και όταν τούς διορθώνω. Συνεχίζουν να τον φωνάζουν “Αρσένη”. Για όνομα του Θεού». Η Περσίδα γέλασε. Δεν φορούσε ωραία ρούχα, πρόσεξα τότε, αλλά τα φορούσε πολύ ωραία. «Κι όμως ήταν πολύ καλός λαϊκός συγγραφέας ο Leblanc», μου είπε, διαλέγοντας αργά-αργά και προσεκτικά τις λέξεις, και καταχάρηκα. «Ναι», της είπα, «ωραίες εποχές. Το δικό σας; Πώς το λένε;» Εκείνη τη στιγμή τα δυο δειλά σκυλάκια ξεκολλούσαν τις μύτες τους και οπισθοχωρούσαν το καθένα στα πόδια μας. «Maya», μου είπε η κομψή κυρία. «Μάγια! Ωραίο! Από τη Μάγια τη Μέλισσα;» «Από τη Maya Angelou».

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 14 Μαρτίου 2016

Εννιά με δέκα χιλιάδες το κεφάλι παζαρεύει να τσεπώσει η χυδαία Ελλάς από τους διαχειριστές των ανθρωπιστικών κρίσεων. Ας πάρει και εκατό χιλιάδες ανά πρόσφυγα. Ας πάρει όσα μπορούν να δοθούν. Ας πάρει τα πάντα. Αρκεί να μην πάει από αυτή τη βοήθεια ούτε σεντς στην κεντρική κυβέρνηση: αν τυχόν το πάρει, θα καταφέρει να βρομίσει ακόμη κι αυτό το ιερό σεντς, πριν το γλιστρήσει στις τσέπες τού κάθε Καρανίκα και του κάθε ακροδεξιού Χωνιού. Ας γίνει για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά χρηστή διαχείριση των χρημάτων, για τη δημιουργία και τη λειτουργία, όχι για σήμερα αλλά σε βάθος χρόνου, κλειστών δομών πραγματικής φιλοξενίας, όπου ο κόσμος θα ζει υπό μη νεολιθικές, βάρβαρες, τύπου γκουλάγκ συνθήκες, αλλά σαν άνθρωποι. Και, πάνω απ’ όλα: ας δοθούν τα χρήματα, ναι, να δοθούν αύριο κιόλας, κι ας έρθουν ξένοι να διευθύνουν αυτά τα κέντρα — από οποιαδήποτε χώρα του πλανήτη, υπάρχουν περί τις διακόσιες. Ας επιλεγούν δυο-τρεις με κλήρο. [§] (Στο μεταξύ, τα κοράκια πετούν ανεχόρταγα πάνω από την Ειδομένη. Κι έχουν όλα τους ονοματεπώνυμο. Και το πιο γελαστό, κι αυτό που μαζί κλαίει και πιο καλά, όλοι έχουν μάθει και το φωνάζουν Αλέξη).

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 12 Μαρτίου 2016

Έξω από τη φρίκη του καταυλισμού των 15.000 ξεριζωμένων της Ειδομένης, που, εξαιτίας της ιδεολογίας αρπακτικού τού ΣΥΡΙΖΑ, ζουν και δεν έχουν γίνει ακόμη έρμαια μιας αστραπιαίας επιδημίας χάρη και μόνο στις ΜΚΟ, στους εθελοντές και στη βροχή (η ζέστη θα τους αποδεκάτιζε), ψάχνοντας στο ίδιο το χωριό καμιά παρέα ντόπιους για να συζητήσουμε μαζί τους και να τους ακούσουμε, αλλά μη βρίσκοντας τελικώς κανέναν, είδαμε μετά από μια στροφή μία διαφορετική οικογένεια προσφύγων. Κάθονταν —πατέρας, μητέρα, παιδί— κάτω από ένα υπόστεγο, ο ένας κολλητά στον άλλο, με τα χέρια στα γόνατα, όπως πόζαραν πολύ παλιά οι άνθρωποι για να βγουν φωτογραφία. Ήταν μόνοι, μακριά από τις σκηνές και τις φωτιές με τα τηγάνια, μακριά από τις ουρές και τα σάντουιτς που μοίραζαν χαμογελαστοί χιλιοταλαιπωρημένοι συνταξιούχοι από διάφορες μεριές της γης, μακριά από τα αυτοσχέδια μικροσκοπικά παζάρια και τις περικυλωμένες από λάσπη τουαλέτες, μακριά από την οχλοβοή, τη φασαρία, τις συζητήσεις, τις ζυμώσεις, τα κλάματα και τις πνιγμένες διαμαρτυρίες. Απλώς κάθονταν, αμίλητοι, μόνοι τους στο χωριό, κάτω από το στενό μπαλκόνι ή ό,τι ήταν, σε κάτι σαν πεζούλι, με τα χέρια πάνω στα γόνατα. Μπροστά τους και γύρω τους ψιχάλιζε. Περάσαμε από μπροστά τους με το αυτοκίνητο και μας κοίταξαν στα μάτια και οι τρεις (αργότερα θα επιμέναμε πως κοίταζαν τον καθένα μας ξεχωριστά, εμάς μόνο και όχι τους υπόλοιπους), κι αμέσως κατεβάσαμε τις μηχανές και τα κινητά, και πήραμε ακόμα και το βλέμμα μας από πάνω τους και στραφήκαμε όλοι μπροστά, σαν να είχαμε δει κάτι πολύ ιδιωτικό, ή πολύ ιερό. Ο Η. είπε, «Είναι και άνθρωποι που δεν αντέχουν τον συνωστισμό, δεν μπορούν το πλήθος, ασφυκτιούν». Και είχε δίκιο. Δεν ξέρω —πού να ξέρω— τι θα απογίνει αυτή η οικογένεια που κρατιόταν μακριά και μόνη, δεν ξέρω αν θα επαναπατριστούν (τι λέξη…) ή αν θα μπουν σε ένα κέντρο κράτησης, δεν ξέρω αν θα αποδράσουν ποτέ από την Ελλάδα, δεν ξέρω αν θα στεριώσουν κάποτε σε μια καινούρια πατρίδα, δεν ξέρω αν θα ξαναασχοληθούν με τα επαγγέλματά τους (ήταν μουσικοί; μπακάληδες; λογιστές;), δεν ξέρω τι ελπίδες έχουν, αν έχουν καμιά. Ξέρω μόνο αυτό που είδα, και ξέρω πως είναι παγωμένο και πως το λένε Πίκρα.

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 12 Μαρτίου 2016

Ένας άγνωστός μου (δεν είμαστε Φίλοι στο Facebook) σχολίασε πριν καναδυό ώρες σε μία ανάρτησή μου σχετική με τον διορισμό —στο κυβερνητικό πανηγύρι παραδοξοτήτων— του πυώδους εκδότη ενός φασιστικού εντύπου: «Αχ, μακάρι να μπορούσα να έφευγα!» Χθες, έξω από το φροντιστήριο αγγλικών του γιου του, τα ίδια μού έλεγε ένας καλός φίλος και γείτονας («Αχ, μακάρι να μπορούσα να έφευγα!»), σηκώνοντας τους ώμους εντελώς ανήμπορος: πώς να τα αφήσει όλα αυτά, είναι στην ηλικία μου κι έχει δυο παιδιά. Μια τρίτη φίλη, πάλι χθες, μου έγραφε στα μηνύματα πως πασχίζει εδώ και ένα χρόνο να βρει σπίτι στη Γερμανία, μα όλο κάτι συμβαίνει, κάποιο πρόσκομμα, και δεν τα καταφέρνει — και έχει καταβληθεί. «Αχ, μακάρι να μπορούσα να έφευγα!» μου έγραψε. Μπορώ να παραθέσω δεκάδες παρόμοιες περιπτώσεις. Δεκάδες, χωρίς να μπω σε κόπο. Δεν κάνουμε και τίποτε άλλο όταν βρισκόμαστε μεταξύ μας και όταν αλληλογραφούμε. Δεκάδες, δεκάδες περιπτώσεις. Υπολογίζω πως ένα πολύ χαμηλό ποσοστό τα καταφέρνει εντέλει να αποδράσει, πολύ κάτω από το 10%, ίσως ένα 5% όλο κι όλο, μπορεί και πολύ λιγότεροι. Δεν είναι εύκολο να μεταναστεύσεις όταν δεν έχεις (κυρίως) χρήματα: έπρεπε να είχες αρχίσει να το μεθοδεύεις πριν τις εκλογές τού ’15, κάπου στα μέσα τού ’14. Από πρόπερσι τα Χριστούγεννα, όλα άλλαξαν άρδην — άρχισε να υψώνεται ένα τείχος γύρω μας, γύρω από τη χώρα, που θα κρατήσει μέσα του τους φτωχούς, τους δειλούς, τους αργούς και τους τεμπέληδες. Θα μείνουμε μια σκάρτη ομάδα όταν χαθούν μία-μία οι κατηγορίες κάτω από τα πόδια μας, για να πασχίσουμε —κάποια στιγμή— να ξανανέβουμε στην πρώτη εθνική. Μα βέβαια θ’ αρχίσουνε, και τότε, να πέφτουνε τα τέρματα βροχή. Και θα ηττηθούμε.

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 11 Μαρτίου 2016

Είναι ανέκδοτο; Μπορεί. Μπορεί και όχι. Από την άλλη, ζούμε όλοι σαν κομπάρσοι ενός κακά αφηγημένου ανεκδότου, που ούτε γέλιο προκαλεί, ούτε καν ένα ανασήκωμα των ώμων. Δεν προκαλεί τίποτε. Ούτε καν οργή. Τίποτα. Για να εξηγηθώ: Ανακοινώθηκε εχθές η πρωτοβουλία της Chipita να προσφέρει κρουασάν Moltoστους πρόσφυγες μέσω του Ερυθρού Σταυρού και ομάδων εθελοντών. Πολλά κρουασάν: ένα εκατομμύριο. (Η λιανική αξία ενός τεμαχίου κυμαίνεται από 0,84 έως 0,96 ευρώ — πρόκειται για κολοσσιαία προσφορά). Πολλοί, υποθέτω, διακινήσαμε την είδηση. Εγώ, και άλλοι που γνωρίζω, το κάναμε. Και είχαμε πολλές και ποικίλες αντιδράσεις. Θετικές ως επί το πλείστον. Αλλά και πολλές αρνητικές. Ναι! Θα σταθώ σε μερικές μόνο από αυτές τις τελευταίες: «Η φιλανθρωπία θέλει γεμάτες τσέπες». «Θα αυξηθεί, επομένως, η τιμή του κρουασάν στα σουπερμάρκετ». «Αφού δεν έχουνε ψωμί, ας χορτάσουν με κρουασάν». «Ο Θεοδωρόπουλος το κάνει για να γλιτώσει ΦΠΑ». Και πολλά τέτοια παρόμοια. Πολλά.Όμως διάβασα κι αυτό, επίσης σαν σχόλιο στη Σελίδα μου: «Ελεγχόμενη η ημερομηνία λήξης;» Κι εκεί πραγματικά έμεινα. Ενεός. Σέκος. Ανίκανος να αντιδράσω. Πάγωσα. Μυρμήγκιασα. Δηλαδή, κάποιος πιστεύει στ’ αλήθεια πως η Chipita έχει ένα εκατομμύριο κρουασάν στα κελάρια της, παλιά, μαραγκιασμένα, σαφρακιασμένα, και δεν ξέρει τι να τα κάνει, και της πιάνουν τον τόπο, και αποφάσισε να τα ξεφορτωθεί πασάροντάς τα στους πρόσφυγες. Το ξαναλέω: κάποιος πιστεύει πως η Chipita έχει μια αποθήκη που χωράει ένα στόλο νταλίκες, γεμάτη με ένα εκατομμύριο ληγμένα κρουασάν! [§] Δεν είμαστε καν κακό ανέκδοτο. Είμαστε τα εθνίκια που πάνε να τα πουν στους κακούς ξένους στη Eurovision. Είμαστε αυτό το κοπριταριό. Τετέλεσται.

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 10 Μαρτίου 2016

Γύρω από το Προσφυγικό μπορούμε να συζητάμε επί ώρες, επί ημέρες, για όλη μας τη ζωή: είναι άλλωστε ένα θέμα που μόλις τώρα καταλάβαμε (κάπως: τόσο δα) ότι υφίσταται. Μάλιστα, δεν έχουμε καταλάβει ακόμη, και θα αργήσουμε πολύ ακόμη να συνειδητοποιήσουμε, ότι είναι ένα θέμα με το οποίο θα ζουν οι δυτικές κοινωνίες από τώρα και στο εξής διαρκώς. Η νέα μεγάλη Εποχή των Μεταναστεύσεων (η προσφυγιά, θυμίζω είναι κι αυτή μετανάστευση) έχει ελάχιστο καιρό που άρχισε — και δεν θα τελειώσει πριν από δυο-τρεις γενιές. Μπορούμε λοιπόν να συζητάμε γι’ αυτήν όσο θέλουμε, όπως επίσης (και κυρίως) μπορούμε να λυπόμαστε γι’ αυτήν, ειδικά αν είμαστε αριστεροί, γιατί οι αριστεροί λυπούνται καλύτερα από κάθε άλλον, πιο αποτελεσματικά και με πιο πικρά δάκρυα: για τους ανθρώπους που ξεριζώθηκαν και που κοιμούνται αγκαλιασμένοι με τις λάσπες. Ειδικά δε αν είμαστε αριστεροί, κι έχουμε πιο πικρά δάκρυα να χύσουμε στα μάγουλά μας και να στάζουν από το πιγούνι μας πάνω στις λάσπες, μπορούμε να ζούμε μ’ αυτό — να ζούμε με τη δυστυχία και διά της δυστυχίας. Είναι ωραία τα δάκρυά μας, και είναι ωραία η λάσπη της Ειδομένης. Όσο πιο πολλή η λάσπη, τόσο πιο καλά, τόσο πιο καυτά, τόσο πιο όμορφα τα δάκρυά μας. Και τόσο πιο μεγάλη  η οργή μας για το Κακό Σύστημα. [§] Η εγκληματική κυβέρνηση των αγραμμάτων και ανεχόρταγων κομισαρίων πρέπει να γκρεμιστεί, όχι μόνο για να μπουν σε μια ανθρωπιστική τροχιά τα θέματα που καίνε Έλληνες και μη, αλλά μπας και σωθούν, επίσης, κάποια προσχήματα για τις επόμενες φουρνιές αριστερών που, βεβαίως, θα θέλουν κι αυτοί να κλάψουν στην ώρα τους.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 09 Μαρτίου 2016

Επειδή δεν είναι απαραίτητο, είναι λούσο, το βιβλίο ήταν πάντα μια καλή πυξίδα της Κρίσης. Περί τα δέκα χρόνια από σήμερα, είχε ήδη πάρει να ματώνει και να κατρακυλάει: μέσα στην έξαρση, και λίγο πριν το τέλος, μιας άφρονος περιόδου πολύ χαμηλού επιπέδου καταναλωτισμού, κανείς δεν ενδιαφερόταν για τα βιβλία, πέρα από μια δράκα γραφικούς — τα τιράζ μειώθηκαν μέσα σε δυο-τρεις σεζόν από τις 2.000 και τις 3.000 και τις 4.000 σε 500 αντίτυπα το πολύ, μία πτώση που δεν θα τη δεις σε κανένα άλλο καταναλωτικό προϊόν ποτέ, όσο και να ψάξεις. Παράλληλα, στην Ελλάδα χάσαμε όλες τις παιδικές-εφηβικές κατηγορίες αναγνωστών. Το βλέπαμε να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας και δεν το πιστεύαμε, ήταν τρομακτικό — σαν να ζεις μέσα σε ένα σπλάτερ φιλμ. Και, ξαναθυμίζω, μιλώ για μια εποχή κατά την οποία υπήρχαν πολλά λεφτά στις τσέπες όλων. Μας αρέσει δεν μας αρέσει, το θεωρούμε ή όχι γλυκουλιά, έτσι είναι: η οιονομική κρίση ήταν στην αρχή της «αξιακή». Έτσι άρχισαν όλα. Εν πάση περιπτώσει, και παρά τις όποιες απώλειες, η αγορά εντέλει δεν κατέρρευσε, αν και οι άνθρωποι που δουλεύουν στις εκδόσεις έχασαν πάνω από το 50% των εισοδημάτων τους την τελευταία πενταετία. (Το ’χω ξαναπεί: έλαβα, μαζί με όλους τους άλλους παραλήπτες, το κοινό μέιλ ενός πολύ μεγάλου εκδοτικού που πολύ ευγενικά, και φυσικά ψυχρά, ζητούσε να μάθει εάν δεχόμασταν να μειώσουμε τις αποδοχές μας κατά το εν τρίτον, στις 10:15 ένα πρωί — η μονολεκτική απάντησή μου είχε την ίδια ακριβώς ώρα αποστολής: 10:15. Δεν υπήρχε περιθώριο διαπραγμάτευσης, δεν σε έπαιρνε να το σκεφτείς ή να το διαπραγματευτείς, έτσι και ήθελες να συνεχίσεις να δουλεύεις στον τομέα). Η αγορά στηρίχτηκε από όλους μας, και, παραδόξως θα έλεγε κάποιος, εξακολουθούν σήμερα να εκδίδονται πολλά (για τα δεδομένα μιας χρεοκοπημένης χώρας) και καλά βιβλία, σε μία απέλπιδα προσπάθεια των εκδοτών να παίξουν το τελευταίο τους χαρτί (όλοι έχουν χρέη, και από κάπου πρέπει να πιαστούν). Θα πιάσει όλο αυτό; Όχι, δεν θα πιάσει. Η αγορά θα εξακολουθεί να φθίνει και να συρρικνώνεται, και πολλά μεγάλα μαγαζιά θα κλείσουν. Αν, δε, φτάσουμε τον Ιούνιο να μιλάμε πάλι για Grexit (και όλα δείχνουν πως δεν θα το αποφύγουμε), όλο το κινηματογραφικό σκηνικό των ελληνικών εκδόσεων θα καταρρεύσει μέσα σε μία ημέρα. Χθες μόλις, για να κλείσω αυτό το σημείωμα, έμεινα έντρομος να κοιτώ τον τοίχο επί ώρα (το κάνω όλο και πιο συχνά αυτό: είναι ο τρόπος μου για να μη γίνομαι βίαιος), όταν ένας πολύ γνωστός εκδότης μού ανακοίνωσε ότι έπαψε να κάνει «δωροθεσίες» στις εκπομπές του ραδιοφώνου (μέχρι νεωτέρας, ή: «Για όλο το 2016», όπως μού είπε χαρακτηριστικά). Οι δωροθεσίες είναι το πιο φτηνό προωθητικό μέσο για το βιβλίο (μαζί με την αποστολή, κοστίζει στον εκδότη κάπου 10 ευρώ μάξιμουμ ανά τίτλο, και πολλά λέω), και μάλιστα αυτό που φέρνει πολλαπλάσια τα λεφτά του: αποδίδει όσο τίποτε άλλο! Και όμως. Δεν υπάρχουν αυτά τα 10 ευρώ για διαφήμιση. Και, ξαναλέω, μιλώ για ένα μεγάλο εκδότη, που τα βιβλία του δεν λείπουν ποτέ από τις λίστες των ευπωλήτων. [§] Δεν ξέρω αν γίνομαι σαφής.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 08 Μαρτίου 2016

Η μια γιαγιά μου, η Μαρία, έμεινε σαράντα χρόνια στη Γερμανία, δούλευε εκεί και ζύμωνε και έψηνε τυρόπιτες κουρού, άνοιγε φύλλο κάθε μέρα, πολλά φύλλα δηλαδή, όλη μέρα ήταν μες στο αλεύρι, και προσπαθούσε να κλέψει και λίγο στη φέτα για να φτουρήσει, καναδυό τυρόπιτες δεν είχαν τη σωστή γέμιση μέσα, έμεινε πολύ μικρή χήρα και δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ, η μαμά της ήταν Βουλγάρα και είχε πολύ λευκό δέρμα, σλάβικο, το πρόσωπό της ήταν άσπρο κάτασπρο σαν το πανί και φορούσε πάντα μαύρες ρόμπες και μαύρα φουστάνια και τσεμπέρι, και τα καλοκαίρια γκρίζα ρούχα, δροσερά, για τη ζέστη. Τη βλέπαμε όταν έρχονταν από το Λούντενσαϊντ με τους θείους μου, δύο χιλιάδες χιλιόμετρα με το Ford, για τα μπάνια, και όλη μέρα μάς μαγείρευε, πατάτες τηγανητές και καλαμαράκια τηγανητά και ρυζόπιτες. Η ρυζόπιτα είναι στριφογυριστή πίτα, σαν σαλιγκάρι, και στο τέλος την περιχύνεις με σιρόπι. [§] Η άλλη γιαγιά μου, η Βέτα, είχε έρθει επίσης από τη Θράκη, μελαχρινή όμως αυτή, νοίκιαζε στις Συκιές, στο Τσινάρι, και ο ένας τοίχος του σπιτιού, στην κουζίνα, ήτανε Κάστρο, και η γιαγιά έκρυβε την υγρασία και τα νερά που τρέχανε εκεί, αρχαία νερά, με μια πάντα, και είχε και μια παγονιέρα, και ένα φανάρι, και ένα μεγάλο ράδιο Telefunken που έγραφε τις μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου στην μπάρα με τις συχνότητες: Istanbul, London, Paris, Berlin, Athens, New York, Cairo. Ήταν της εκκλησίας, θυμόταν καλά τα τουρκικά και τα γαλλικά της, είχε διδάξει μικρή στο σχολαρχείο αλλά ήταν καπνεργάτρια κυρίως, και μου ’μαθε να λέω το φλιτζάνι. Μου άρεσε να πηγαίνω στο σπίτι της, είχε και μια αυλή, και καπνίζαμε μαζί χωρίς να μιλάμε, και μόλο που δεν έπινα τον καφέ μου με ζάχαρη, μου τον έκανε πάντα σιρόπι τον τούρκικο και μου άρεζε. 

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 07 Μαρτίου 2016

Η εθελόντρια της ΜΚΟ Praxis που ζει από τις αρχές του φθινοπώρου στην Ειδομένη, και με την οποία είχαμε την τιμή να μιλήσουμε εχθές, μας είπε με μια φωνή από την οποία προσπαθούσε εμφανώς να αφαιρέσει την κούρασή της, πολλά που δεν ξέραμε για την κατάσταση εκεί. Θα σταθώ μόνο σε δύο. Το πρώτο αφορά τους πολίτες που θέλουν να συνεισφέρουν με κάποιον τρόπο: αν όντως το εννοούν, λέει, πρέπει απλώς να πάνε εκεί, να βρουν τους υπευθύνους των οργανώσεων που δραστηριοποιούνται επιτόπου, και να κάνουν ακριβώς ό,τι τούς λένε οι ειδικοί των ΜΚΟ, και απολύτως τίποτε άλλο. Για να το θέσω διαφορετικά, δεν πας με μια συσκευασία μωρουδιακές πάνες, ένα ταψί φαγητό και δυο τσαμπιά μπανάνες και τα δίνεις στους αξιοθέατους ανθρώπους. Δεν βοηθάς έτσι. Κάνεις κακό. Καταστρέφεις το έργο των εθελοντών. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι ότι υπάρχει άμεση και πελώρια ανάγκη από φάρμακα, μεταξύ των οποίων αντιβιοτικά και παυσίπονα. Πρέπει να βρεθούν πολλά, να συσκευαστούν και να δοθούν στους ανθρώπους που στελεχώνουν τις δομές εκεί. Εκείνοι, με τη σειρά τους, θα τα χορηγήσουν σε όσους τα έχουν ανάγκη. Τα πράγματα σε κάθε επίπεδο είναι παραπάνω από τραγικά. Και ολοένα (θα) χειροτερεύουν. Το τηλέφωνο της Praxis είναι: 2310-550.223. Βοηθήστε, και βοηθήστε όπως πρέπει. [§] (Προφανώς και δεν υπάρχει καμία κρατική μέριμνα για το πλήθος των βασανισμένων ψυχών που συνωστίζονται στην καθημαγμένη Ελλάδα, με μοναδική τους έγνοια να φύγουν από δω. Προφανώς και δεν μπορεί να υπάρξει. Τους βλέπετε, τους ξέρετε. Αυτοί είναι).

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 06 Μαρτίου 2016

Μόνο οι βαριά προβληματικοί, οι στα όρια της ψύχωσης (αυτοί που τους απάγουν τα ούφο και τους κυνηγάει η KGB και ακούνε Φωνές) φαν τού ΣΥΡΙΖΑ πίστεψαν ποτέ ότι υποστήριζαν, προπαγάνδιζαν και ψήφιζαν κατιτί καινούριο, άφθαρτο, αμόλυντο, παρθένο και ζαχαρωτό, ένα κόμμα που θα χτυπούσε τη διαπλοκή, θα επένδυε στην αξιοκρατία, δεν θα στηριζόταν στους δικούς και στους κολλητούς, δεν θα έκανε τα «λάθη» του «παλιού φθαρμένου πολιτικού συστήματος» και μπλα-μπλα-μπλα. Ίσως ούτε καν αυτοί που τους απάγουν τα ούφο (δεν ξέρω το ποσοστό τους επί του συνόλου των φαν). Ίσως κανείς. Ή ίσως ένας μόνο, κάποιος απίθανος τυπάκος που ζει μόνος σε ένα δυάρι και κοιτάει με τα κιάλια την απέναντι. Οι ψηφοφόροι τού ΣΥΡΙΖΑ σε δύο χοντρά-χοντρά κατηγορίες ανήκουν: σε αυτούς που ήθελαν ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος και πολιτικοστρατιωτική χούντα και απομόνωση και δραχμή και τσάκισμα του καπιταλισμού και ψόφο στα αφεντικά και άι στο διάλο #poutana_ola ας πάμε στην Ικαριά ν’ ακούμε Λοΐζο από το τραντζιστοράκι ανάβοντας φωτιές στις παραλίες και μασουλώντας bioκαλαμπόκια (δεν είναι πολλοί αυτοί οι Καρανίκες, και τείνουν να διορίζονται και να χάνουν την όρεξή τους για την επανάσταση), και σε αυτούς που δεν ήθελαν να πληρώνουν ΕΝΦΙΑ, γιατί πίστεψαν (μολονότι αυτούς δεν τους απήγαγε ποτέ κανένα ούφο) ότι ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ Ο ΕΝΦΙΑ. Και όλοι οι κακοί φόροι. (Not to mention τους 13ους μισθούς, τις μη μειωμένες συντάξεις κ.τ.σ., οκέι). Υπάρχουν και κάποιες ενδιάμεσες κατηγορίες, στελεχωμένες από τους λογής προσοδοθήρες, αλλά ας μη χαλάμε τις καρδιές μας. Γιατί τα λέω αυτά; Για το προφανές: η επίθεση στον βαθιά διαπλεκόμενο με τα μίντια (και με το κεφάλαιο, λέγε με Γιάνα) Τσίπρα δεν θα του στοιχίσει: οι φαν του σ’ αυτό ακριβώς προσδοκούν, και γι’ αυτό τον ψήφισαν. Ποτέ δεν έχαψαν τα παραμύθια του με τους μονόκερους, φράγκα ήθελαν.

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 05 Μαρτίου 2016

Διάβαζα (έχει και κάποια καλά η δουλειά μου) τα παρακάτω στο υπό έκδοση και στα ελληνικά βιβλίο του νομπελίστα φυσικού StevenWeinberg,ToExplaintheWorld: «Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία όπου μία νέα τεχνολογία δημιουργεί σπουδαίες δυνατότητες για την καθαρή επιστήμη. Η βελτίωση των αντλιών κενού κατά τον 19ο αιώνα κατέστησε δυνατή τη διεξαγωγή πειραμάτων σχετικά με ηλεκτρικές εκκενώσεις σε σωλήνες κενού αέρος που οδήγησαν στην ανακάλυψη του ηλεκτρονίου. Η ανάπτυξη των φωτογραφικών γαλακτωμάτων από την εταιρεία Ilford οδήγησε στην ανακάλυψη ενός φορέα νέων στοιχειωδών σωματιδίων κατά τη δεκαετία που ακολούθησε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανάπτυξη του μικροκυματικού ραντάρ στη διάρκεια αυτού του πολέμου έδωσε τη δυνατότητα για τη χρήση των μικροκυμάτων ως αισθητήρων ατόμων, αποτελώντας ένα αποφασιστικής σημασίας πεδίο ελέγχου της κβαντικής ηλεκτροδυναμικής το 1947. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε τον γνώμονα. Ωστόσο, καμία από αυτές τις νέες τεχνολογίες δεν οδήγησε σε τόσο εντυπωσιακά επιστημονικά αποτελέσματα όσο εκείνα που ξεπήδησαν από το τηλεσκόπιο του Γαλιλαίου. Οι αντιδράσεις στις ανακαλύψεις του Γαλιλαίου υπήρξαν από επιφυλακτικές μέχρι ενθουσιώδεις. Ο παλιός αντίπαλός του στην Πάντοβα, ο Τσέζαρε Κρεμονίνι, αρνήθηκε να κοιτάξει μέσω του τηλεσκοπίου, όπως και ο Τζούλιο Λίμπρι, καθηγητής φιλοσοφίας στην Πίζα. Από την άλλη πλευρά, ο Γαλιλαίος εκλέχθηκε μέλος της πρώτης επιστημονικής ακαδημίας της Ευρώπης, της Ακαδημίας των Λυγκείων, που είχε ιδρυθεί λίγα χρόνια νωρίτερα, και—» Και σταμάτησα να διαβάζω. Ξαναπήγα δύο αράδες πιο πάνω. Τι έκανε, λέει; Τι έκανε; Αρνήθηκε να κοιτάξει μέσω του τηλεσκοπίου. Κορυφαίοι επιστήμονες της εποχής, φυσικοί και φιλόσοφοι, σοβαροί άνθρωποι με πελώρια παιδεία, λόγω και μόνο της κόντρας τους με έναν άλλο επιστήμονα, και ενώ όλος ο κόσμος γύρω τους ξάφνου έκανε ένα πελώριο βήμα μπροστά —ένα πελώριο βήμα—, πείσμωσαν και δεν θέλησαν καν να δουν τι διάολο ήταν εκείνο το καινούριο μαραφέτι που έφτιαξε ο τύπος από την Πίζα, ένας θρασύς μαθηματικός  που εξέδιδε και κάτι βιβλία με διαλόγους —εντελώς για τον πολύ κόσμο—, κι ας βοούσε σύμπασα η επιστημονική κοινότητα πως εκείνη η διόπτρα έφερνε τα ουράνια σώματα δέκα φορές πιο κοντά στο μάτι.  Αρνήθηκαν να κοιτάξουν μέσω του τηλεσκοπίου. Κι έπειτα καθόμαστε και γκρινιάζουμε εμείς που ο μέσος χαζούλης συριζαίος αρνείται να ζητήσει μια συγγνώμη για όλο την κοπρολαλία του επί τόσα χρόνια, για όλο το θράσος που εξέμεσε, για όλο το κακό που σκόρπισε, και για την τρομερή άρνησή του να καταλάβει τι έκανε, ενώ του το εξηγούμε και του το ξαναεξηγούμε χρόνια, με γαϊδουρινή υπομονή. Αρνείται να κοιτάξει μέσω του τηλεσκοπίου: από ντροπή, κατά βάθος.

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 04 Μαρτίου 2016

Στις 21 του μηνός είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, και ήδη τα βιβλιοπωλεία, οι χώροι τέχνης, κάποια μπαρ κλπ. κλπ. ετοιμάζουν τις εκδηλώσεις τους, τη λίστα των καλεσμένων, ποιος θα απαγγείλει τι, όλα αυτά. Είμαι σε καναδυό τέτοιες λίστες κι εγώ. Σήμερα το πρωί, στη βόλτα με τον Αρσέν, βλέπαμε τον κόσμο που έβγαινε από τα άφτερ μαγαζιά του κέντρου, κορίτσια και αγόρια είτε ντυμένα για βραδινή έξοδο είτε, ορισμένοι, μασκαρεμένοι και με μπογιατισμένα, μισοξεβαμμένα πρόσωπα: καρναβάλια. Δεν παύει να με εντυπωσιάζει ένα ρούχο ραμμένο και φορεμένο για βράδυ όταν περιφέρεται λικνιζόμενο από τη μέθη οχτώ η ώρα το πρωί δίπλα στις γεμάτες στάσεις των λεωφορείων. Στην μπάλα, όλα πάνε όπως πάντα, με φωνές, επεισόδια, απειλές, παράγκες, λατρεία της εξουσίας, γκρίνιες των αδικημένων και μαχαιρώματα στα σοκάκια, που αυτά βέβαια δεν πολυβγαίνουν στις ειδήσεις για να μην τρομάξουν οι πολλοί — τα μαθαίνουμε όσοι μπορούμε να τα μάθουμε. Κάποιοι ασχολούνται με την παρουσίαση των νέων σίριαλ στην καλωδιακή τηλεόραση και στα συνδρομητικά κανάλια. Κάποιοι γράφουν κριτικές για τις νέες εκδόσεις. Άλλοι, κάνουν άλλα. Η φίλη μου, η ταμίας στον Μασούτη απέναντι, έτρεχε το πρωί να προλάβει να φτάσει στην ώρα της — ίσως ξενύχτησε χθες, και μάλλον ξέχασε την τσάντα της στο σπίτι. Πάντα είναι περίεργη η εικόνα μιας γυναίκας χωρίς τσάντα. Με πονάει λίγο ο μηνίσκος από το τρέξιμο στην παραλία, και κουτσαίνω όταν δεν με βλέπει κανείς. Άλλοι, πονούν αλλού. Η καθημερινότητα είναι μεγάλη, βαριά, πρόστυχη. Επιβάλλει την παρουσία της, διαλαλάει την ύπαρξή της, μας σπρώχνει με τους αγκώνες. Έχει σημασία; Έχει σημασία η Ημέρα της Ποίησης; Έχει σημασία να συνεχίσουμε να ζούμε όπως παλιά, για να μη χάσουμε την ανθρωπιά μας, που λένε; Όχι, δεν έχει σημασία. Όταν όλα αλλάζουν, δεν έχει σημασία να κοροϊδεύεις τη μούρη σου. Κι αν δεν θέλεις να ξεγραφτείς από τις λίστες αυτών που θα πουν το ποί’μα τους, τουλάχιστον ξέρε πως, σαν το χάμστερ, δεν κάνεις τίποτε περισσότερο από το να τρέχεις και να ιδροκοπάς στο καρφωμένο στο πάτωμα του κλουβιού τροχό σου. Κι αν σου ακούγεται γλυκερό αυτό — κανέναν δεν κόφτει. Γιατί έτσι πάει, φίλε.

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 03 Μαρτίου 2016

Είμαστε όλοι Σύροι. Είμαστε όλοι πρόσφυγες. [§] Αυτή η χώρα που μάθαμε να λέμε πατρίδα θα φτωχύνει, άρα θα τείνει να γίνεται ολοένα και λιγότερο δημοκρατική. Και οι παλιότεροι κάτοικοί της (ένα καιρό οι παλαιοελλαδίτες, κατόπιν και οι Μικρασιάτες, μετά και οι βόρειοι πληθυσμοί, έπειτα και οι Πολίτες, στη συνέχεια και οι Ρωσοπόντιοι, εδώ και χρόνια και οι Αλβανοί) θα εχθρεύονται όλο και περισσότερο τους νέους κατοίκους, θα τους επιτίθενται και θα τους βλέπουν σαν παράσιτα: σαν ξένους. Όσο να εγκλιματιστούν και οι μεν και οι δε στις νέες συνθήκες (δηλαδή στις συνθήκες που θα παγιωθούν) όσοι πιστεύουμε πως μέσα σ’ αυτόν, τον ξένο, κρύβεται ο εαυτός μας οφείλουμε να του σταθούμε. Αν μη τι άλλο, πέραν των θεσμών της Δύσης δεν υπάρχει κανείς άλλος για να αναλάβει αυτή την υποχρέωση απέναντι στον πολιτισμό. Ήδη εδώ κι εκεί πολλοί άνθρωποι κάνουν ό,τι μπορούν για να συγκεντρώσουν είδη πρώτης ανάγκης, έστω για να μην πεινούν, να μη διψούν και να μην κρυώνουν οι νέοι πληθυσμοί της χώρας. Είναι βέβαια και αυτοί που καίνε τις αποθήκες με τις συγκεντρωμένες προμήθειες και οργώνουν τα χωράφια όπου θα στηθούν καταυλισμοί, εχθροί της ανθρωπότητας και άρρωστα μυαλά όλοι τους ανεξαιρέτως, αλλά αυτούς θα τους κανονίσουμε πιο μετά. (Όπως τούς κανονίζουμε πάντα). Για την ώρα, προέχει να σταθούμε απέναντι στους ανήμπορους. Η χωλή και ετοιμόρροπη κυβέρνηση, λίγο πριν το οριστικό τέλος της, δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο πέρα από το να αυτοϊκανοποιείται σε κοινή θέα και έχει αναθέσει τα πάντα στην καλοσύνη των Μεγάλων Δυνάμεων και σε εμάς. Ας είναι αυτό το μόνο που θα μας πει η πανήγυρις παραδοξοτήτων του Καμμένου και του Τσίπρα και θα υπακούσουμε. Ανασκουμπωνόμαστε. [§] Είμαστε όλοι Σύροι. Είμαστε όλοι πρόσφυγες. 

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Κυριάκος Αθανασιάδης Ημερολόγιο Γεφύρας 02 Μαρτίου 2016

Βλέπαμε χθες σε livestreaming που μας παρείχαν η NASA και το ιστορικό περιοδικό Time (κι όταν λέμε βλέπαμε, εννοούμε εμείς ο πλανήτης, εμείς η ανθρωπότητα) τον κυβερνήτη Κέλι που ξαναρχόταν στη Γη μετά από σχεδόν ένα χρόνο στο διάστημα, μετά από ένα χρόνο σε περιβάλλον μηδενικής βαρύτητας, μέσα σε ένα στενόχωρο μεταλλικό σκάφος, ένα κονσερβοκούτι — με συντριπτική διαφορά τον πιο παραγωγικό και επωφελή για το σύνολο των ανθρώπων χρόνο που πέρασε ποτέ ένα μοναδικό άτομο στην ιστορία του κόσμου: το κέρδος για όλους μας από όσα έκανε είναι πελώριο. Τον παρακολουθούσαμε στενά όλο αυτό το διάστημα — όχι τα πειράματά του ή τις προσωπικές του στιγμές, αλλά τις μεγάλες κορυφώσεις του πλου του, τα βίντεο που ανέβαζε στα social media, τις φωτογραφίες, τα αστεία του, τις ευχές που μας έστελνε, τις ατάκες του στο Twitter. Έγινε ο πιο οικείος αστροναύτης στην ιστορία των διαστημικών ταξιδιών. Και ένας ήρωας. Ο άνθρωπος που αγάπησε όλη η Γη. Ταυτόχρονα, διαβάζαμε τα tweet τού Κρο Μανιόν Καρανίκα.

Σελίδα 2 από 24

  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7
  • 8
  • 9
  • 10

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΕΥΧΟΣ

  • Tεύχος 88

Editorial

Περί ευθυνών

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Όταν η κοινωνία αρνείται να κοιταχτεί στον καθρέφτη

Si vis pacem…[1]

Χρύσα Σπηλιώτη: ζωή πριν απ’ το θάνατο

Οι αποσυνάγωγοι της Ιστορίας

Orthobros

Δημοφιλέστερα

Ο Σεφέρης του Ρόδη Ρούφου

«Στενό παραθυράκι»

Ποιοι είμαστε

Το πιο τίμιο, η φωνή του. Ο Κ. Θ. Δημαράς στο ραδιόφωνο    

O K.Θ. Δημαράς και οι νεοελληνικές έρευνες

Το δημοτικό τραγούδι ως ποίηση σήμερα

Video

The Books' Journal

Ηλίας Κανέλλης & ΣΙΑ ΕΕ

Nικοτσάρα 1, 11471, Aθήνα,

Tηλ./Fax: 210 6450006

info@booksjournal.gr

Ασφάλεια Συναλλαγών

© 2026 The Books' Journal | Created by Kokonut Web Services

Newsletter

Θέλετε να λαμβάνετε τα νέα μας;

Ταυτότητα

Το Books' Journal είναι μια απολύτως ανεξάρτητη επιθεώρηση με κείμενα παρεμβάσεων, αναλύσεις, κριτικές και ιστορίες, γραμμένα από τους κατά τεκμήριον ειδικούς. Καθηγητές πανεπιστημίου, δημοσιογράφους, συγγραφείς και επιστήμονες με αρμοδιότητα το θέμα με το οποίο καταπιάνονται.

Συνεχίστε...

  • Αρχική
  • Editorials
  • Κριτικές
    • Κοινωνία
    • Ιστορία
    • Λογοτεχνία
    • Θετικές Επιστήμες
    • Φιλοσοφία
    • Ποίηση
    • Γλώσσα
    • Comics
    • Πολιτική
  • Ποιήματα
  • Πεζογραφία
  • Διάλογος
  • Παρεμβάσεις
  • Συνεντεύξεις
  • Στήλες
    • Γλωσσίδια
    • Μικροϊστορίες
    • Τελευταια Έξοδος
    • Συμπτώσεις
    • Διπλά Βιβλία
    • Ομηρικά
    • Duck Soup
    • Εις Μνήμην
    • Λόγια Της Πλώρης
    • Ημερολόγιο Γεφύρας
    • Αλφαβητάριο
    • Ημερολόγιο Πανδημίας
    • Πήρα το γράμμα σου
  • Blog
  • Τεύχη
  • Συνδρομές