Όσο περισσότερο παραμένει ο εσμός της συμμαχίας των εθνικολαϊκιστών στην κυβέρνηση, τόσο περισσότερο η νίκη τους αυτή επί της Δημοκρατίας (περί αυτού ακριβώς πρόκειται) τους δυναμώνει και τους αποτρελαίνει: η εξουσία είναι ένα φαΐ που δεν σε χορταίνει ποτέ — είναι ένα φαΐ που τρέφεται από σένα. Μοναδικός δρόμος για δαύτους, μας μαθαίνει στωικά η Ιστορία κι ας μην την ακούμε, είναι η σκλήρυνση της επικυριαρχίας τους, η καταστολή κάθε διαμαρτυρίας, η ανεξέλεγκτη λογοκρισία και η χρήση βίας. Και προφανής κατάληξη αυτής της θλιβερής πορείας που περνά μέσα από την απόλυτη δυσπραγία, που έρχεται δρομέως —δεν θα κουραστούμε να το φωνάζουμε, όσο χαμηλά κι αν ακουγόμαστε, όσο κι αν δεν έχουμε συμμάχους σ’ αυτό, όσο και αν απομονωνόμαστε—, είναι η εκτροπή: η δικτατορία. Το σαλιάρικο τέρας του λαϊκισμού και η ξετσίπωτη επίκληση στην εθνική περηφάνια και σε ό,τι πιο πρόστυχο και ποταπό συνάδει με την «κοινή πεποίθηση», με το ειδώλιο του Ιερού Λαού, φέρνουν ανέκαθεν μόνο χούντες. Επειδή είμαστε στο 10% των πλουσιότερων χωρών του κόσμου, επειδή ανήκουμε στη Δύση, δεν πάει να πει ότι είμαστε προστατευμένοι από το μέλλον μας. Ο χαμογελαστός μπροστά στο δράμα της Ελλάδας πρωθυπουργός (και ο άλλος που έχει υπό τις διαταγές του τα τανκς) είναι ένα επικίνδυνο μοιραίο πρόσωπο. [§] Φωνάζετε δυνατά, καθαρά και επώνυμα κάθε ημέρα εναντίον τους. Αυτό είναι το μοναδικό μας όπλο. Και μ’ αυτό θα τους νικήσουμε.
Ημερολόγιο Γεφύρας
Μία ασφαλής δέσμη προβλέψεων, χωρίς περισσότερα λόγια για σήμερα. [§] Οι συνθήκες υπό τις οποίες θα επιβιώνουν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα, όπου και θα εγκλωβιστούν για ένα αφύσικα μεγάλο διάστημα (η έξοδος προς την Ευρώπη και αλλού θα περιοριστεί δραματικά), θα είναι από απαράδεκτες έως άθλιες. Οι επιθέσεις εναντίον τους από συμμορίτες και εξτρεμιστικά στοιχεία θα αυξάνουν βδομάδα την εβδομάδα. Το ίδιο και η εκμετάλλευσή τους από επιτηδείους. Το ίδιο και η αντίδραση εκ μέρους των προσφύγων. Η πολιτική της κυβέρνησης θα επικεντρωθεί γύρω από τη διαχείριση του Προσφυγικού. (Το κόλπο «αξιολόγηση αντί κέντρων φιλοξενίας κλπ.» θα πιάσει 100%). Η κωλυσιεργία της, οι αδιανόητες θέσεις της, η βάρβαρη συμπεριφορά της κατά των αθλίων της Μέσης Ανατολής, όλα αυτά θα ξεχαστούν. Η απομάκρυνση της Ελλάδας από τη Δύση θα συντελεστεί, έτσι, εν τοις πράγμασι. [§] Τίποτε από όλα αυτά δεν θα συνέβαινε χωρίς το πολιτικό έγκλημα των «ανοιχτών συνόρων». Για μία πρώτη και τελευταία φορά, η Ευρώπη θα ακολουθήσει μία ελληνική πολιτική. Κι αυτό θα είναι ένα μείζον λάθος της Ευρώπης, που καλούμαστε να διορθώσουμε άμεσα. Μετά τις Εκλογές.
Η Ευρώπη από μόνη της δεν χωράει απλώς, αλλά έχει ανάγκη από δύο Συρίες, όχι από μισή. Οι πρόσφυγες του πολέμου θα μπορούσαν να διασπαρούν κατά τον πλέον ικανοποιητικό και προσοδοφόρο για όλες τις πλευρές τρόπο στις χώρες τής ΕΕ: όλοι θα έβγαιναν κερδισμένοι από αυτό, τόσο άμεσα όσο και μακροπρόθεσμα. Οι αριθμοί των «προσφυγικών ροών» (ένας λεκτικά ποταπός και σημασιολογικά αναιδής ευφημισμός για το δράμα των ανθρώπων που έχουν ξεφύγει το εκτελεστικό απόσπασμα από σκέτη τύχη) είναι μικροί, και η γηρασμένη Γηραιά Ήπειρος τους έχει ανάγκη, κι ας τους διώχνει. Αν δεν το ξέρουμε ή αν δεν το πιστεύουμε αυτό, δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Το πρόβλημα —πέραν της ελλιπούς πληροφόρησης του κόσμου (τέλος πάντων: των ψηφοφόρων), που έχουν τους γνωστούς, πατροπαράδοτους άλλ’ αντ’ άλλων φόβους, ότι τάχα οι ξένοι θα τους πάρουν τις δουλειές και θα τους μπασταρδέψουν το αίμα κλπ. κλπ., ελλιπούς πληροφόρησης που είναι καθαρά ευθύνη των πολιτικών ηγεσιών και των κακών επαγγελματιών που τους συμβουλεύουν και χαράσσουν την επικοινωνιακή πολιτική τους—, το πρόβλημα είναι ένα: η ανυπαρξία υποδομών, η ανυπαρξία οργανωμένων κέντρων υποδοχής και ημιμόνιμης εγκατάστασης (αν θες πες την ημιπροσωρινής, είναι σαν το ποτήρι) των προσφύγων, στελεχωμένων με επαγγελματίες που θα φροντίζουν τους κατατρεγμένους και θα καταγράφουν τις δεξιότητες του καθενός. Η Ευρώπη πληρώνει παχυλούς μισθούς σε ένα σωρό άχρηστο κόσμο, αντί να θωρακίζεται για το μέλλον. Δεδομένου ότι ακόμη το μεγάλο κύμα της μετανάστευσης δεν άρχισε, αλλά επίκειται μέσα στην επόμενη δεκαετία, το μέλλον της δεν θα είναι ρόδινο έτσι και δεν εργαστεί πάνω ακριβώς σ’ αυτό. Αν όμως εργαστεί, σκληρά και έξυπνα, μόνο να κερδίσει θα έχει. Θα γίνει υπερδύναμη. [§] Στα δικά μας: ας κάνει ο καθένας μας το χρέος του, δόξα τω Θεώ με δύο κλικ μαθαίνει κανείς μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πώς μπορεί να βοηθήσει και να σώσει μια, δυο, δέκα ζωές, ή έστω να χαρίσει ένα χαμόγελο, ή έστω να ξεδιψάσει ένα στόμα γεμάτο σκόνη.
Ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά του ’22, η Σίλια Σόλομον και ο Γιάκομπ Λίμπερ, Εβραίοι Ρουμάνοι που μετανάστευσαν στην Αμερική γιατί η ζωή —για μία σειρά από λόγους· ας πούμε όμως ότι δεν είναι της παρούσης— δεν αντεχόταν στην πατρίδα τους, απέκτησαν το πρώτο τους παιδί, τον Στάνλεϊ-Μάρτιν Λίμπερ. Ζούσαν, τότε, στην 98η Οδό του Μανχάταν, σε ένα μισοερειπωμένο σπίτι. Η μητέρα δεν είχε δουλειά, ο πατέρας ήταν κοπτοράπτης αλλά σπάνια έβρισκε μεροκάματο — τα γνωστά. Ήρθε και η Μεγάλη Ύφεση, γιατί πάντα έρχεται κι αυτή, περιοδικά, σαν τους μουσώνες, και σάρωσε τα πάντα. Οι Λίμπερ μετακόμισαν σε ένα ακόμη μικρότερο, απόκεντρο διαμέρισμα, σε μια γκαρσονιέρα ενός δωματίου ουσιαστικά, στον τρίτο όροφο μιας παλιάς οικοδομής, που το παράθυρό της έβλεπε στην πρασιά. Το ’31 γεννήθηκε ακόμη ένα αγόρι, και οι τέσσερίς τους έμεναν εκεί: σε εκείνο το ένα δωμάτιο. Είχαν ένα μονό κρεβάτι και έναν καναπέ. Κάπως τα κατάφερναν, τέλος πάντων — όλοι τα καταφέρνουμε εντέλει, έτσι δεν είναι; Και ο Στάνλεϊ; Ο Στάνλεϊ ονειρευόταν πάνω στον καναπέ. Μέρα-νύχτα: αν και ιδίως την ημέρα. Αλλά έπρεπε να σταματήσει να ονειρεύεται και να βγάζει μεροκάματο. Και μπήκε από μικρός στη δουλειά, κάπου μετά τα δέκα. Έτσι γινόταν τότε… Και τα χρόνια πέρασαν, και μαγεία απλώθηκε μέσα στη νύχτα, άγνωστο γιατί, κι από το τίποτε η Τύχη αποφάσισε αυτός ο κόσμος να αλλάξει, να γίνει, λέει, ο κόσμος εκείνου του μικρού Ρουμάνου, του Εβραιόπουλου. Σιγά-σιγά, ο Στάνλεϊ άρχισε να υπογράφει αλλιώς, έκοψε στη μέση το όνομά του, έβαλε και άλλο επώνυμο, και τέλος πάντων, τέλος πάντων, λέμε, η μαγεία έπιασε, και όλοι, όλοι μα όλοι ζούμε έκτοτε στο σύμπαν που έφτιαξε: το σύμπαν του Σταν Λι.
Μονομανιακά και κουραστικά για όσους επιμένουν να με διαβάζουν, αφότου φάνηκε, πριν χρόνια, ότι η Αριστερά θα καταλάμβανε αργά ή γρήγορα την εξουσία φωνάζω σαν τον τρελό ότι τα πρώτα θύματα των πολιτικών της ναι μεν θα ήταν βέβαια οι φτωχοί, αλλά κυρίως ότι από τους φτωχούς —κάτι που δυστυχώς ελάχιστους ενδιαφέρει, μετρημένους— πρώτοι-πρώτοι θα πλήττονταν οι ξένοι (λέγοντας «ξένοι», εννοώ όσους οι γονείς τους δεν γεννήθηκαν εδώ): μία καθημαγμένη χώρα με πελώρια, θηριώδη ποσοστά ανεργίας και με ελλείψεις στα πάντα δεν είναι σε θέση να συντηρήσει όσους δεν έχουν οικογένεια, δηλαδή ανιόντες συγγενείς που θα κόψουν από την όποια σύνταξή τους — για να μην αναφέρω καν τη ρατσιστική βία που γεννά η φτώχεια, για τις δολοφονίες και τα πογκρόμ. Ως επακόλουθο, με μία χρεοκοπημένη χώρα να τους κοιτά με μίσος, να τους κουνά σουγιάδες και να γράφει στους τοίχους «Δέρνουμε τσίτες», οι μετανάστες δεν θα είχαν άλλο δρόμο από το να παρατήσουν όσα είχαν κατορθώσει να φτιάξουν εδώ, δουλειές, σπίτια, δομές, και να ξαναμεταναστεύσουν, όχι πια στα είκοσι αλλά στα σαράντα τους — μία ανθρωπιστική κρίση χωρίς προηγούμενο που θα έπληττε περί το ένα εκατομμύριο ανθρώπους, αλλά και μία τραγωδία για την ίδια την Ελλάδα (όποια χώρα χάνει τους μετανάστες της γρήγορα βουλιάζει στην αφάνεια και ξεχνιέται), μία ανθρωπιστική κρίση που ο αγώνας των ιδεοληπτικών ηλιθίων για τον σοσιαλισμό μπλα-μπλα θεωρεί ελαφριά παράπλευρη απώλεια. Τότε, δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το αδιανόητο γεγονός της απολύτως ανεξέλεγκτης εισόδου μεταναστών (από την Αφρική κατά κύριο λόγο) και στη συνέχεια προσφύγων εδώ, και κυρίως για την αδυναμία τους να φύγουν από την Ελλάδα, που κανείς σε όλο τον κόσμο δεν θα επέλεγε και δεν επιλέγει για δεύτερη πατρίδα του από το ξέσπασμα της Κρίσης και μετά. Είχα την αφέλεια να πιστεύω πως το πρόβλημα πολύ γρήγορα θα μετατοπιζόταν σε άλλες χώρες, δεν πήγαινε ο νους μου πως δεν θα ήμαστε σε θέση να διαχειριστούμε συντεταγμένα και ορθολογικά το πρόβλημα, αδιαφορώντας εντέλει για τη ζωή και την προκοπή αυτών των ανθρώπων. Η Ελλάδα δεν τους συγκινεί περισσότερο από όσο ένα παιδί η πινακίδα στην είσοδο ενός λούνα-παρκ: δεν είναι ο προορισμός τους η Ελλάδα! Με την εκ των υστέρων γνώση, τρομάζω με την αφέλειά μου, που κράτησε περί τα δύο-τρία χρόνια. Και τρομάζω ακόμη περισσότερο που η άλλη όψη του ναζιστικού ολοκληρωτισμού —η εγκληματική ριζοσπαστική Αριστερά, που μέλη της στελεχώνουν την ίδια την κυβέρνηση—, όχι απλώς εκμεταλλεύτηκε πρόστυχα τον πόνο των ξεριζωμένων αλλά επιμένει να μιλά επί πτωμάτων πλέον για «ανοιχτά σύνορα», δηλαδή για τον πιο σύντομο δρόμο προς την γκετοποίηση αρχικά και τις εκκαθαρίσεις σε δεύτερο στάδιο. Το παιχνίδι έχει χαθεί, οριστικά. Όση βοήθεια και αν λάβουμε (και θα λάβουμε τελικώς), ο χαμένος χρόνος δεν θα ξαναβρεθεί. Ζούμε τα προεόρτια μιας νέας, γιγάντιας περιόδου μεταναστεύσεων και δεν το έχουμε καταλάβει.
Μετά την καταστροφική διακυβέρνηση της χώρας από τους δωσίλογους της Δεξιάς και του ΠΑΣΟΚ που έφεραν τη δυστυχία στον Έλληνα, αφάνισαν τα νοικοκυριά και έσπρωξαν στον εκούσιο θάνατο δεκάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας, ο Αλέξης Τσίπρας ανέλαβε να περισώσει την αξιοπρέπεια της χώρας, την αξιοπρέπεια των Ελλήνων. Μόνος αυτός απέναντι σε πάνοπλους εχθρούς, Τρόικες εξωτερικού και εσωτερικού, διασπώντας τις συμμαχίες λεόντων ένθεν-κακείθεν, συνέπραξε έξυπνα με το πατριωτικό κομμάτι των αντιπάλων, έσφιξε τα δόντια και πολέμησε τους ορκισμένους υπηρέτες των Αγορών, μαχόμενος για το δίκιο και για το όνειρο, ώστε να ξαναγυρίσει το χαμόγελο στα χείλη όλων μας, για να ξανανθήσει η ελπίδα, για να γυρίσουμε την πλάτη στο άθλιο χθες, για την ανάπτυξη της χώρας με ανθρώπινο πρόσωπο. Ο αγώνας ήταν άνισος — αλλά ποιος πολεμιστής θα επέλεγε, αν το μπορούσε, έναν εύκολο αγώνα;… Ο Αλέξης Τσίπρας χτυπήθηκε λυσσαλέα από τους στυλοβάτες της διαπλοκής, από τα ξένα συμφέροντα, από τα παγκόσμια κέντρα του καπιταλισμού, από το αντιδημοκρατικό καθεστώς των Βρυξελλών και των Ευρωπαίων ηγετών, που έβλεπαν —και δικαίως— στο πρόσωπό του τον πρόμαχο της ελευθερίας όλων των λαών του Νότου, όλων των λαών της γηραιάς ηπείρου. Πολεμήθηκε όμως και από τους ντόπιους συνεργούς των ακόρεστων κεφαλαιοκρατών, αλλά και από μέρος των «συμμάχων» του, που απεργάζονταν στα σκοτεινά τους μυαλά τα δικά τους σχέδια κατάληψης της εξουσίας. Νίκησε σε όλα τα μέτωπα, τσακίζοντας τον εσωτερικό εχθρό, αποκαλύπτοντας τις ανίερες συμμαχίες που είχαν δημιουργηθεί και δείχνοντας αποφασιστικότητα νίκης απέναντι στους ισχυρούς της Δύσης. Με έξυπνη τακτική, απέφυγε τις κατά μέτωπο επιθέσεις όπου η μικρή Ελλάδα θα έβγαινε βέβαια χαμένη, έκανε σοφούς ελιγμούς, και κέρδισε για τη χώρα όσα όλοι οι άλλοι μαζί όλα τούτα τα χρόνια είχαν εκχωρήσει στο κεφάλαιο και στους διαπλεκόμενους συνεργούς τους. Αυτή η πολυμέτωπη μάχη όμως, παρά τις επιμέρους νίκες, δεν έχει τέλος. Και σήμερα περισσότερο από ποτέ, ο Αλέξης Τσίπρας χρειάζεται τη συμμετοχή όλων μας απέναντι στην άδικη, εκμαυλισμένη Ευρώπη, που επιμένει να ζητά ελληνική γην και ύδωρ, έτοιμη να μετατρέψει τη χώρα μας σε αποθήκη ψυχών και στραγγαλίζοντας την οικονομία μας με όλες της τις δυνάμεις. Γι’ αυτό και απαιτείται επιτέλους συναίνεση και συστράτευση: κανείς δημοκράτης δεν μπορεί να μείνει έξω από τη μεγάλη ελληνική συμμαχία, κανείς Έλληνας, και καμιά Ελληνίδα! Γιατί όλοι μαζί μπορούμε να νικήσουμε στον πόλεμο που μας κήρυξαν οι αφεντάδες της αδικίας, να τους διώξουμε από την πατρίδα μας και να ξαναφέρουμε την Ελλάδα στο Φως!
Παράλληλα με το νέο κύμα ευρωσκεπτικισμού (στα καθ’ ημάς: περαιτέρω απέχθειας στις φιλελεύθερες δομές της Δύσης) που θα πλήξει σαν τυφώνας την Ελλάδα καθώς οι φωνές και οι τσιρίδες και η υστερία εναντίον των Κακών Ξένων που δεν χειρίστηκαν ως όφειλαν το Προσφυγικό (πώς; κανείς δεν λέει, κανείς δεν ξέρει, απλώς θα φωνάζουν — εννοώντας όμως: επειδή δεν ανάγκασαν την Τουρκία να κρατήσει στην επικράτειά της μερικά επιπλέον εκατομμύρια αλλόφρονες ανθρώπους) θα ενταθούν και θα πολλαπλασιαστούν και θα φτάσουν στον Θεό μόλις συνειδητοποιήσει ο κόσμος ότι παρέες μελαχρινών νεαρών προχωρούν στους καθαρούς ελληνικούς δρόμους (ενώ θα έπρεπε να κοιμούνται στα ράντζα του Καμμένου και να περιμένουν να τους δώσουμε ένα σάντουιτς), παράλληλα λοιπόν με την άρνησή μας να καταλογίσουμε ευθύνες στην από δω μεριά των συνόρων, δηλαδή σ’ αυτούς που εκλέξαμε με πανηγύρια στο Σύνταγμα και με σουβλιστά αρνιά στις αυλές μας για να πουν στην Ευρώπη, «Σύνορα η αγάπη για τον άνθρωπο δεν γνωρίζει, πόσο σ’ αγαπώ, πόσο σ’ αγαπώ», θα οργιάσει η απαίτηση για Εθνική Ομοψυχία, για ένα μεγάλο και τρανό ΟΧΙ, για ένα νέο ΕΑΜ, για έναν Δίκαιο Ξεσηκωμό του Έθνους (του καλύτερου έθνους υπό τον ουρανό) για να φύγουν οι ξένοι (οι άσπροι και οι όχι άσπροι): με άλλα λόγια, όλοι θα μιλάνε για Οικουμενική. Όλοι; Ε, περίπου. Πάντως την αρχή θα την κάνει η Κεντροαριστερά. Επειδή της Κεντροαριστεράς τής σώνεται το οξυγόνο και, θέλοντας (ποιος δεν το θέλει, θα μου πεις;) να κρατηθεί στη ζωή, θα προκαλέσει τον θάνατό της. Άλλωστε, χρόνια τώρα κάνει σταθερά τις πιο αυτοκαταστροφικές επιλογές. [§] Μια Οικουμενική κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ μέσα θα σημάνει την οριστική απομάκρυνση της χώρας από την Ευρώπη, γιατί θα επικυρώσει ΟΛΕΣ τις αντιδυτικές πολιτικές του: όσες έκανε ήδη και όσες θα κάνει. Κανείς δεν θα μπορεί πλέον να πάρει στα σοβαρά το πιο σύντομο ανέκδοτο της Ευρώπης. Μακριά! Οικουμενική Κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας θα έχουμε μετά τις εκλογές. Πριν το καλοκαίρι.
Τους ιδεολόγους φαν τού ΣΥΡΙΖΑ τους τοποθετώ σε εντελώς άλλο τάσι από ό,τι τους οπορτουνιστές, ευκαιριακούς, όψιμους τάχα μ’ Αριστερούς, που ψήφισαν τον αδιανόητο Τσίπρα για να μην πληρώσουν φόρους, ας πούμε, ή για να μη γίνονται, φέρ’ ειπείν, αξιολογήσεις στο Δημόσιο, ή για να πάρουν, ξέρω γω, δέκατη τρίτη σύνταξη και κάτι τέτοια γελοία, πράγματα με τα οποία ένα δεκάχρονο παιδί θα γελούσε χωρίς να μπορεί να σταματήσει έτσι και του εξηγούσες το πολύ μέσα σε ένα απόγευμα τι συνέβη στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία. Τους ιδεολόγους της Αριστεράς, που είδαν στον Τσίπρα και στον ΣΥΡΙΖΑ το όχημα για μια συνολική ρήξη με τους εργοστασιάρχες, τα αφεντικά, τους γαιοκτήμονες, τον καπιταλισμό, τους καναλάρχες, τη Σένγκεν, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Μέρκελ, τη Microsoft, την Apple, το FoxNews, το ΗΒΟ, την Αγγλία και τις ΗΠΑ, τους καταλαβαίνω: τους νιώθω. Και μπράβο τους, γιατί είναι αλτρουιστές, και γιατί δεν φοβούνται στερήσεις, πόλεμο, πείνα, σακατίκλι. Αν θέλεις να γίνεις Βενεζουέλα, φέρσου σαν Βενεζολάνος: δεν ψηφίζεις Σαμαρά και Βενιζέλο, είναι ηγέτες δημοκρατικών κομμάτων αυτοί. Ψηφίζεις κόμματα που σου υπόσχονται να παλέψουν για τη ρήξη, για τον πόλεμο, για τη φτώχεια. Για να σε βγάλουν από το καταραμένο ευρώ, αυτό το σατανικό εργαλείο των Αγορών — οι Αγορές πρέπει να πεθάνουν, τα χρηματιστήρια να κλείσουν, ένας άλλος κόσμος, ένας κόσμος ανέχειας και πείνας, είναι εφικτός. Δεδομένου δε ότι το ΚΚΕ παραείναι περιχαρακωμένο στα δικά του και αμετακίνητο σε ποσοστά (πάντα το ίδιο νούμερο βγάζει, σε όλες τις εκλογές), και καθώς η Χρυσή Αυγή είναι ένα τσούρμο μαϊμούδες με σουγιάδες κι ας ονειρεύονται πάνω-κάτω τα ίδια, τι άλλο μένει για τη ρήξη, τι άλλη επιλογή έχει ο ιδεαλιστής παύλα πραγματιστής παύλα αλτρουιστής ψηφοφόρος της Αριστεράς που θέλει να δει τα όνειρά του να εκπληρώνονται, και να μη μένουν μέσα στα νοικιασμένα γραφειάκια τού κάθε κουκουέ μουλού μουλού κουκουέ που ζέχνουν μπαγιάτικη νικοτίνη; Πώς να κάνει το όνειρό του για μία κόκκινη —από μενεξελί λιοβασίλεμα και αριστερή καρδιά— χώρα πραγματικότητα; Για μια χώρα παρία, αφανισμένη και μόνη; Ο ΣΥΡΙΖΑ μένει. Γι’ αυτό και, ξαναλέω: τους ιδεολόγους φαν τού ΣΥΡΙΖΑ τους τοποθετώ σε εντελώς άλλο τάσι, στο τάσι των ανηκέστων. [§] Απλώς είναι πέραν πάσης προσπαθείας κατανοήσεως το γεγονός ότι πιστεύουν στ' αλήθεια πως σε ένα καθεστώς φτώχειας και κακομοιριάς θα υπάρχει καν συζήτηση περί (κάποιων) ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όχι δικαιώματα καθαυτά: αλλά συζήτηση επί δικαιωμάτων... [§] Τελειώνουν, ευτυχώς, οι αυταπάτες. Δυστυχώς, από την άλλη, οι λάθος άνθρωποι μετανάστευσαν, αλλά θα την ξαναχτίσουμε τη χώρα ούτως ή άλλως. Αρκεί να μη μείνουν αυτοί στα πράγματα ούτε μισό καλοκαιρινό μήνα.
Βρέθηκα χθες, λόγω ενός ραντεβού που είχε δοθεί σε ανύποπτο χρόνο και από ανύποπτους ανθρώπους, εμένα και έναν Αθηναίο, στο μέσον των συγκεντρωμένων που ήρθαν από την επαρχία για να στήσουν, να λάβουν μέρος και να παρακολουθήσουν τις εκδηλώσεις (παρέλαση, φωνές, αποκριάτικες στολές, μουσική) των Κωδωνοφόρων του Σοχού στο κέντρο της Θεσσαλονίκης (πέριξ του Λευκού Πύργου, σε όλη την Παλιά Παραλία και στην πλατεία Αριστοτέλους), ένα κέντρο που βέβαια είχε αποκλειστεί για τα αυτοκίνητα, για να παραδοθεί καταρχάς στους πεζούς και εν συνεχεία στο χάος. Παραβλέπω τις ανοησίες περί… διονυσιακού εθίμου (ο καθένας λέει ό,τι ανιστόρητη αρλούμπα θέλει, δικαίωμά του — αν και καλό θα ήταν να μπορούσαν να τα διηθήσουν αυτά οι υπεύθυνοι των εκπομπών και των ειδήσεων, για να μην ακούγονται αυτά τα τρελά από την τηλεόραση, τα ακούνε και παιδιά και αποβλακώνονται), παραβλέπω τη γενικότερη κακομοιριά, τον τριτοκοσμισμό και την ελαφρότητα που απέπνεαν οι συμμετέχοντες και οι φίλοι τους που τους χειροκροτούσαν, αφήνω απέξω και τους περαστικούς που χάζευαν με απορία ή κάνοντας τον σταυρό τους ένα «δρώμενο» (πόσο χυδαία, τι κακοποιημένη λέξη) τόσο χαμηλής αισθητικής, δεν θέλω να θυμηθώ και να αποτυπώσω εδώ τα ξέφτια από τις συζητήσεις που αναγκάστηκα να ακούσω όσο περίμενα το ραντεβού μου (τα μπουζούκια, οι γάμοι, τα μωρά, οι ξένοι, πάλι οι γάμοι, οι λαθρομετανάστες, ο Παντελίδης, το ξύλο που θέλουν όλοι, με πρώτους τούς πολιτικούς και τον… Παπανδρέου, πάλι οι γάμοι και τα μωρά, άλλη μία οι βρομιάρηδες οι ξένοι, ξανά και ξανά το ξύλο στους πολιτικούς, το ντου, το ξύλο, η Βουλή, το ντου, οι φωτιές, οι αγρότες, τα μπλόκα, και συνεχώς τα «έτσι που τα κάνανε» — άλλωστε αυτά, υποθέτω, ακούγονται σε όλες τις παρέες ανθρώπων που μεγάλωσαν με τους Παπαδάκηδες και την υπόλοιπη φιλοναζιστική trash tv του τέλους μας) και μένω σε μένα: ποτέ δεν τα προτιμούσα αυτά, τη φασαρία για τη φασαρία, την προσκόλληση σε μία αρχαϊκή ψευδοπαράδοση, τα τοπικά έθιμα που θέλουν να φανούν και κάνουν τουρνέ σαν θεατρικά μπουλούκια, αυτή τη δόλια παραισθητική κατάσταση του χαβαλέ — τώρα όμως τα κοιτώ ή ακούω για δαύτα με κανονικό μίσος, ή έστω με αποτροπιασμό. Τι άλλαξε; Νομίζω πως δεν έχει να κάνει με το ότι ζούμε τις τελευταίες ημέρες της πομπής μας (και όχι της Πομπηίας: εκείνοι ήταν υψηλού πνευματικού-πολιτιστικού επιπέδου νεκροί, εμείς είμαστε ζόμπι και κατσίβελοι) και κάτι τέτοια καρναβάλια το ξεχνούν ή μάλλον δείχνουν να το απολαμβάνουν, αλλά κυρίως με το γεγονός ότι όλα αυτά τα απεχθή έθιμα —και κυρίως ο τρόπος της παρουσίασής τους— είναι τόσο λυσσαλέα κολλημένα σε μία ακίνητη άμμο που δεν έχει πάρει χαμπάρι από τον κόσμο και τη ζωή και την Ιστορία, είναι τόσο νεκρά, ψόφια, κουφά και γκαβά, που δεν μπορεί παρά να σε απωθούν. Και πρωτίστως: δείχνουν την εικόνα του μέλλοντός μας έξω από τους θεσμούς του πολιτισμού. Έτσι θα ζούμε. Με τα κουδούνια.
Για πολλά έχουμε να λογοδοτήσουμε. Σε ποιον; Δεν έχει σημασία. Ίσως στον εαυτό μας, ίσως πουθενά. Οπότε, αν θέλετε, ακόμη καλύτερα: πουθενά και σε κανέναν. Έτσι η ενοχή θα είναι πιο βαριά. Και κανείς πρέπει να νιώθει ενοχή, αλλιώς η ζωή του πήγε τσάμπα. Διαλέγω στην τύχη: το τέλος της νοσταλγίας. Από τις δεκάδες φίλους που έφυγαν τον τελευταίο χρόνο, άλλοι προετοιμάζοντας την έξοδό τους μεθοδικά, άλλοι εντελώς απαράσκευοι, άλλοι με κλειστά μάτια και τρέχοτνας, ούτε ένας δεν θα σκέφτεται με νοσταλγία αυτά που μείναν εδώ, κι αυτούς που ξέμειναν. Ούτε μισός. Η Ελλάδα θα πάψει να λείπει. Θυμάμαι τη Γερμανία, παλιά, τον θείο μου τον Βαγγέλη που λειτουργούσε το Ελληνικό Σπίτι σε μία πόλη μεταναστών (Τούρκοι, Γιουγκοσλάβοι, Ιταλοί, Έλληνες, μ’ αυτή τη σειρά), κι εκείνη την ανάγκη να μαζευτούν όλοι τους στη μεγάλη σάλα για να δουν ταινίες του Τζέιμς Πάρις ή της Βουγιουκλάκη και του Χατζηχρήστου, να πιουν καφέ με φουσκάλες ρουφώντας τον άγαρμπα και να φάνε τυρόπιτα — τις έψηνε η γιαγιά μου, ένα μάρκο η μία. Είχαν φτιάξει και κάτι σαν απογευματινό σχολείο για τα παιδιά, έναν αθλητικό όμιλο, έφεραν και παπά μετά από λίγο καιρό. Τα καλοκαίρια γέμιζαν τα πορτ-μπαγκάζ με σοκολάτες, μπισκότα και παιχνίδια, ρούχα από τα καλάθια και σέβεντις μπιμπελό, και τα κατέβαζαν στην Ελλάδα, στη Σαλονίκη και στα χωριά. Δεν ήθελαν να φύγουν, αλλά οι μέρες περνούσαν και ξοδεύονταν γρήγορα και άχαρα. Τους έβλεπα και μιζέριαζε το μέσα μου. Τους κορόιδευαν κιόλας, δεν τους ζήλευαν μόνο, όσοι είχαν μείνει πίσω, γιατί μπέρδευαν τις λέξεις καμιά φορά και επειδή δεν μπορούσαν να μανιπουλάρουν τις καινούριες τους συνήθειες, ήταν άκομψοι. Πέθαιναν σαν τις μύγες όταν έπαιρναν σύνταξη, από καρδιά, από πνιγμό, στον δρόμο με το αμάξι, συνήθως δεν δινόταν πολλή σημασία σ’ αυτούς τους θανάτους, τα μάτια στρέφονταν στον επόμενο που θα ερχόταν το καλοκαίρι να δειχτεί, να φέρει δώρα και να ξαναφύγει. Δεν θα επαναληφθεί αυτή η εποχή, οι νέοι μετανάστες μας δεν θα δημιουργήσουν κοινότητες εκεί έξω ούτε θα επιστρέφουν με δακρυσμένα μάτια. Δεν υπάρχει πια κάτι να θέλεις από την Ελλάδα, όπως δεν υπάρχει κάτι να αποζητά κανείς, πέστε, από τη Νιγηρία. Μόνο να ξεχνάς πρέπει, να στρέφεις την πλάτη σου. Καταφέραμε να νικήσουμε ώς και αυτό το κιτς της ηθογραφίας, κι άντε να τα βγάλεις πέρα τώρα με το τίποτα.
Όταν πεθαίνει ο Ουμπέρτο Έκο αρχικά ξαφνιάζεσαι. Αλλά μετά κλείνεις τα μάτια και θυμάσαι στιγμές της ζωής σου με τον ίδιο, ή μάλλον με τα βιβλία του. Αν μάλιστα έχεις δουλέψει και στις εκδόσεις...
Χθες ήταν μία από εκείνες τις ημέρες που δεν μπορούσα να με κοροϊδέψω με κανένα από τα γιατροσόφια μου. Δεν έγινε κάτι ιδιαίτερα διαφορετικό ή με μεγαλύτερο ειδικό βάρος από ό,τι και όσα συνήθως. (Φέρ’ ειπείν, οι παλινωδίες γύρω από την εκπαραθύρωση Σφακιανάκη είναι πταίσματα, η δράκα μπορεί να τα πάει ακόμη καλύτερα, όπως αποδεικνύει όλον αυτό τον κολασμένο χρόνο. Και θα τα πάει). Ούτε η διαπίστωση, για πολλοστή φορά, μέσω μιας δημοσκόπησης ότι ο λαός έχει μετατραπεί σε ζόμπι που δεν πεινάνε με επηρέασε. Ποτέ δεν εμπιστευόμουν τον λαό, και στα χειρότερα όλοι ξέρουν πως επιδεικνύει πάντα τη χειρότερη, την πιο αυτοκαταστροφική πλευρά του. (Βρήκα τα ποσοστά που συντηρεί ο ΣΥΡΙΖΑ φυσιολογικά, και μάλιστα στις Εκλογές, που θα γίνουν το καλοκαίρι με κλειστά σύνορα και άδεια ράφια στα σουπερμάρκετ, θα τα ανεβάσει κι άλλο. Η μάστιγα των απελπισμένων από τον εαυτό τους ψηφοφόρων —ψηλοί σε σώμα κοντού— θα οργιάσει ξανά, γιατί το σύνολο σώμα τους δεν θα παραδεχτεί ποτέ ότι έσφαλε λόγω χυδαίας ιδιοτέλειας και άφατης βλακείας). Τίποτα, τίποτα: ήταν απλώς μια από αυτές τις ημέρες. Όταν νιώθεις πως όσα κάνεις δεν έχουν άλλη σημασία εξόν αυτήν της συντήρησης — δουλεύεις, διαβάζεις, επαναλαμβάνεις τις δραστηριότητές σου, χασκογελάς, απλώς και μόνο για να συνεχίσεις να υπάρχεις. Δεν κάνεις καμία επένδυση στο μέλλον. Σαν τα ποντίκια στον τροχό τους: κουράζονται για να τρέχουν επάνω του, ιδρώνουν, λαχανιάζουν, γανιάζουν, αλλά δεν πηγαίνουν πουθενά. Δεν πηγαίνουμε πουθενά. Είμαστε οι νεκροί που προχωρούν. Το θυμάμαι από καμιά φορά αυτό —όχι κάθε μέρα—, το αφήνω να με πλημμυρίσει, βλέπω ξανά το μεγάλο κακό που του ανοίξαμε διάπλατα την πόρτα, θυμάμαι όλες τις προειδοποιήσεις που κάναμε —και που πήγαν αύτανδρες στον πάτο, στον βρόντο, χαμένες— και σπάω. Χθες, που δεν έγινε δα και κάτι σπουδαίο, ήταν ακριβώς μια τέτοια μέρα. Εξ ου και κλείστηκα στο σπίτι. Γιατί, όποτε το νιώθω αυτό, όποτε το αφήνω να με πλημμυρίσει, γυρίζει το μάτι μου και γίνομαι πολύ επικίνδυνος. Όχι για μένα: για δαύτους.
Σε ένα μήνα, οι φωτογραφίες του Ομπάμα στην Κούβα θα πλημμυρίσουν πανηγυρικά τις timelineμας και θα μείνουν αλησμόνητες (θα είναι άλλωστε και καλά σκηνοθετημένες, έξοχα προγραμματισμένες — και θα ’ναι και ωραίος, όπως πάντα, κι αυτός). Ο κόσμος θα αλλάξει εκείνη την ημέρα: θα ξημερώσει αλλιώς, και για πάντα — αυτό το «για πάντα», τουλάχιστον, με το οποίο μετράμε τη ζωή μας και τη γενιά μας· δεν έχουμε και άλλο. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ στην Κούβα! Αυτό κι αν σημάνει το τέλος των φαντασμάτων του Ψυχρού Πολέμου και το πέρασμα σε μιαν άλλη εποχή: η δυσώδης χούντα του Τσε και του Κάστρο, μια φυλακή ακραίας εκμετάλλευσης των ανθρώπινων σωμάτων και καθημερινού βιασμού των ψυχών όσων είχαν την ατυχία να γεννηθούν εκεί, στην Κόλαση, γίνεται ελεύθερη χώρα, και η Δύση την υποδέχεται με τον πιο συμβολικό τρόπο, σημειολογώντας και την παραμικρή λεπτομέρεια. Την ίδια στιγμή, στο κρατίδιο Ελλάς θα ισχυροποιείται ακόμη περισσότερο μία φαιοκόκκινη καρτουνίστικη γραφειοκρατία, και οι επικυρίαρχοι θα ψάχνουν στα σκουπίδια για εκείνη τη χαρτοπετσέτα —του Τσόρτσιλ και του Στάλιν, του Μολότοφ και του Ίντεν— που έθετε τη χώρα υπό την επιρροή της Αγγλίας, της ελεύθερης Δύσης, για να τη μουτζουρώσουν και για να σκουπίσουν τις μύξες τους με δαύτην. Έχουμε ήδη παραδοθεί. Και κάποιες γελοίες αντιδράσεις μας για ήσσονος σημασίας αταξίες της κυβέρνησης άλλο δεν κάνουν παρά να σηκώνουν ακόμη πιο ψηλά τα χέρια μας, σημειολογώντας τέλεια την ήττα μας και την οριστική μας καταβύθιση στο σιδηρούν παραπέτασμα της ελληνικής μοναξιάς. Μακάριοι οι εμιγκρέδες.
Ο Λαζόπουλος είναι ένας από μας. Εμείς είμαστε αυτοί που θεωρούμε την ευγένεια αδυναμία και την πολιτική ορθότητα μια ξεπερασμένη βλακεία και μισή: εμείς του τα μάθαμε αυτά, δεν τα σκέφτηκε από μόνος του. Όμως είναι και πιο καπάτσος, πολύ πιο έξυπνος και από τους λίγους επιτυχημένους ανάμεσά μας: ξέρετε πολλούς που να βγάζουν περισσότερα χρήματα σήμερα, σε καιρούς δυσπραγίας, από όσα έβγαζαν πριν το ξέσπασμα της Κρίσης; Οι εκπομπές του είναι στην κορυφή των ευπωλήτων, χρόνια τώρα: δεκαετίες. Είναι το νούμερο ένα. Τις βλέπουν όλοι, εκστατικά. Παρακαλούν και βάζουν μέσον για να παρευρεθούν στο στούντιο όπου γίνονται τα γυρίσματα, για να είναι παρόντες όταν συμβαίνει το γήινο θαύμα της σάτιράς του, για να τον δουν να συγκινείται από κοντά, για να τον απολαύσουν liveόταν τραγουδά, για να τον χειροκροτούν χωρίς τη μεσολάβηση της τηλεόρασης όταν λέει τα ανέκδοτα. Ζευγαράκια, ηλικιωμένοι, παιδάκια, νέοι, μεσήλικες, μαθήτριες, παπάδες, στρατιωτικοί, δάσκαλοι, επιστήμονες — όλοι είναι εκεί, ντυμένοι τα καλά τους, ντυμένοι κυριακάτικα, σχεδόν γαμπριάτικα. Αν το ιερό στούντιο όπου τελείται αυτός ο γάμος του λαουτζίκου με τον επιφανή εκπρόσωπό του χωρούσε όλη την Ελλάδα, όλη η Ελλάδα θα ήταν στο στούντιο του Λαζόπουλου. Τον αγαπούν γιατί τα λέει καλύτερα από αυτούς, παίρνει τα λόγια τους και τα κάνει ευκολομνημόνευτα στιχάκια και αστείες ιστορίες, τα πλουμίζει, τα κεντάει χοντρά-χοντρά και τα απευθύνει δυνατά σε εκείνους που είναι να τα ακούσουν. Σε μία χώρα όπου ο πανίσχυρος θεσμός της Εκκλησίας απαγορεύει την ύπαρξη τηλευαγγελιστών, ο Λαζόπουλος είναι ο πιο αγαπητός και ο πιο αγαπημένος τηλευαγγελιστής: πάνω από τον υπόλοιπο θίασο, πάνω από τον Παπαδάκη και τον Αυτιά, τον Τράγκα και τον Χίο. Και δείχνει το πρόσωπο του Σατανά στο χριστεπώνυμο πλήθος: ο Σατανάς, λέει ψαρεύοντας στο κεφάλι του κοινού, εκεί που κοχλάζει ο βόρβορος, είναι καμπούρης κι άσχημος, σακάτης και γιωτόμπαλο, χοντρός και πούστης, και βέβαια γυναίκα, προφανώς δηλαδή πουτάνα: αν ο Σόιμπλε και η Μέρκελ είχαν τη θωριά του Βαρουφάκη και του Τσίπρα, το ελληνικό ψηφοφοράτο θα είχε επιλέξει άλλους δρόμους για την παντέρμη χώρα.
Ανέκαθεν η Αριστερά είχε μεγάλους εχθρούς και φρόντιζε, αμέσως μόλις εγκαθίδρυε καθεστώς αίματος και πτωχείας, να τους εξοντώνει, ηθικά και σωματικά — σαν προσωπικότητες και σαν παρουσίες· με λάσπη και με σφαίρες. Από σύμπτωση, τι άλλο, οι μεγαλύτεροι εχθροί της καθεστηκυίας Αριστεράς, είτε μιλάμε για την εφιαλτική μετεπαναστατική Ρωσία, είτε για τον Πολ Ποτ, είτε για το αιμοσταγές καθεστώς της Βόρειας Κορέας, ήταν κατά κύριο λόγο αριστεροί. Πάντα ο βασικός σου αντίπαλος σου μοιάζει, ο μεγαλύτερος εχθρός είναι ο εαυτός σου, και οι εσωτερικές εκκαθαρίσεις —όπως μάθαμε από παιδιά— είναι ανέκαθεν και το λιπαντικό και το κάρβουνο στη μηχανή του σταλινικού τρόμου. Όλες οι υπόλοιπες προγραφές, διώξεις, εξαφανίσεις και τα συναφή είναι απλή καθημερινή ρουτίνα: η δουλίτσα. Και πάντα, ξαναλέμε: μέσα σε καθεστώς ανέχειας όλα αυτά, ειδαλλιώς η μηχανή σταματά. Στην καθ’ ημάς Αριστερά, αυτό το κωμικό-αν-δεν-ήταν-θανάσιμο τσίρκο των αναλφάβητων συνταγματαρχών χωρίς γαλόνια, θα έχουμε και την ιδιαιτερότητα να μπουν πρώτοι-πρώτοι στις λίστες προγραφής όσοι σήκωσαν στις πλάτες τους το αντιδημοκρατικό τέναγος και το άφησαν να πλημμυρίσει τη χώρα με λάσπη και αλάτι: οι ιδιωτικές τηλεοράσεις, χωρίς τη λυσσαλέα, ακατάβλητη και επί μακρόν συστηματική δουλειά των οποίων δεν θα είχε επικρατήσει η ψηφισμένη δικτατορία. [§] Νά όμως που καλούμεθα να τις υποστηρίξουμε και να τις διασώσουμε. Και θα το κάνουμε.