Η ουτοπία δεν είναι εφικτή

Η ουτοπία δεν είναι εφικτή

Russell Banks, Το μαγικό βασίλειο, μετάφραση από τα αγγλικά: Άννα Μαραγκάκη, Πόλις, Αθήνα 2026, 448 σελ.

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις συγγραφέων που τα τελευταία χρόνια της ζωής τους επιλέγουν να τοποθετήσουν στη θέση του κεντρικού ήρωα τον έργων τους μια αυτοβιογραφική περσόνα ή να πλάσουν ένα μυθιστορηματικό alter ego, έναν  ήρωα με ανάλογα βιώματα, προβλήματα και πορεία ζωής (Ροθ, Σάμπατο, Κουτσί, για να αναφέρουμε μερικούς). Άλλοι, απλώς, επιλέγουν να τοποθετήσουν στο κέντρο των ιστοριών τους ήρωες του δικού τους ηλικιακού γκρουπ και υποβάθρου, ήρωες που προβαίνουν σε ενδοσκόπηση και απολογισμό των πεπραγμένων τους. Αυτή είναι και η περίπτωση του Ράσελ Μπανκς.

Βραβευμένος και έντονα πολιτικοποιημένος αμερικανός πεζογράφος και ποιητής, ο Ράσελ Μπανκς, στις αρχές της ογδοηκοστής δεκαετίας της ζωής του, άρρωστος με καρκίνο, έγραψε ένα μυθιστόρημα με ήρωα έναν ογδονταδυάχρονο εργάτη στη Νέα Αγγλία – από την οποία άλλωστε προερχόταν και ο ίδιος. Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του βιβλίου (Νοέμβριος 2022), σε ηλικία ογδόντα δύο ετών, ακριβώς όπως ο ήρωάς του, ο συγγραφέας έφυγε από τη ζωή (Ιανουάριος 2023).

Σ’ αυτό το δέκατο τέταρτο και τελευταίο μυθιστόρημά του, ο γνωστός για την ευαισθησία του συγγραφέας απέναντι στους οικονομικά ευάλωτους και τους κοινωνικά αποκλεισμένους Αμερικανούς, εξερευνά μια ακόμη εκδοχή της αμερικανικής εμπειρίας και καταπιάνεται με την αποτύπωση των ηθικών επιπλοκών ενός τρόπου ζωής ριζοσπαστικού. Αυτή τη φορά τοποθετεί την πλοκή του έργου του στο διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο της Φλόριντα των αρχών του 20ού αιώνα, με ήρωες τα μέλη διάφορων κοινοτήτων, κοινοτήτων σοσιαλιστών ή/και βαθιά θρησκευόμενων, που βρίσκονταν σε διαρκή αναζήτηση της ουτοπίας.

 

Το κυνήγι της ουτοπίας

Όπως εξηγεί ο συγγραφέας –ή μήπως πρόκειται για μια φανταστική εκδοχή ή προσωπείο του; (το ερώτημα μένει αδιευκρίνιστο)– στον σύντομο πρόλογο που συνοδεύει το έργο, το 1999, όταν ο τυφώνας Αϊρίν έπληξε τη χερσόνησο της Φλόριντα, εντόπισε στο γεμάτο υγρασία υπόγειο μιας δημόσιας βιβλιοθήκης του Σαιντ Κλάουντ ένα πακέτο μπομπίνες μαγνητοφώνου στις οποίες είχε καταγραφεί η ιστορία της ζωής ενός κερδοσκόπου ακινήτων ονόματι Χάρλεϊ Μαν. Ο Χάρλεϊ πραγματοποίησε τις μαγνητοφωνήσεις στις 15 συνολικά μπομπίνες, όσες και τα κεφάλαια του έργου, το 1971, αρχίζοντας την αφήγησή του από το 1902, τη χρονιά  θανάτου του πατέρα του από τύφο – ένα συμβάν που σηματοδότησε το απότομο τέλος της παιδικής του ηλικίας. Τη χρονιά που ξεκινά η καταγραφή εγκαινιάστηκε το θεματικό πάρκο της Walt Disney Company στο Ορλάντο της Φλόριντα, το οποίο ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ονομαζόταν Walt Disney World Magic Kingdom. Μαγικό βασίλειο, magic kingdom, γράφει επάνω στο περιτύλιγμα της συσκευασίας των μαγνητοταινιών που αποκτά λαθραία ο συγγραφέας, ο οποίος αναλαμβάνει την απομαγνητοφώνηση και την επιμέλεια της αφήγησης του Χάρλεϊ· και αυτός είναι ο τίτλος που θα δώσει στο βιβλίο.

Σε αντίθεση με πολλά μυθιστορήματα που χρησιμοποιούν την τεχνική της υποτιθέμενης συνέντευξης, καταγραφής ή απομαγνητοφώνησης των απομνημονευμάτων ενός άλλου προσώπου, ο Μπανκς δεν συμμετέχει στην ιστορία του Χάρλεϊ, ούτε προβαίνει σε σχόλια και παρατηρήσεις. Αντίθετα, αφήνει τη φωνή στις μπομπίνες να αφηγηθεί σε πρώτο πρόσωπο το χρονικό της ενηλικίωσης του ήρωα και την εμπειρία του από τη διαμονή του στον τόπο που, προτού μετατραπεί στο μαγικό βασίλειο του Ντίσνεϊ, ήταν ακόμη ένας χαμένος παράδεισος: η ουτοπική, αν όχι ευτοπική, κοινότητα των Σέικερς, μια εμπειρία που σημάδεψε τη ζωή του.

Λίγο μετά το θάνατο του πατέρα, εξηγεί ο Χάρλεϊ, η εγκυμονούσα μητέρα και τα δυο ζεύγη δίδυμων γιων της μετακινούνται από το Γκρέιλανγκ, την αποικία Ρασκινιτών[1] όπου διέμεναν ώς τότε, σε μια φυτεία κοντά στου Γουέικρος. Εκεί, μετά τη γέννηση της μικρής αδερφής και μια ολιγόμηνη αλλά φριχτή εργασιακή εμπειρία, η εξαμελής πια οικογένεια βρίσκει στο πρόσωπο του πρεσβύτερου Τζον Μπένετ έναν Σωτήρα – τον άνθρωπο που θα συμβάλει να μη μετατραπούν σε λευκούς σκλάβους, θα αποπληρώσει τα χρέη τους και θα τους οδηγήσει στη Νέα Βηθανία, με την προϋπόθεση πως όλα τα μέλη της οικογένειας θα γίνουν όταν έρθει η ώρα πιστοί ακόλουθοι της προτεσταντικής αίρεσης των Σέικερς.[2] Στη Νέα Βηθανία, τα μέλη της οικογένειας Μαν ακολουθούν τους κανόνες ζωής και τις αξίες της ιδιαίτερα ακμάζουσας εκείνη την περίοδο κοινότητας: ευσέβεια, πίστη, φιλανθρωπία, εργατικότητα, ακτημοσύνη και αποφυγή κάθε είδους πειρασμών. Μετά την εμπειρία της διαφθοράς και της ηθικής εξαχρείωσης που βίωσε ενόσω εργαζόταν στη φυτεία Ρόουζγουελ, ο Χάρλεϊ νιώθει να εμπνέεται από τα διδάγματα της Μητέρας Ανν (1736-1784), ιδρύτριας των Σέικερς. Παρότι ο ίδιος, όπως κι ο δίδυμος αδερφός του, δεν είναι ιδιαίτερα πιστός, ζει ικανοποιημένος με τη δουλειά του μελισσοκόμου που αναλαμβάνει, ακολουθεί τους κανόνες της κοινότητας και δείχνει ενδιαφέρον για την κοσμοθεωρία των ισχυρών φυσιογνωμιών της αίρεσης, του πρεσβύτερου Τζον και της πρεσβυτέρας Μαίρης, μια κοσμοθεωρία που προάγει τον εξισωτισμό. Μάλιστα, ο πρεσβύτερος Τζον, ένας άντρας που υποκαθιστά τον πρόωρα χαμένο πατέρα τού Χάρλεϊ και μετατρέπεται σε μέντορα και πατρικό πρότυπο –και ενίοτε σε «αντίζηλο» για το ενδιαφέρον της μητέρας και κατόπιν της κοπέλας που αγαπά–, εκτιμά την ευφυΐα και τα πνευματικά του χαρίσματα και τον προορίζει για διάδοχό του· είναι, άλλωστε, ο γιος που δεν θα μπορούσε να αποκτήσει ποτέ εξαιτίας της υπόσχεσης αγαμίας που έχει δώσει. Την έξωθεν προγραμματισμένη και φαινομενικά ήρεμη ζωή του Χάρλεϊ ανατρέπει ο σφοδρός έρωτάς του για τη Σέιντι Πρατ, μια νεαρή κοπέλα που γνώρισε κατά την άφιξή του στην κοινότητα, λίγο μεγαλύτερή του (όταν την πρωτοσυναντά εκείνος είναι 12 και εκείνη 17 ετών), που πάσχει από φυματίωση και οι Σέικερς έχουν θέσει υπό την προστασία τους: ο έρωτας αυτός θα τον κάνει να θέσει υπό αμφισβήτηση όλα όσα πίστευε και θεωρούσε δεδομένα και θα τον κάνει να απαρνηθεί τη συντηρητική κοσμοθεωρία της αίρεσης που επιβάλλει την αγαμία. Ο θάνατός της και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο η αγαπημένη του θα εγκαταλείψει τα εγκόσμια θα αποτελέσει τη θρυαλλίδα για την καταστροφή της αποικίας.

Η αναζήτηση της τέλειας κοινωνίας είναι συνυφασμένη με το αμερικανικό όνειρο και αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «αμερικανική εμπειρία». Η κοινότητα των Σέικερς ήταν μια τέτοια απόπειρα εγκαθίδρυσης μιας ουτοπικής κοινότητας, καταδικασμένη όμως εκ των πραγμάτων να αποτύχει. Γιατί, όπως μας εξηγεί ο Μπανκς διά στόματος Χάρλεϊ, εξαιτίας της επιβολής της αγαμίας, η επιβίωσή της εξαρτιόταν πλήρως από την υιοθέτηση, τη στρατολόγηση ή τον προσηλυτισμό (ανάλογα με το πώς το αντιλαμβάνεται ο κάθε αναγνώστης) νέων μελών. Όταν έφταναν στην ηλικία των είκοσι ενός ετών, τα νεαρά μέλη της κοινότητας είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν είτε να γίνουν επίσημα μέλη της κοινότητας και άρα να μην τεκνοποιήσουν ποτέ ή να φύγουν από αυτήν, κάτι που επέλεγαν οι περισσότεροι. Εύστοχα, λοιπόν, ο συγγραφέας επιλέγει να επαινέσει μεν, έστω και έμμεσα, τα θετικά στοιχεία μιας κοινότητας ουτοπιστών που αποτέλεσαν ένα από τα τελευταία αναχώματα σε μια κατεξοχήν καπιταλιστική κοινωνία, αλλά και να υπογραμμίσει τις εγγενείς αδυναμίες της οργάνωσης αυτής της μορφής κοινοτικής ζωής –και κατ’ επέκταση όλων των ουτοπιών–, ενώ δεν αμελεί να αναδείξει την ύπαρξη φιδιών «που φωλιάζουν σε κάθε τέτοιο μαγεμένο κήπο», όπως επεσήμανε η γνωστή σύγχρονη συγγραφέας Μάργκαρετ Άτγουντ στην κριτική της για το βιβλίο.[3] 

 

Το μαρτύριο της μνήμης

Ο Μπανκς υπογράφει ένα καθηλωτικό μυθιστόρημα, πλούσιο σε συμβάντα, ανατροπές, εικόνες και περιγραφές, που στηρίζεται και σε αληθινά γεγονότα. Αν μη τι άλλο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την εμπεριστατωμένη έρευνά του για τη βραχύβια ουτοπία που άνθησε στον τόπο όπου έμελλε να χτιστεί η «φυτεία παιχνιδιού», όπως αποκαλεί ο ήρωάς του το βασίλειο του μεγαλύτερου success story του 20ού αιώνα στον κόσμο της ψυχαγωγίας, αλλά και τη δεξιοτεχνία με την οποία ενσωματώνει πληθώρα περιστατικών της ιστορίας της συγκεκριμένης κοινότητας των Σέικερς στην αφήγηση. Ξεχωρίζουν οι εξαιρετικές περιγραφές του άγριου τοπίου της κεντρικής Φλόριντα με το πυκνό της φύλλωμα, τα ρυάκια και τα καθαρά νερά της, τα άγρια πουλιά, αλλά και το πριονόχορτο των βάλτων του Εβεργκλέιντς. Ακόμη και οι αναγνώσεις που εστιάζουν στο πολιτικό μήνυμα του έργου δεν αμελούν να επισημάνουν την ισορροπία μεταξύ μυθοπλασίας και τοπικής ιστορίας, μεταξύ κοινωνικοπολιτικών μηνυμάτων και εστίασης στο προσωπικό δράμα που επιτυγχάνει ο Μπανκς.

Όπως τα περισσότερα έργα[4] του αμερικανού λογοτέχνη, το μυθιστόρημα είναι «γεμάτο» Ιστορία, συναρπαστικούς χαρακτήρες και πολυεπίπεδες αφηγήσεις. Οι δυο πρώτες δεκαετίες της ζωής μας παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και στη μετέπειτα πορεία μας. Όπως δείχνει ο Μπανκς, στην περίπτωση του Χάρλεϊ, η πρώιμη επαφή με τον σκληρό βίαιο κόσμο της φυτείας τα παιδικά του χρόνια και, στη συνέχεια, κατά την εφηβική και μετεφηβική του ηλικία, η απειλή της απώλειας της αγαπημένης και το μεγάλο ηθικό και δεοντολογικό δίλημμα με το οποίο ήρθε αντιμέτωπος πριν και μετά το θάνατό της τον στιγμάτισαν για πάντα. Η καταστροφική πράξη προδοσίας του απέναντι στη μόνη οικογένεια που γνώρισε ποτέ και το βαρύ τίμημα που θα πληρώσει αντικαθιστώντας τη μια εμμονή του (τον έρωτα για την Σέιντι) με τον χαμένο παράδεισο, τη γη του οποίου κατάφερε να αποκτήσει κομμάτι κομμάτι (αλλά εντέλει έχασε από τα ψεύτικα λόγια και τις υποσχέσεις των έμπειρων καπιταλιστών της Disney), καλούν τον αναγνώστη να στοχαστεί αναφορικά με τις ατέλειες της ανθρώπινης φύσης, το δόλο και τις διάφορες μορφές ενοχής. Η αναπόληση, οι νότες νοσταλγίας, η συγκαλυμμένη ενοχή και ο αναστοχασμός δίνουν τον τόνο της (μυθοπλαστικής) αυτοβιογραφικής αυτής αφήγησης που αποτελεί μια καλοδομημένη –αν και δεν καταφέρνει να αποφύγει κάποιες επαναλήψεις– εξιστόρηση αφενός της αναζήτησης του ανήκειν, αφετέρου της ανάγκης για ελευθερία αυτοπροσδιορισμού. Η νωχελική, μελαγχολική και σε πολλά σημεία μελωδική πρόζα του Μπανκς αποδίδει άψογα την ιδιοσυγκρασία του ήρωά του και πείθει τον αναγνώστη πως ακούει τον ίδιο τον υπέργηρο ήρωα να αφηγείται τη ζωή του.

Οι πιστοί και μη αναγνώστες του Μπανκς δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσουν πως το επιβλητικό αυτό tour de force, τη μετάφραση του οποίου σε άψογα ελληνικά και πιστή στο ύφος του πρωτοτύπου υπογράφει η Άννα Μαραγκάκη, ολοκλήρωσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη συγγραφική πορεία ενός σπουδαίου λογοτέχνη.

 

[1] Βραχύβια ουτοπική σοσιαλιστική ομάδα που ακολούθησε τη διδασκαλία του βρετανού διανοούμενου, καλλιτέχνη και κοινωνικού μεταρρυθμιστή Τζον Ράσκιν  (John Ruskin, Λονδίνο 1819–1900). Οι Ρασκινίτες ζούσαν στην πολιτεία της Τζόρτζια. Βλ. σχετικά J. W. Braam, “The Ruskin Co-Operative Colony”, American Journal of Sociology 8 (1903) 667-680.

[2] Οι περιγραφές του τρόπου ζωής και της ιστορίας της κοινότητας των Σέικερς, των κρίσεων, των φυσικών καταστροφών, των προβλημάτων και των προκλήσεων που αντιμετώπισε και του τρόπο λειτουργίας της είναι ως επί το πλείστον απόλυτα ακριβείς. Βλ. σχετικά R. H. Anderson, “The Shaker Community in Florida”, The Florida Historical Quarterly 38 (1959) 29-44.

[3] Δημοσιεύτηκε στον προσωπικό λογαριασμό της συγγραφέως στο «Twitter»/νυν «X».

[4] Στα ελληνικά μέχρι στιγμής έχουν μεταφραστεί ελάχιστα εξ αυτών: 1) The Sweet Hereafter (1991) ως Μια άλλη γλυκιά διάσταση, μτφρ. Γρηγόρης Ν. Κονδύλης, Εκδόσεις Οξύ–Brainfood, Αθήνα 1997 (η ίδια μετάφραση επανακυκλοφόρησε το 2000 από τον ίδιο εκδοτικό οίκο ως Το γλυκό πεπρωμένο, και το 2018 από τις εκδόσεις Floral Books–Brainfood), 2) Rule of the Bone (1995) ως Το ξύπνημα του Μπόουν, μτφρ. Λίλιαν Φαναρά, Εκδόσεις Οξύ–Brainfood, Αθήνα 1997,  3) The Darling (2004) ως American Darling, μτφρ. Τάκης Κιρκής, Πόλις, Αθήνα 2008, και 4) Foregone (2021) ως Oh, Canada (προφανώς επιλέχθηκε ο τίτλος της ταινίας που βασίστηκε σε αυτό το βιβλίο), μτφρ. Άννα Μαραγκάλη, Πόλις, Αθήνα 2024.

Σχετικά άρθρα

Προσθήκη νέου σχολίου

Αποστολή