Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο ανθρώπινος πόνος παύει να λειτουργεί ως τραγωδία και μετατρέπεται σε ριάλιτι ηθικής αυτοεπιβεβαίωσης. Στη σημερινή Δύση, ο ανθρωπισμός έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί απλώς μια ηθική στάση. Έχει εξελιχθεί σε αισθητική, σε φιγούρα προσωπικοτήτων της δημόσιας ζωής, σε πολιτικό lifestyle. Και όσο πιο βαρύγδουπες γίνονται οι λέξεις «παγκόσμια συνείδηση», «ανθρωπιστική ευθύνη», «διεθνής αλληλεγγύη», «δικαιωματικός αγώνας», τόσο συχνότερα λειτουργούν ως περιτύλιγμα πολιτικής εκμετάλλευσης, χρηματοδοτήσεων, γεωπολιτικών παιχνιδιών και επιλεκτικής ευαισθησίας.
Η πραγματικότητα αποκτά ενδιαφέρον τη στιγμή που σταματάς να κοιτάς τα συνθήματα και αρχίζεις να παρατηρείς ποιοι ωφελούνται πολιτικά, επικοινωνιακά και οικονομικά από όλο αυτό το θέαμα.
Διότι οι περίφημες φλοτίλλες μοιάζουν όλο και περισσότερο με πλωτές παραστάσεις ηθικής αυτοεπιβεβαίωσης. Μικρές θαλάσσιες πορείες γεμάτες κάμερες, hashtags, συγκινητικά βίντεο, νεανική επαναστατικότητα με τραγούδια και χορούς και την απαραίτητη δόση εξωτικού κινδύνου που χρειάζεται η δυτική ακτιβιστική κουλτούρα για να αισθανθεί ζωντανή... Άνθρωποι που ταξιδεύουν από λιμάνι σε λιμάνι μέσα σε ένα σχεδόν φεστιβαλικό κλίμα, μεταφέροντας συμβολικά φορτία «αντίστασης», ενώ πίσω από την ίδια την παλαιστινιακή τραγωδία στέκονται εδώ και δεκαετίες πολιτικές ηγεσίες που διαχειρίστηκαν δισεκατομμύρια.
Εκεί αρχίζει και η μεγάλη σιωπή.
Για δεκαετίες, η διεθνής κοινότητα, ο ΟΗΕ, πολλές ΜΚΟ, τα ευρωπαϊκά δίκτυα δικαιωματισμού και ένα τεράστιο κομμάτι της δυτικής Αριστεράς απέφυγαν συστηματικά να απαντήσουν σε απλά ερωτήματα. Πώς ακριβώς δημιουργήθηκαν οι αμύθητες περιουσίες στελεχών της Χαμάς και των πολιτικών της μηχανισμών; Πώς εμφανίζονται ηγετικά στελέχη με δισεκατομμύρια σε επενδύσεις, ακίνητα, τραπεζικούς λογαριασμούς και επιχειρηματικά δίκτυα σε Τουρκία, Κατάρ, Αίγυπτο και αλλού, την ώρα που ο παλαιστινιακός πληθυσμός παρουσιάζεται ως λαός εγκαταλελειμμένος στην απόλυτη εξαθλίωση;
Οι πληροφορίες για τις περιουσίες προσώπων όπως ο Χάλεντ Μασάλ, ο Ισμαήλ Χανίγια και ο Μούσα Αμπού Μαρζούκ κυκλοφορούν εδώ και χρόνια στον διεθνή Τύπο. Κι όμως, όσοι εμφανίζονται καθημερινά ως υπερασπιστές των καταπιεσμένων δείχνουν εντυπωσιακά μικρό ενδιαφέρον να εξηγήσουν αυτή την αντίφαση. Αντίθετα, όποιος τολμήσει να τη θέσει δημόσια, αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ηθικός αποστάτης.
Κάπου εκεί ο ανθρωπισμός αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με αλληλεγγύη και περισσότερο με ιδεολογική σκηνογραφία.
Διότι η ίδια δυτική ακτιβιστική κουλτούρα, που εμφανίζεται αμείλικτη απέναντι σε κάθε αμαρτία της Δύσης, μετατρέπεται συχνά σε υπόδειγμα επιείκειας απέναντι σε θεοκρατικά ή αυταρχικά καθεστώτα. Άνθρωποι που μιλούν καθημερινά για ανθρώπινα δικαιώματα, καταλήγουν να εξωραΐζουν πολιτικά συστήματα που αν ζούσαν σε αυτά, όχι μόνο δεν θα μπορούσαν όχι μόνο να εκφραστούν ελεύθερα –όπως στη «διεφθαρμένη» Δύση– αλλά ούτε να υπάρξουν ως φυσικές οντότητες.
Το Ιράν κρεμά δημόσια αντιφρονούντες και εκτελεί εικοσάχρονους νέους επειδή συμμετείχαν σε διαδηλώσεις. Η Τουρκία φυλακίζει πολιτικούς αντιπάλους, ανοιγοκλείνει πανεπιστήμια, ελέγχει τη Δικαιοσύνη, παρεμβαίνει ακόμη και στη λειτουργία της αντιπολίτευσης και χρησιμοποιεί τη γεωπολιτική αστάθεια ως εργαλείο διαρκούς εκβιασμού απέναντι στη Δύση. Κι όμως, ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής και της ευρωπαϊκής Αριστεράς εμφανίζεται πρόθυμο να διαδηλώσει υπέρ αυταρχικών καθεστώτων και θεοκρατικών μηχανισμών που, αν εφαρμόζονταν στο εσωτερικό των δικών τους κοινωνιών, θα έπνιγαν κυριολεκτικά στο αίμα τις ίδιες τις ελευθερίες τις οποίες επικαλούνται καθημερινά.
Κάπου εδώ αρχίζει να σχηματίζεται ένας πραγματικός κυκλώνας υποκρισίας.
Το Ισραήλ αντιμετωπίζεται συλλογικά ως απόλυτη ενσάρκωση του κακού, ακόμη και όταν διεξάγει έναν πόλεμο που, όπως τον διαβάζω εγώ, δεν αφορά απλώς τον έλεγχο μιας περιοχής ή μια συνηθισμένη γεωπολιτική σύγκρουση, αλλά το ίδιο του το δικαίωμα να υπάρχει μέσα σε μια περιοχή όπου μεγάλα τμήματα του πολιτικού και θρησκευτικού φανατισμού εξακολουθούν να ονειρεύονται έναν κόσμο χωρίς εβραίους.
Την ίδια στιγμή, πολλοί απ’ αυτούς που καταγγέλλουν καθημερινά τον «σιωνιστικό φασισμό» εμφανίζονται ψυχολογικά συμφιλιωμένοι με τη ρωσική βία στην Ουκρανία. Ξαφνικά, οι πύραυλοι που πέφτουν πάνω σε πολυκατοικίες του Κιέβου μετατρέπονται σε «αντιναζιστική επιχείρηση», οι νεκροί σχετικοποιούνται και ο ρωσικός επεκτατισμός βαφτίζεται γεωπολιτική αντίσταση απέναντι στη Δύση. Λησμονώντας ότι η Σοβιετική Ένωση υπήρξε η πρώτη δύναμη που υπέγραψε σύμφωνο συνεργασίας με τον Χίτλερ και συμμετείχε στο διαμελισμό της Ευρώπης πριν ακόμη ξεκινήσει η μεγάλη σύγκρουση.
Όταν οι ίδιες πολιτικές φωνές εμφανίζονται ταυτόχρονα να δικαιολογούν την ιρανική θεοκρατία, τον ρωσικό αυταρχισμό και τον τουρκικό νεο-οθωμανισμό, ενώ παρουσιάζονται ως υπερασπιστές της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, τότε το ζήτημα παύει να είναι πολιτική διαφωνία και αρχίζει να μοιάζει με αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στη δημοκρατία και στον αυταρχισμό. Ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ανησυχητικό στοιχείο της εποχής μας: όχι η υποκρισία, αλλά το ότι ένα μέρος της δυτικής διανόησης και της ακτιβιστικής κουλτούρας μοιάζει να έχει χάσει κάθε στοιχειώδες μέτρο διάκρισης ανάμεσα σε μια δημοκρατία και σε καθεστώτα που οικοδομούν συστηματικά το φόβο, τη βία και την καταστολή.
Κάπου εκεί τα πράγματα παύουν να είναι απλώς αστεία. Η αντίφαση γίνεται τόσο κραυγαλέα, ώστε πίσω από την κωμωδία αρχίζει να διακρίνεται κάτι πολύ πιο σκοτεινό: ένας πολιτισμός που δυσκολεύεται πλέον να αναγνωρίσει ακόμη και τους εχθρούς του.
Στον αραβικό κόσμο, οργανώσεις που εμφανίζονται ως «αντιστασιακές» έχουν οικοδομήσει ολόκληρους μηχανισμούς αυταρχισμού, διαφθοράς και πολιτικού τρόμου. Κι όμως, ένα μεγάλο μέρος της δυτικής προοδευτικής σκηνής αντιμετωπίζει όλα αυτά με μια παράξενη κατανόηση, σχεδόν με τρυφερότητα.
Η σύγχρονη πολιτική ηθική έχει αντικαταστήσει την κρίση των πράξεων με μια φυλετικού τύπου διαίρεση ανάμεσα σε «καλούς καταπιεσμένους» και «κακούς καταπιεστές». Από εκεί και πέρα, η πραγματικότητα προσαρμόζεται στην αφήγηση και όχι η αφήγηση στην πραγματικότητα. Αν κάποιος έχει ενταχθεί συμβολικά στην κατηγορία του «καταπιεσμένου», σχεδόν κάθε πράξη του σχετικοποιείται. Αντιθέτως, η Δύση και ειδικά το Ισραήλ στην προκειμένη περίπτωση, αντιμετωπίζεται ως διαρκώς ένοχη οντότητα, ανεξαρτήτως συγκυρίας, γεγονότων ή ιστορικού πλαισίου.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πιο επικίνδυνη πλευρά της πολιτικής ορθότητας καθώς δεν περιορίζεται στο να αποκρύπτει μόνο γεγονότα αλλά δημιουργεί μια ολόκληρη ηθική ασυμμετρία. Μια κατάσταση όπου η πραγματικότητα λογοκρίνεται επιλεκτικά για να προστατευθεί η ιδεολογική αφήγηση. Οι θηριωδίες αυταρχικών καθεστώτων αντιμετωπίζονται περίπου ως πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, ενώ η Δύση καλείται να απολογείται αιωνίως ακόμη και για την ίδια της την ύπαρξη.
Είναι ένα από τα πιο αποκαλυπτικά παράδοξα της επιλεκτικής ηθικής της εποχής μας: η Δύση κατηγορείται καθημερινά για αποικιοκρατία, λες και υπήρξε η μοναδική δύναμη στην ιστορία που επεκτάθηκε στρατιωτικά, πολιτισμικά ή οικονομικά πέρα από τα σύνορά της. Η βρετανική κυριαρχία στη Μέση Ανατολή διήρκεσε ελάχιστο ιστορικό χρόνο από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι την αποχώρηση από τις περισσότερες περιοχές της, δεκαετίες αργότερα. Η Βρετανική Εντολή στην Παλαιστίνη κράτησε από το 1920 ώς το 1948. Στο Ιράκ η βρετανική επιρροή, με διάφορες μορφές, εκτείνεται περίπου από το 1917 ώς τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Στην Αίγυπτο, από το 1882 έως τυπικά το 1956. Πρόκειται δηλαδή για λίγες δεκαετίες ιστορικής παρουσίας.
Αντιθέτως, η ισλαμική επέκταση και κυριαρχία σε τεράστιες περιοχές του κόσμου ξεκινά ήδη από τον 7ο αιώνα, περίπου μετά το 650 μ.Χ., και σε πολλές περιοχές διαρκεί έως και τον 19ο ή ακόμη και τον πρώιμο 20ό αιώνα. Από τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή μέχρι τη Μικρά Ασία, τα Βαλκάνια και μεγάλα τμήματα της Ασίας, ο ισλαμικός κόσμος οικοδόμησε επί αιώνες αυτοκρατορίες μέσω στρατιωτικής επέκτασης, δουλεμπορίου, θρησκευτικής κυριαρχίας και πολιτικής υποταγής λαών. Παρ’ όλα αυτά, στον σύγχρονο δυτικό δημόσιο λόγο η λέξη «αποικιοκρατία» μοιάζει να αφορά αποκλειστικά τη Δύση, σαν οι υπόλοιπες αυτοκρατορίες της ιστορίας να υπήρξαν περίπου φιλολογικές λέσχες πολιτισμικών ανταλλαγών.
Ακόμη πιο παράδοξο είναι το εξής: τα ίχνη της δυτικής παρουσίας, όσο βίαιη, αλαζονική ή εκμεταλλευτική κι αν υπήρξε σε πολλές περιπτώσεις, άφησαν πίσω τους κρατικούς μηχανισμούς, λιμάνια, σιδηροδρόμους, πανεπιστήμια, νομικά συστήματα, διοικητικές δομές, τεχνολογία, βιομηχανική οργάνωση, ακόμη και την ίδια τη σύγχρονη έννοια του κράτους σε πολλές περιοχές του κόσμου. Η Ινδία εξακολουθεί να λειτουργεί πάνω σε μεγάλο μέρος του βρετανικού διοικητικού και νομικού μοντέλου. Στη Μέση Ανατολή, σιδηροδρομικά δίκτυα, λιμενικές εγκαταστάσεις, αστικά κέντρα και κρατικοί θεσμοί οικοδομήθηκαν μέσα στη δυτική παρουσία του 19ου και του 20ού αιώνα.
Και εδώ εμφανίζεται η μεγάλη ειρωνεία της εποχής μας: ένα σημαντικό μέρος του σύγχρονου αντιδυτικισμού χρησιμοποιεί καθημερινά τη δυτική τεχνολογία, τα δυτικά πανεπιστήμια, τις δυτικές ελευθερίες, τα δυτικά κοινωνικά δίκτυα, τη δυτική ιατρική, τη δυτική οικονομία και το δυτικό κράτος δικαίου για να καταγγείλει τη Δύση ως τη μεγαλύτερη καταστροφή της ανθρωπότητας.
Η ίδια η Δύση μοιάζει σήμερα να χρηματοδοτεί ιδεολογικά, τεχνολογικά και πολιτισμικά την αποδόμησή της. Και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι μεγάλο μέρος αυτής της αποδόμησης πραγματοποιείται στο όνομα της «ανεκτικότητας», της «συμπερίληψης» και της «ιστορικής αυτοκριτικής». Δηλαδή μέσα από αξίες που η ίδια η Δύση γέννησε!
Έτσι καταλήγουμε σε ένα παράδοξο σχεδόν κωμικό: άνθρωποι που απολαμβάνουν όλες τις ελευθερίες του δυτικού πολιτισμού να αφιερώνουν τη ζωή τους στην υπεράσπιση πολιτικών και θεοκρατικών μοντέλων που θα εξαΰλωναν αυτές ακριβώς τις ελευθερίες –μαζί με τους φορείς τους– μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ειλικρινές σύμπτωμα της εποχής μας. Όχι η υποκρισία των κρατών –αυτή υπήρχε πάντοτε– αλλά η βαθιά αδυναμία ενός μέρους της Δύσης να υπερασπιστεί τον ίδιο της τον πολιτισμό χωρίς ενοχές.
Προσθήκη νέου σχολίου